Legislator Case Law & Legislation
797/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of non-competition clause and penalty validity.

Case Number 797/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Patras Court of Appeal's decision rejecting a non-competition agreement and associated penalty. The appellant, a former company representative, argued the clauses violated his freedom of occupation, while the lower court found them valid based on the company's legitimate interests. The Court upheld the lower court's ruling, confirming that the specific restrictions and financial penalty were legally sound and enforceable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178, 179, 201, 404 et seq. of the Civil Code; Article 5 § 1 and 22 § 1 of the Constitution; The court established that non-competition clauses and specific penalty clauses in employment or partnership agreements are valid if they serve the legitimate interests of the employer and are not excessively restrictive of the employee's professional freedom.

Keywords

AI generated
non-competition clause freedom of occupation penalty clause contract validity labor dispute Supreme Court appeal Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 178, 179, 201, 404 et seq. of the Civil Code
Article 5 § 1 of the Constitution
Article 22 § 1 of the Constitution
Article 559, paragraphs 1 (2nd and 3rd grounds) and 19 (2nd ground) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 797 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 797/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: 1. Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπρυρίδωνα Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ψ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 757/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 207/4.12.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 757/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 207/4-12-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 757/18-9-2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 75/5-5-2005 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσείων εδίωκε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των συμβάσεων, που συνομολόγησε με την πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμη εταιρεία, εκπροσωπουμένη από το συνεναγόμενό της, με τις οποίες ανέλαβε την υποχρέωση (α) της μη διενεργείας εν μέρους του ανταγωνιστικών προς τον σκοπό εκείνης πράξεων για χρονικό διάστημα οκτώ ετών μετά την από αυτή αποχώρησή του και (β) καταβολής ποινικής ρήτρας ποσού 200.000,00 ευρώ σε περίπτωση παραβάσεως της συμβατικής αυτής υποχρεώσεώς του, χάριν καταβολής της οποίας αχρεωστήτως εντεύθεν εξέδωσε την ισόποσης χρηματικής αξίας ...

τραπεζική επιταγή με νομική θεμελίωσή της στα άρθρα 178, 179 ΑΚ, με την έννοια της δεσμεύσεως υπερβολικά της ελευθερίας του (ΑΚ 179 περ. α'). Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 125/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 12/6-2-1007 έφεση του ενάγοντος, η 757/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Το έτος 1988 συστήθηκε νομίμως με έδρα την πόλη του ...

η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Πανεμπορική Αγρινίου Ανώνυμη Εταιρία", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είναι αδελφός του ενάγοντος και εκκαλούντος Χ. Σκοπός της εταιρίας (άρθρο 3 του καταστατικού της) είναι α) η γενική εμπορία χαρτικών, ψιλικών, νημάτων, πλαστικών ειδών, παιχνιδιών, οικιακών σκευών και συναφών με αυτά ειδών, β) η αντιπροσώπευση των παραπάνω ειδών από οίκους του εσωτερικού και εξωτερικού.

Οι εισαγωγές και εξαγωγές ειδών εκ του κύκλου της εμπορίας της και εν γένει η ανάπτυξη πάσης φύσεως εμπορικής δραστηριότητος. Το μετοχικό της κεφάλαιο, ανερχόμενο σε 437.742 €, έχει διαιρεθεί σε 149.400 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας εκάστης 2,93 €. Ο ενάγων υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ως άνω εταιρίας, μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος αυτής καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί παρουσίας του, αλλά και υπεύθυνος του κλάδου προμηθειών της εταιρίας, γνωρίζοντας ως εκ της θέσεώς του αυτής, όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν την λειτουργία του νομικού προσώπου, όπως λ.χ.

το πελατολόγιο, τους προμηθευτές, την χρηματοδότηση και την εν γένει οικονομική κατάσταση και πορεία της εταιρίας. Η επιτυχής πορεία της εταιρίας είναι κυρίως αποτέλεσμα της προσωπικής εργασίας όλων των μετόχων, οι οποίοι ουσιαστικά ανήκαν σε τρεις (3) συνολικά οικογένειες (οικογένεια αδελφών Χ,Ψ, αδελφών Ζ και των αδελφών Ω).

Στις 19 Ιανουαρίου 2005 ο ενάγων γνωστοποίησε στην εταιρία την πρόθεση του να παραιτηθεί από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και από την θέση του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου, δοθέντος ότι είχε ήδη αποφασίσει να μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του, αποχωρώντας από τη μετοχική σύνθεση της εταιρίας.

Πράγματι όλες τις μετοχές του ο ενάγων τις μεταβίβασε στην εμπορική τους αξία στους λοιπούς μετόχους, ενώ με την από 19 Ιανουαρίου 2005 επιστολή του προς το διοικητικό Συμβούλιο της εφεσίβλητης ΑΕ ανέλαβε την δέσμευση ότι δεν θα ασκήσει για τα επόμενα οκτώ (8) έτη εμπορία ανταγωνιστική προς την εταιρία, ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα.

Ειδικότερα, δεσμεύθηκε έναντι της εταιρείας ότι, όχι μόνο δεν θα ασκήσει αντικείμενο εμπορίας χονδρικής τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και με παρένθετα πρόσωπα με το ίδιο αντικείμενο εμπορίας με αυτό της ΑΕ, αλλά ούτε καν θα συμμετάσχει σε εταιρία με οποιαδήποτε νομική μορφή που σαν σκοπό της θα έχει την χονδρική πώληση προϊόντων ομοειδών με αυτά που εμπορεύεται η εναγομένη.

Δεν θα παρέχει τις προσωπικές του υπηρεσίες σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε κλάδο προμήθειας ομοειδών προϊόντων με αυτά της εταιρίας και ότι κατ' εξαίρεση θα μπορεί αυτός (ενάγων) να πωλεί με τιμολόγιο προϊόντα επαγγελματικού εξοπλισμού μόνο σε ταβέρνες, καφετέριες, μπαρ και ξενοδοχεία της μείζονος περιοχής του ....

Στην ίδια επιστολή ο ενάγων δηλώνει περαιτέρω ότι σε περίπτωση αθέτησης των δεσμεύσεών του υποχρεούται χωρίς να εκδοθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση να καταβάλει στην εναγομένη ΑΕ και στους μετόχους της 200.000 Ευρώ, αφού προηγουμένως του επιδοθεί έγγραφη όχληση στην οποία θα προσδιορίζεται ειδικώς η αθέτηση της προσωπικής του δέσμευσης και παρέλθει μήνας από την επίδοση της όχλησης.

Συγχρόνως με ταυτόχρονο "ιδιωτικό συμφωνητικό" παραδόθηκε από τον ενάγοντα στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας και αδελφό του Ψ (δεύτερο εναγόμενο) τραπεζική επιταγή ποσού 200.000 € χωρίς ημερομηνία έκδοσης, την οποία, όπως συμφωνήθηκε, θα συμπλήρωνε ο δεύτερος εναγόμενος σύμφωνα με τους όρους της από 19 Ιανουαρίου 2005 επιστολής.

Είναι προφανές ότι μεταξύ των διαδίκων και ενόψει της θέσης που κατείχε ο ενάγων καθόν χρόνο ήταν εκπρόσωπος της εναγομένης με αποφασιστικές και κρίσιμες για την πορεία της εταιρίας αρμοδιότητες και εξουσίες, καταρτίσθηκε κυρία σύμβαση μη ανταγωνισμού (ΑΚ 361), η εκπλήρωση της οποίας ενισχύθηκε με παρεπόμενη συμφωνία ποινικής ρήτρας ποσού 200.000 € (ΑΚ 404 επ.), για την ικανοποίηση της οποίας περαιτέρω αναλήφθηκε από τον ενάγοντα οφειλέτη νέα υποχρέωση από επιταγή εκδόσεως του ιδίου για το ποσό των 200.000 € (ΑΚ 421).

Για την απαγόρευση πράξεων ανταγωνισμού εκ μέρους του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΑΕ και του γενικού διευθυντή αυτής ενόσω διαρκεί η ως άνω ιδιότητα των προσώπων αυτών προβλέπει ρητώς το άρθρο 23 του ν. 2190/1920 (βλ. και άρθρο 17 του καταστατικού της εναγομένης εταιρίας). Ο ισχυρισμός του ενάγοντος και εκκαλούντος που αποτελεί και την ιστορική βάση της αγωγής ότι η παραπάνω συμφωνία (κύρια σύμβαση μη ανταγωνισμού που έχει ως περιεχόμενο την υποχρέωση του οφειλέτη προς παράλειψη) είναι άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (ΑΚ 178, 179), διότι η ρήτρα αυτή συνεπάγεται υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του και παρακωλύεται η προσωπική και οικονομική του αυτοτέλεια, συνιστά δε συγχρόνως και λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθώς δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, αξιολογώντας προσηκόντως τις αποδείξεις, διότι α) δεν πρόκειται για γενική και αόριστη ρήτρα μη ανταγωνισμού αλλά για συγκεκριμένο περιορισμό της επαγγελματικής δραστηριότητας του υπόχρεου, συμβατό άλλωστε και προς το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της εναγομένης εταιρίας, της οποίας ο υπόχρεος προς παράλειψη ενάγων υπήρξε επί 17 συναπτά έτη νόμιμος εκπρόσωπος με αποφασιστικές για την εκπλήρωση του σκοπού της εξουσίες, β) ο ενάγων με την συμφωνηθείσα ρήτρα δεν εκτοπίζεται επαγγελματικώς από την μείζονα περιοχή του ..., όπως τούτο σαφώς προκύπτει από την συνομολογηθείσα στη ρήτρα μη ανταγωνισμού εξαίρεση, γ) ο ενάγων μπορεί απεριορίστως να αναπτύξει την επαγγελματική του δραστηριότητα σε μη ανταγωνιστικές προς τον σκοπό της εναγομένης εταιρίες, δ) ο τεθείς με την ρήτρα χρονικός περιορισμός, ενώ δεν είναι καταδυναστευτικός για την επαγγελματική προοπτική του ενάγοντος, εξυπηρετεί παραλλήλως και το συμφέρον της εναγομένης εταιρίας για ομαλή προσαρμογή της στη νέα κατάσταση".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

Ι.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δε συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 185, 189, 192, 361 και 404 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι καταρτίσθηκαν οι κύρια περί μη ανταγωνισμού και παρεπομένη περί ποινικής ρήτρας συμβάσεις, με μόνη την πρόταση του αναιρεσείοντος, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά για την αποδοχή αυτής από την πρώτη των αναιρεσειόντων ανώνυμη εταιρεία.

Πρόκειται για ισχυρισμό, για τον οποίο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προεβλήθη με την έφεση, ούτε τούτο σε κάθε περίπτωση προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής, αντιθέτως δε ο αγωγικός αυτού ισχυρισμός και οι αντίστοιχοι λόγοι της εφέσεώς του για ακυρότητα των εν λόγω συμβάσεων λόγω αντιθέσεώς τους στα χρηστά ήθη κατά την έννοια των άρθρων 178, 179 ΑΚ προϋποθέτουν κατάρτιση αυτών.

Επομένως, οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως απαράδεκτες.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 179 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως (α) η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή (β) η δικαιοπραξία, με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να λάβει για τον εαυτό του, ή τρίτο, για κάποιο παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Εξάλλου, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι οι επίμαχες συμβάσεις ήταν παράλληλα άκυρες ως καταπλεονεκτικές, κατά την έννοια του άρθρου 179 περ.

β' ΑΚ. Πρόκειται για ιστορική βάση, η οποία δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, και επομένως, κατ' ανεπίτρεπτη μεταβολή αυτής (Κ.Πολ.Δ 224 εδ. α') προτάθηκε το πρώτον με την έφεση, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αναφερόμενος σε απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό, να ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγοι αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 32 του ν. 3604/2007, "Απαγορεύεται στους συμβούλους που συμμετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο στη διεύθυνση της εταιρείας, καθώς και στους διευθυντές αυτής, να ενεργούν, χωρίς άδεια της γενικής συνελεύσεως, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται σε κάποιον από τους σκοπούς που επιδιώκει η εταιρεία και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς".

Η διάταξη αυτή, η οποία, αφορά τους συμμετέχοντες στην διεύθυνση της ανώνυμης εταιρείας, είναι απόρροια της υποχρεώσεως πίστεως αυτών, η οποία έχει διττό περιεχόμενο. Με την θετική της όψη θεσπίζει ότι υποχρεούνται έναντι του νομικού προσώπου να πράττουν ο,τιδήποτε συντελεί στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, ενώ με την αρνητική όψη απαγορεύει να πράττουν ότι παρεμποδίζει την υλοποίησή του.

Κυριότερη περίπτωση αποτελεί η εκ του νόμου υποχρέωση παραλείψεως ανταγωνισμού. Ανταγωνιστικές πράξεις θεωρούνται εκείνες που είναι όμοιες με αυτές που εμπίπτουν στο περιεχόμενο του εταιρικού σκοπού. Έτσι στην ανταγωνιστική δραστηριότητα περιλαμβάνεται ο άμεσος ανταγωνισμός με την ίδρυση ανταγωνιστικής επιχειρήσεως, αλλά και ο έμμεσος, με τη συμμετοχή σε ανταγωνιστική επιχείρηση.

Η υποχρέωση παραλείψεως ανταγωνισμού παύει να ισχύει με την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη ή με την παύση της ιδιότητας του συμβούλου, που συμμετέχει στη διεύθυνση της ανώνυμης εταιρείας ή του διευθυντή αυτής χωρίς να αποκλείεται να επεκταθεί χρονικά και μετά την παύση της ιδιότητάς του αυτής ή την αποχώρησή του από την εταιρεία, με ρητή συμβατική υποχρέωση, η οποία είναι κατ' αρχήν έγκυρη.

Όταν, όμως, περιορίζει την μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητά του, το κύρος της ρήτρας απαγορεύσεως ανταγωνισμού εξαρτάται από την διάρκεια της ισχύος της, την έκτασή της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα που απαγορεύθηκε και την αποζημίωση που δικαιούται η εταιρεία αν παραβλέψει ο υπόχρεος τη συμβατική του υποχρέωση ανταγωνιστικής δραστηριότητας.

Με την έννοια αυτή μπορεί να συμφωνηθεί ότι απαγορεύεται η ανταγωνιστική δραστηριότητα του υποχρέου είτε με την μορφή ασκήσεως από τον ίδιο όμοιας δραστηριότητας προς την εταιρεία είτε με τη συμμετοχή του σε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία. Πάντως, η ρήτρα απαγορεύσεως ανταγωνισμού είναι έγκυρη και δεσμευτική για τον υπόχρεο, εάν και εφόσον, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης κάθε φορά περιπτώσεως, αφενός δεν καταλύει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης αναπτύξεως της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσεως του υποχρέου, (άρθρα 5 § 1, 22 § 1 του Συντάγματος), αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, με την έννοια ότι δεν περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του υποχρέου και γενικώς δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη.

Περαιτέρω, κάθε πρόσωπο που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας έχει την εξουσία, με τη μορφή της φυσικής ευχέρειας, να συνάπτει ή να μη συνάπτει τέτοιες συμβάσεις ή να αποκρούει τη σύναψη τους, Η επαγγελματική ελευθερία δεν περιλαμβάνει μόνο την ελευθερία επιλογής και έναρξης ενός επαγγέλματος, αλλά και την απόφαση για συνέχιση, παύση ή αλλαγή του επιλεγέντος επαγγέλματος.

Η εξουσία αυτή αποτελεί έκφανση του ατομικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας με ελεύθερη επαγγελματική και κοινωνική δράση, χωρίς να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι αντίκεινται στην ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 404 επ.

ΑΚ προβλέπουν το θεσμό της ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους υπόσχεται στον άλλο ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή που οφείλει σ' αυτόν από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ως ποινή ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο. Η ποινική ρήτρα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές έχει χαρακτήρα γνήσιας ποινικής ρήτρας, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία και είναι μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής.

Η ποινή καταπίπτει ακόμη και αν ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία (άρθρο 405 παρ. 2 ΑΚ). Συνιστά δηλαδή έναν τρόπο αποζημίωσης που υποχρεώνεται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος για να αποκαταστήσει έτσι τη ζημία, την οποία προξένησε στον άλλον, χωρίς ο τελευταίος να χρειάζεται να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται ιδία, (α)ότι ο αναιρεσείων υπήρξε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσης κατά το έτος 1988 πρώτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμης εταιρείας με έδρα την πόλη του ...

και σκοπό την γενική εμπορία χαρτικών, ψιλικών, νημάτων, πλαστικών ειδών, παιχνιδιών, οικιακών σκευών και συναφών με αυτά ειδών και την αντιπροσώπευση των ειδών αυτών οίκων του εσωτερικού και εξωτερικού, και έκτοτε μέτοχος και διευθύνων αυτής σύμβουλος, γνωρίζοντας με την ιδιότητά του την λειτουργία αυτής, με ενδεικτική αναφορά στους προμηθευτές και το πελατολόγιό της, (β) ότι στις 19/1/2005 γνωστοποίησε την πρόθεσή του αποχωρήσεως από την εταιρεία με την μεταβίβαση των μετοχών του, όπως και έπραξε με τη μεταβίβασή τους στην εμπορική τους αξία στους λοιπούς μετόχους, (γ) ότι παράλληλα με την από 19-1-2005 προς το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας επιστολή του ανέλαβε την δέσμευση ότι κατά τα επόμενα οκτώ (8) έτη θα παραλείψει να ασκεί αντικείμενο εμπορίας χονδρικής όμοιο με εκείνο της εταιρείας είτε ατομικώς είτε με παρένθετο πρόσωπο, με τη συμμετοχή του ή την παροχή των υπηρεσιών του σε οποιαδήποτε μορφής φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ότι κατ' εξαίρεση θα μπορεί να πωλεί με τιμολόγιο προϊόντα επαγγελματικού εξοπλισμού μόνο σε ταβέρνες καφετέριες, μπάρ και ξενοδοχεία της μείζονος περιοχής του ....

Επιπροσθέτως (γ) ότι, με την αυτή επιστολή δήλωνε περαιτέρω ότι σε περίπτωση αθετήσεως της συμβατικής αυτής δεσμεύσεώς τους υποχρεούται σε πληρωμή στην εταιρεία και τους μετόχους της του ποσού των 200.000,00 ευρώ, χάριν καταβολής του οποίου εξέδωσε και παρέδωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας και αδελφό του Ψ, δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ισόποσης χρηματικής αξίας τραπεζική επιταγή, χωρίς ημερομηνία εκδόσεως, την οποία κατά τούτο θα συμπλήρωνε ο τελευταίος σε περίπτωση παραβιάσεως της συμβατικής υποχρεώσεώς του παραλείψεως ανταγωνισμού την οποία ανέλαβε με την από 19-1-2005 επιστολή του, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, με καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα ότι πρόκειται για ρήτρα συγκεκριμένου περιορισμού της επαγγελματικής δραστηριότητας του υποχρέου στην μείζονα περιοχή της πόλεως του ..., συμβατό με το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της ανώνυμης, εταιρείας, της οποίας ο υπόχρεος προς παράλειψη αναιρεσείων υπήρξε επί (17) έτη νόμιμος εκπρόσωπος με αποφασιστικές για την εκπλήρωση του σκοπού της εξουσίες και αποδοχή από τους λοιπούς μετόχους της μεταβιβάσεως προς εκείνους των μετοχών του στην εμπορική τους αξία.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178, 179, 201, 404 επ. ΑΚ, 5 § 1, και 22 § 1, του Συντάγματος αξιολόγηση ως εγκύρων της κύριας περί μη ανταγωνισμού και της παρεπόμενης (γνήσιας) περί ποινικής ρήτρας συμβάσεων, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (2ος και 3ος λόγος) και 19 (2ος λόγος) Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 207/14-12-2008 αίτηση για αναίρεση της 757/18-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ