Supreme Court allows appeal against lower court's reliance on implied admission despite specific denial of inheritance share. Appeal successful due to procedural error in evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a succession dispute regarding property distribution. The appellants argued that the lower court erred by accepting an implied admission of their lack of inheritance share despite their specific denial of this fact. The court ruled that the lower court improperly treated the specific denial as a general admission, violating procedural rules on evidence evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure; The court must verify specific denial of factual claims before inferring admission, and failure to do so constitutes a procedural error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 797 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 797/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθού η κλήση:1)Π. Χ. του Α., ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Α. Π. Χ., κατοίκου…, 2)Ι. Σ. του Σ., για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης Μ. συζύγου Σ. Σ., …Θεσσαλονίκης και 3)Π. Σ. του Σ. για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου της άνω αποβιωσάσης μητέρας της Μ. συζύγου Σ. Σ., …Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιος ΑΝΔΡΕΟΥ.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων:1)Β. χήρας Ε. Α., το γένος Ι. Τ., 2)Θ. Ε. Α., Σ. Τ., κατοίκων…, ως μόνων κληρονόμων του αποβιώσαντος Ε. Α. και συνεχιζουσών δι' αυτόν τη δίκη, 3)Γ. Α. Α., κατοίκου ...,4)Ε. χήρας Γ. Α., το γένος Ν. Κ., κατοίκου …,5)Ν. Α. του Γ., κατοίκου…, 6)Ε. Γ. Α., κατοίκου…, ως μόνων κληρονόμων του αποβιώσαντος μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Γ. Α. του Ν., ο οποίος είχε μετάσχει στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, δι'αυτόν ατομικώς και ως κληρονόμος της αποβιωσάσης μητρός του Μ. χήρας Ν. Α. και συνεχίζων δι'αυτήν την δίκην και συνεχιζόντων δι'αυτόν την δίκην, 7)Δ. Ν. Α., κατοίκου…, δι εαυτόν ατομικώς και ως κληρονόμου της ως άνω αποβιωσάσης μητρός του Μ. χήρας Ν. Α., για την οποία συνεχίζει και αυτός τη δίκη, 8)Ζ. συζύγου Δ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ...,9)Α. συζύγου Γ. Π., το γένος Γ. Α., κατοίκου ..., 10)Φ. Ε. Κ., κατοίκου ..., δι' εαυτόν και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Ε. Κ. και 11)Ζ. συζύγου Ι. Γ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου…, δι' εαυτήν ατομικώς και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Ε. Κ. για τον οποίο συνεχίζει τη δίκη. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1982 αγωγή των αρχικώς εναγόντων Ε. Α. και Γ. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 627/1982 του ίδιου Δικαστηρίου και 142/1985 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1523/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1998/2002 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 212/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10-5-2005 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 25-11-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κατά την οποία κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του, εφόσον δε η αλήθεια κάποιου ισχυρισμού δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, στο δικαστή απόκειται να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναχθεί από το δικαστήριο της ουσίας, από τη γενική άρνηση του διαδίκου της ιστορικής βάσης της κατ' αυτού αγωγής ή της ένστασης και του συνόλου των ισχυρισμών των διαδίκων, ομολογία αυτού περί πραγματικού ισχυρισμού που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού, η οποία και αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της παραπάνω διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας.
Η ύπαρξη της ειδικής αυτής αμφισβήτησης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ελέγχει αν υπήρξε ή όχι άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού που αποτελεί πράγμα. Το ζήτημα όμως αν από τη μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού συνάγεται σιωπηρή ομολογία ή άρνηση του διαδίκου διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο γιατί αφορά την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία παρά την ειδική αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού από το διάδικο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αφού παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο (ομολογία) μη υφιστάμενο και, άρα, κατά νόμο (πρβλ. άρθρ. 339 ΚΠολΔ) ανεπίτρεπτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα της δίκης, προς απόκρουση της ένδικης περί διανομής ακινήτου αγωγής των εναγόντων, οι τρεις τελευταίοι εναγόμενοι, δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων, με τις από 10-11-1982 προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό, με το δικόγραφο της από 15-3-1983 έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης αλλά και με τις από 27-3-2002 προτάσεις τους στο Εφετείο, που υπέβαλαν κατά την εκδίκαση της έφεσης, αμφισβήτησαν ειδικά τη συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο και μάλιστα υποστήριξαν αποκλειστική δική τους συγκυριότητα επ' αυτού.
Παρόλα αυτά το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες συνομολόγησαν τη συγκυριότητα των ιδίων και των εναγόντων στο επίδικο κατά τα ποσοστά της αγωγής και στην συνέχεια απέρριψε την έφεσή τους. Ετσι όμως το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο ανύπαρκτο (ομολογία των εναγομένων ω ςπρος τη συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο) και άρα κατά νομό ανεπίτρεπτο, ώστε ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
α' ΚΠολΔ, που περιέχει τη σχετική αιτίαση, είναι όχι μόνο παραδεκτός αλλά και βάσιμος, ώστε πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 1998/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ