Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling lower court did not err regarding tachograph evidence admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a transport company against a final labor dispute judgment. The appellant argued that the appellate court erred by considering tachograph logs without verifying their authenticity, claiming they were forged private documents. The court rejected this, noting the appellant never formally contested the logs' genuineness, only their evidentiary value, and thus the lower court acted correctly by admitting them.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11a) and 176 of the Code of Civil Procedure; The appellate court does not commit a procedural error under Article 559(11a) of the Code of Civil Procedure if it considers evidence whose authenticity was not formally contested by the party, even if the party merely disputes its evidentiary weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 797 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 797/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. T. Ο. Μ. Α..Ε.., που εδρεύει στη Λ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Φλώρου, η oποία ανακάλεσε την από 27-3-2023 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου Τ.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα - Αικατερίνη Λόκα, η oποία ανακάλεσε την από 5-3-2023 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 319/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6-10-2022 αίτησή της και τους από 20-2-2023 προσθέτους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ. καταθ. ... αίτηση αναίρεσης και τους από 20 Φεβρουαρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης ... με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης της αναιρεσείουσας- εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Τ. T. Ο. Μ. «Α. κατά του αναιρεσίβλητου- ενάγοντος, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών, με αριθμό 319/15-9-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία συνεκδικάστηκαν οι από 9-11-2021 με αριθ.καταθ. ...
και από 17-10- 2021 με αριθ. καταθ. ... αντίθετες εφέσεις κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με αριθμό 170/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 8-3-2021 με αριθ.καταθ. ... αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναρεσίβλητου, με την οποία αυτός εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 10-1-2020 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που εκμεταλλεύεται επιχείρηση οδικών μεταφορών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρη απασχόληση πέντε ημερών την εβδομάδα και οκτώ ωρών ημερησίως, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγών και βαρέων οχημάτων με μηνιαίο μισθό 1.688,506 ευρώ.
Ότι απασχολήθηκε στην εναγόμενη έως τις 27-10-2020, οπότε απολύθηκε, καθ' υπέρβαση του εβδομαδιαίου και ημερήσιου χρόνου εργασίας, κατά τη νύκτα και συγκεκριμένες ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών, όπως αναλυτικά στην αγωγή εκτίθεται. Ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει για υπερεργασία, παράνομες υπερωρίες, εργασία κατά τη νύκτα, Σάββατα, Κυριακές και αργίες, το συνολικό ποσό των 49.560,15 ευρώ (όπως αναλύεται), βάσει της έγκυρης σύμβασης εργασίας με υπολογισμό των προσαυξήσεων για την εργασία τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα 75% και 25% αντίστοιχα, με τον καταβαλλόμενο μισθό, άλλως το συνολικό ποσό των 26.724,08 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αν οι προσαυξήσεις αυτές υπολογισθούν με τον κατώτατο νόμιμο μισθό.
Ζητούσε δε κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηψιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 29.560,15 ευρώ, όπως εκτίθεται η αναλογία για κάθε επιμέρους κονδύλιο, επικουρικά δε ζητούσε να υποχρεωθεί του καταβάλει το ποσό των 26.724,08 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αγωγικά αιτήματα α)καταψήφισης και αναγνώρισης των προσαυξήσεων 75% και 25% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου για την εργασία Κυριακών και αργιών και για την εργασία κατά τη νύκτα αντιστοίχως και β) επιδίκασης προσαύξησης 75% για παρασχεθείσα εργασία κατά τις ημέρες της Μεγάλης Παρασκευής και της Δευτέρας του Αγίου Πνεύματος, γ) κρίθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση συμβατικού συμψηφισμού της εναγόμενης με την καταβολή υπέρτερων των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος, για την παρασχεθείσα υπερεργασία, νυκτερινή εργασία, εργασία Σαββάτων και Κυριακών, δ) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση συμψηφισμού της εναγόμενης με τα πρόστιμα από τροχαίες παραβάσεις που επιβλήθηκαν στον ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ε)έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 5.878,97 ευρώ και υποχρεώθηκε αυτή να του καταβάλει ποσό 12.564,63 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκδικάστηκαν, ως προεκτέθηκε, οι από 9-11-2021 και 17-11-2021 ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις, έγιναν αυτές δεκτές τυπικά και κατ'ουσίαν, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και κατόπιν παραδοχής της ένστασης συμψηφισμού μόνο για τις αξιώσεις από εργασία τη νύκτα και τις Κυριακές (μετά προσαυξήσεων), έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 8.336.64 ευρώ και υποχρεώθηκε αυτή να του καταβάλει ποσό 4.783,64 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 22-2-2023 και επίδοση αυτού στις 23-2-2023 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3169/23-2-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Σ.
Λ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο της 28ης-3-2023 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 355/2020).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016).
Επομένως η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 355/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1620/2022, 1471/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 109/2020).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 625/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που προβλέπονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, καθότι, αν και διαπίστωσε ότι ο περιεχόμενος στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος όρος, για την εξόφληση με τον υπέρτερο καταβαλλόμενο μισθό στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αξιώσεων αυτού για πρόσθετες αποδοχές, που είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "ο ανώτερος από την οικεία ΣΣΕ καταβαλλόμενος μισθός συμφωνείται πως το επιπλέον ποσό δίνεται με σκοπό την εξόφληση και κάλυψη τυχόν αξιώσεων του μισθωτού για πρόσθετες αποδοχές αποζημίωσης νυχτερινής εργασίας, Κυριακών, εορτών, εκτός έδρας", ήταν ασαφής, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ουδόλως αναφέρει, ήτοι παρέλειψε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών και να λάβει υπόψη της τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, άλλως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ενώ αν αναζητούσε, σύμφωνα με τις εν λόγω ερμηνευτικές διατάξεις, το πραγματικό νόημα του ως άνω όρου της σύμβασης, θα διαπίστωνε ότι στις πρόσθετες αυτές αποδοχές υπάγονται και εκείνες από την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, η υπερεργασία, οι υπερωρίες και όλες οι προσαυξήσεις και δεν θα απέρριπτε για τις από τις ως άνω αιτίες αξιώσεις του ενάγοντος την προτεινόμενη από την εναγόμενη αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού.
Ο εξεταζόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας του ανωτέρω όρου της σύμβασης εργασίας. Εφαρμόζοντας δε τον όρο αυτό κατά το ως άνω περιεχόμενο του, δέχτηκε, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος του εξεταζόμενου λόγου, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής:
α) σελ. 33) "ενώ οι ανώτερες από την οικεία σ.σ.ε. καταβαλλόμενες αποδοχές δίδονταν με σκοπό την εξόφληση και κάλυψη τυχόν αξιώσεων του ενάγοντος για πρόσθετες αποδοχές αποζημίωσης νυχτερινής εργασίας, Κυριακών, εορτών και εκτός έδρας, β) σελ. 40, μετά την ανάλυση της παρεχόμενης υπερεργασίας και των παράνομων υπερωριών ότι "τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά, δεν καταλαμβάνονται από την ένσταση συμψηφισμού των υπέρτερων των νομίμων καταβληθέντων ποσών που πρότεινε η εναγομένη, διότι η σχετική συμφωνία δεν τα είχε συμπεριλάβει", γ) σελ. 47 μετά τον υπολογισμό των αξιώσεων του ενάγοντος για εργασία τα Σάββατα, τις Κυριακές και τη νυκτερινή εργασία μετά των προαυξήσεων, ότι "οι αντίστοιχες αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούσαν την αμοιβή του για παροχή νυκτερινής εργασίας [...] και για την απασχόλησή του τις Κυριακές (προσαυξήσεις) [....] εξοφλήθηκαν δια του συμβατικού συμψηφισμού.." και δ)σελ. 49 ότι "Συνεπώς, προς άπαντα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, παρέμειναν ενεργείς και απαιτητές, αφού ουδόλως εθίγησαν κατά την ουσιαστική τους βασιμότητα από την προς εξόφλησή τους προταθείσα ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος ποσού ύψους 1.992,60 ευρώ, που αφορούσαν εργασία για υπερεργασία, ποσού ύψους 6344,04 ευρώ, για παράνομη υπερωρία, ποσού ύψους 2.668,96 (210,56 + 2458,40) ευρώ, για εργασία κατά τα Σάββατα και ποσού ύψους 2.114,68 ευρώ για παράνομη υπερωρία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές".
Οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου, συμφωνούν με το σαφές περιεχόμενο του επίδικου όρου της σύμβασης, στον οποίο είναι αποτυπωμένες ρητά οι αξιώσεις που καλύπτονται από τον υπέρτερο καταβαλλόμενο μισθό του ενάγοντος, ήτοι αυτές από την εργασία κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και αργίες και εκτός έδρας, ενώ δεν καλύπτονται, αφού δεν αναφέρονται, οι αξιώσεις από εργασία κατά τα Σάββατα και η υπερεργασία, το γεγονός δε ότι η σύμβαση ήταν προδιατυπωμένο έγγραφο, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, δεν εμπόδιζε τη συμπλήρωση και των λοιπών αξιώσεων, όταν αναγνώστηκε και υπογράφηκε από τους διαδίκους.
Όσον αφορά τις αξιώσεις για παράνομη υπερωρία, ανεξαρτήτως της μη συμπερίληψής τους στον επίδικο όρο κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959 (η οποία § 4 διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το ν. 435/1976), είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές" και ως εκ τούτου ορθά δεν συμψηφίστηκαν.
Αντίθετα, είναι επιτρεπτός, εφόσον συμφωνήθηκε, ο συμψηφισμός των αξιώσεων από προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας και απασχόλησης κατά τις Κυριακές (25% και 75% αντίστοιχα-ΑΠ 1574/20220), οι οποίες εν προκειμένω, ως προεκτέθηκε, καλύφθηκαν από την ένσταση συμψηφισμού, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ως αβάσιμου.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στον ως άνω όρο της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, ώστε να διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα ο όρος αυτός είναι σαφής, ο λόγος αναίρεσης (πρώτος) πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας τυγχάνει ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Τούτο δε διότι, στο δικόγραφο, όπως προκύπτει, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, αναφέρεται μεν ενάριθμα η αναιρετική πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναλύεται η διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ, σχετικά με την ευθύνη του εργαζόμενου από την πρόκληση ζημίας σε βάρος του εργοδότη κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αναγράφονται οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που περιλήφθηκαν στο σχετικό λόγο της έφεσης για τη ζημία των 710,50 ευρώ, που υπέστη από υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου λόγω της επιβολής προστίμων σε βάρος της, από τροχαίες παραβάσεις του αναιρεσίβλητου κατά την οδήγηση του φορτηγού αυτοκινήτου της, ενώ εκτελούσε την εργασία του και η ένσταση συμψηφισμού, που αυτή υπέβαλε η οποία απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται ακόμη και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν εκτίθενται όμως ποιά συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο υπαγωγικό ή ερμηνευτικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με αυτήν καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της.
Κατ' επίφαση δε της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφαση της, όσον αφορά το ζήτημα αυτό, απορριπτέου του ως άνω λόγου ως απαραδέκτου και εκ της αιτίας αυτής.
Κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Οι αυτόματες συσκευές καταγραφής στοιχείων του οχήματος (ταχογράφοι) αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της παροχής εργασίας από τον οδηγό αυτού (ΑΠ 925/2008). Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει και τους ισχυρισμούς του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος του έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο τρόπος της απόδειξης αυτής όταν αμφισβητηθεί. Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο, η μη γνησιότητα του περιεχομένου του, τούτο κατά το μη γνήσιο μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Αν όμως το δικαστήριο χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου του λάβει ή δε λάβει υπόψη το έγγραφο αυτό υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμό 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη από τον νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1380/2017).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τον προσδιορισμό της παροχής εργασίας του ενάγοντος, ως οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ.
αυτοκινήτου της εναγόμενης και των εκ της εργασίας αυτής αξιώσεών του, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσον και ειδικότερα τους δίσκους καταγραφής (ταχογράφους), του ως άνω οχήματος, των οποίων αμφισβήτησε τη γνησιότητα, με τους περιεχόμενους στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της και στον τέταρτο (4°) λόγο της έφεσής της (σελ. 39 επ.) ισχυρισμούς, ότι "οι προσκομιζόμενοι μετ' επικλήσεως δίσκοι καταγραφής ταχογράφου, που εφέροντο ότι αποτύπωναν τον χρόνο κίνησης του με στοιχεία κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ενάγων, δεν ήταν γνήσιοι ως ιδιωτικά έγγραφα, διότι δεν έφεραν την σφραγίδα και την υπογραφή των αρμοδίων οργάνων της εταιρίας, σε συνδυασμό με το ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του δεν παρέδιδε αυτά μετά το πέρας της". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στα ως άνω διαλαμβανόμενα στις προτάσεις και το λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν περιέχεται ισχυρισμός περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των εν λόγω δίσκων (ταχογράφων), ως μη προερχομένων από την αυτόματη συσκευή καταγραφής στοιχείων του οδηγούμενου από τον ενάγοντα αυτοκινήτου, αλλά, συνιστά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας αυτών, ήτοι άρνηση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται σε αυτούς.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να εξετάσει τη γνησιότητά τους, την οποία δεν είχε αρνηθεί παραδεκτά η αναιρεσείουσα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατόπιν σχετικού αιτήματος του. όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2022 με αριθμ. καταθ. ... αίτηση αναίρεσης και τους από 20 Φεβρουαρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης ... πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 319/15-9-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ