Supreme Court allows appeal against labor court ruling on employee vacation pay and overtime calculations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an employee against a First Instance Court decision regarding his vacation pay and overtime calculations. The employee argued that the lower court failed to properly calculate his additional monthly payments and failed to account for specific holiday bonuses and security guard allowances. The court found the appeal valid because the employee met the legal burden of proof and the lower court's calculation method was legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 para. 1 of Law 539/1945; Art. 560 no. 1 of the Code of Civil Procedure: Vacation pay includes all regular supplementary allowances, and an appeal is admissible if the lower court failed to correctly calculate these amounts based on the statutory burden of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 797 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 797/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουφογιάννη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 831/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4883/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 4883/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4547/1966), στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και, κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ` επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ ΑΠ 16/2011, 5/2011).
Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να θεωρηθεί η παρεχόμενη με την ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση αποδοχών. Περαιτέρω, κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας ‘ ‘ Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου’ ‘ (ΦΕΚ Α’ 742), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κλπ), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης από το μισθωτό εργασίας κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου, κατά δε το εδάφιο β’ της ως άνω διάταξης, στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά:
α) οι προσαυξήσεις της νόμιμης και τακτικώς παρεχόμενης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από το νόμο, παρέχεται τακτικά, γ) το επίδομα αδείας, ενώ κατά το εδάφιο γ’ αυτής στις τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής, αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επαναλήψεως από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη.
Από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του αν 539/1945 με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 (που αφορά στο επίδομα αδείας), και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και 3 της Υπουργικής Απόφασης 19040/1981, συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές" της παρ. 2 εδ.
β και γ του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (Ολ ΑΠ 16/2011).
Δεν συμπεριλαμβάνεται, όμως, σ` αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας (ΑΠ 128/2016, 522/2015, 361/2015, 1334/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 της από 25-5-1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ-ΟΤΑ, ‘ ‘ χορηγείται από 1-9-1994 δραχμικό επίδομα 15.000 δραχμών στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί.
Το ποσό αυτό δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και θα περικόπτεται κατά το χρόνο απουσίας’ ‘ . Από την κανονιστικής ισχύος, ρητή και σαφή, διάταξη της ως άνω ΕΣΣΕ, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα, συνάγεται ότι το από 1-9-1994 καταβαλλόμενο ειδικό επίδομα στο προσωπικό ασφαλείας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας ΟΤΕ ΑΕ, το οποίο κατά την παροχή της εργασίας του οπλοφορεί και επειδή οπλοφορεί, δεν συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές του εν λόγω προσωπικού, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που δικαιούται το προσωπικό αυτό.
Ο προφανής λόγος για τον αποκλεισμό του επιδόματος οπλοφορίας από τις τακτικές αποδοχές είναι ότι αυτό δεν καταβάλλεται, ήτοι περικόπτεται, σε περίπτωση κατά την οποία δεν παρέχεται εργασία λόγω απουσίας, γενικώς, δηλαδή σε περίπτωση όχι μόνο αδικαιολόγητης απουσίας, οπότε, κατά κανόνα, δεν οφείλεται μισθός, αλλά και δικαιολογημένης, όπως συμβαίνει όταν στον εργαζόμενο χορηγείται κανονική ή αναρρωτική ή κάποια άλλη άδεια (ΑΠ 392/2016, 525/2015, 952/2014).
Εξάλλου, σύμφωνα με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ.1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί από τους νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΟΤΕ ΑΕ" και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ` αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής:
ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) το 1/2 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται.
ιβ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) το 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, ιγ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους και γγ) το 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.
Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της ‘ ‘ ΟΤΕ ΑΕ’ ‘ , τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΓΚΠ- ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ.3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα:
Επιδόματα εορτών. ‘ ‘ Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα’ ‘ .
Επίδομα κανονικής άδειας. ‘ ‘ Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ’ ‘ . Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ως άνω νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίστηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι ‘ ‘ Το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος), δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κλπ) και οι αποφάσεις του ΔΣ - ΟΤΕ’ ‘ .
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι από 1-1-1985, που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΕΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.
Αυτός ο τρόπος υπολογισμού, όμως, τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ` αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ` επανάληψη, περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα (ΑΠ 522/2015, 1334/2014).
Όσον αφορά δε στις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας...".
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας καθορίζεται, πλέον, διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 αυτής, που όριζε, αντίθετα, μάλιστα, προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται ρητά, ότι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (Ολ ΑΠ 16/2011).
Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ` αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 183/2016, 522/2015,1334/2014).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην ένδικη, από 2-9-2005, αγωγή ότι, στις 30-1-1989, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του προσωπικού Μισθολογικής Διαβάθμισης, με ειδικότητα ‘ ‘ ειδικό προσωπικό ασφαλείας’ ‘ , που οπλοφορεί κατά την παροχή της εργασίας του.
Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2004, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες με τις αμοιβές που ελάμβανε, σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία, υπερεργασία και για οπλοφορία κατά την παροχή της εργασίας του, όπως όφειλε, σύμφωνα με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18-6-1999 με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην προϊσχύουσα, από 14-3-1985, ΕΣΣΕ προσαυξήσεις.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, με βάση τις ρυθμίσεις του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, τις προσαυξήσεις από την παροχή τακτικώς παρεχόμενης υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και νυκτερινής απασχόλησης, επιδόματος οπλοφορίας και από την αναλογία του επιδόματος αδείας στις αποδοχές αδείας, στο επίδομα αδείας και στα επιδόματα εορτών του επίδικου διαστήματος, ανερχόμενη στο ποσό των 6.630 ευρώ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως της εναγομένης (η ως άνω αγωγή είχε γίνει ολικά δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), αφού παρέθεσε, ορθώς, όλες τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 831/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και απέρριψε την αγωγή "ως μη νόμιμη".
Ειδικότερα, ως προς την απόρριψη της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: ‘ ‘ Ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων αιτείται με αυτή τη διαφορά μεταξύ των ληφθέντων από αυτόν επιδομάτων εορτών και αδείας, όπως αυτά υπολογίσθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εσφαλμένα, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις ειδικότερα αναφερόμενες στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις και των ληπτέων επιδομάτων εορτών και αδείας, όπως αυτά όφειλε να υπολογίσει η εναγομένη με το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι με βάση τις τακτικές αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνεται το σύνολο των αμοιβών για την επικαλούμενη σταθερή και μόνιμη υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά τη νύκτα και για την υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, όλα δε τα ανωτέρω αναφέρει στην αγωγή του, χωρίς, όμως, να αφαιρεί, για τη νομική βασιμότητα αυτής (αγωγής), τις προσαυξήσεις που έλαβε με βάση τον εσφαλμένο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, υπολογισμό της εναγομένης, με συνέπεια να υφίσταται έτσι ανεπίτρεπτος διπλός υπολογισμός των εν λόγω πρόσθετων αποδοχών στα επιδόματα εορτών και αδείας’ ‘ .
Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Πράγματι, αν και ορθώς παρέθεσε και ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, στον οποίο προέβη, στη συνέχεια πλημμελώς υπήγαγε σ` αυτές το ιστορικό της αγωγής και κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι μη νόμιμη.
Διότι, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε στην αγωγή του ότι η αναιρεσίβλητη υπολόγιζε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχών και επιδόματος κανονικής αδείας, κατά το επίδικο διάστημα, βάσει των ρυθμίσεων της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, ενώ οι εν λόγω αποδοχές έπρεπε να υπολογισθούν βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, και επίσης στην αγωγή διαλαμβάνει τις ληφθείσες από αυτόν επί μέρους πρόσθετες αμοιβές ανά μήνα από την εκ μέρους του τακτικώς παρεχόμενη υπερεργασία, εργασία κατά τη διάρκεια Κυριακών ή αργιών, νυκτερινή εργασία, με αναφορά στις παρασχεθείσες ανά μήνα ώρες υπερεργασίας, εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και νυκτερινής εργασίας, ως και το ληφθέν επίδομα αδείας ανά έτος καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και τον προκύπτοντα μέσο μηνιαίο όρο των πιο πάνω πρόσθετων παροχών ετησίως, εκπλήρωσε επαρκώς το δικονομικό βάρος επίκλησης προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή του στο νόμο.
Σημειώνεται ότι ενόψει των κατά μήνα διαφοροποιήσεων των πιο πάνω πρόσθετων παροχών είναι καθόλα εφικτός ο προσδιορισμός του μέσου όρου των επί μέρους διαφορών ειδικά στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα διαστήματα από 1-5 έως 31-12 και από 1-1 έως 30-4 αντίστοιχα (και όχι ο μέσος όρος των διαφορών ανά έτος), σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 σ συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981.
Η επαλήθευση του ύψους του, με βάση τα στοιχεία αυτά, οφειλόμενου ποσού για δώρα εορτών, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας ήταν ζήτημα ουσιαστικής δικαστικής διάγνωσης και τα τυχόν λάθη του ενάγοντος ως προς τη μέθοδο υπολογισμού δεν καθιστούσαν την αγωγή μη νόμιμη. Ακόμη, η εκ μέρους της εναγομένης καταβολή για την ίδια αιτία κάποιων ποσών με το μερικό συνυπολογισμό των πρόσθετων αμοιβών κατά τον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών κλπ, τα οποία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από τα αιτούμενα με την αγωγή, αποτελούσε δικονομικό βάρος της εναγομένης, υπό την έννοια ότι, αν και θα έπρεπε να έχει αναφερθεί στην αγωγή, καθ’ υποφορά και σύμφωνα με το καθήκον αληθείας από τον ενάγοντα (άρθρο 116 ΚΠολΔ), μπορούσε να προβληθεί από την εναγομένη εταιρεία ως ισχυρισμός μερικής εξόφλησης ή, επικουρικά, συμψηφισμού.
Επομένως, εφόσον η αγωγή ήταν νόμιμη, εκτός από τον συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας και του επιδόματος του ειδικού προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών και από το συνυπολογισμό της αναλογίας του επιδόματος αδείας και πάλι επί του ιδίου επιδόματος, όπως πράττει ο αναιρεσείων, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι πλημμέλειες αυτές και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4883/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ