Legislator Case Law & Legislation
797/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against dismissal of public entity's claim for invalid fixed-term employment contracts.

Case Number 797/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that fixed-term employment contracts were invalid. The plaintiffs argued that successive fixed-term contracts for IT staff performing permanent duties violated constitutional and labor laws. The court held that the lower court correctly found the contracts invalid due to the lack of legal basis for such arrangements in private law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 649 of the Civil Code; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920: Successive fixed-term employment contracts are invalid if their duration is not justified by the nature of the work or the purpose of the contract, as they effectively create indefinite-term employment relationships prohibited by law.

Keywords

AI generated
invalid fixed-term contracts successive employment agreements private law employment constitutional prohibition labor law validity public entity liability indeterminate duration

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
Article 103, paragraph 2b of the Constitution
Article 3 of Presidential Decree 539/1945
Article 3, paragraph 16 of Law 4504/1966
Article 1, paragraph 1 of Law 1082/1980
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 797 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.

Αριθμός 797/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: αναφέρονται 48 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1016/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/5/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 26/9/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και το βάσιμο του λόγου αυτής προσκομίζεται υπό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου η 877/2004 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του αυτού νόμου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1,3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.

Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.

Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω συμβάσεως εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως η ορισμένη διάρκεια της συμβάσεως να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 19/2007, Ολ. ΑΠ 18/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα για τον καθένα εξ αυτών, που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια το ένα έτος, με συμβάσεις, που χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μισθώσεως έργου και αντικείμενο την εκτέλεση του έργου της εισαγωγής στοιχείων από μηχανογραφικά παραστατικά, που προετοιμάζονται από την Διεύθυνση Εισαγωγής και Ελέγχου Στοιχείων Η/Υ του Κέντρου Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ), σε μηχανογραφικά μέσα, καθώς και της επαλήθευσης των στοιχείων αυτών για την δημιουργία των στοιχείων διαχείρισης μητρώου, ΦΠΑ, ΚΒΣ, εσόδων λογιστικής, εξόδων λογιστικής, δικαστικού και ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου.

Η εργασία τους συνίστατο ειδικότερα στον έλεγχο και την καταχώρηση φορολογικών δηλώσεων και στοιχείων των φορολογουμένων, στην πληκτρολόγηση, διάτρηση, δακτυλογράφηση κειμένων, στον χειρισμό Η/Υ, στην εισαγωγή δεδομένων κλπ και ήταν η εργασία αυτή ίδια με εκείνη που εκτελούσε το τακτικό προσωπικό. Την εν λόγω εργασία εκτελούσαν οι ενάγοντες στα γραφεία της οικείας υπηρεσίας σε κανονικό ωράριο, υπογράφοντας σε ειδικό βιβλίο και αμείβονταν "ανά δακτυλισμό" με βάση μισθολογικές καταστάσεις της διεύθυνσης του εναγομένου, χωρίς να εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

Οι ανάγκες, που κάλυπταν αυτοί, ήταν πάγιες και διαρκείς και γι' αυτό οι συμβάσεις τους, που αρχικά ήταν διάρκειας ενός έτους, ανανεώθηκαν διαδοχικά μετά τη λήξη τους για το χρονικό διάστημα από 14.5.1999 έως 13.5.2000 και εκ νέου από 23.6.2000 έως 22.6.2001. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, τελούσαν υπό τις εντολές, τον ιεραρχικό έλεγχο και την εποπτεία των Προϊσταμένων κάθε Τμήματος, λαμβάνοντας οδηγίες και εντολές για το είδος, τη φύση και τον τρόπο εκτελέσεως της ανατεθειμένης σ' αυτούς εργασίας.

Ακολούθως, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι συμβάσεων έργου. Οι συμβάσεις αυτές, ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είναι άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται.

Επίσης δεν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αφού δεν υπάρχει νόμος, που να επιτρέπει την κατάρτισή τους, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2β του Συντάγματος. ΈΤσι, οι ενάγοντες, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούνται τα επιδόματα των εορτών του Πάσχα 1999, των Χριστουγέννων 1998 και 1999 και τις αποδοχές άδειας 1999, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980 και την ΥΑ 19041/1981.

Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 1016/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ