Legislator Case Law & Legislation
796/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding real servitude rights over horizontal ownership of a building in Greece.

Case Number 796/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding real servitude rights. The appellant argued that the lower court failed to declare the property agreement void due to violations of the General Organic Code, while the respondents contended the servitude was valid. The court rejected this argument because the claimed servitude was based on a separate emergency usage right, not the disputed agreement, and clarified that the applicable servitude concerns entry and stairs rather than passage. Consequently, the court annulled the appellate decision only regarding the first appellant, recognizing his right to real servitude over the horizontal ownership, while dismissing the appeal in part and ordering the respondents to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a decision annulling a property agreement is admissible only if the lower court failed to declare the agreement void due to statutory violations, and that real servitudes in this context concern entry and stairs, not passage.

Keywords

AI generated
real servitude rights horizontal ownership property agreement annulment General Organic Code emergency usage right appeal partial annulment legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 74 paragraph 2 of Law 4690/2020
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 796 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 796/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Τ. του Α. και της Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Γ. και Μ., κατοίκου …, οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Μ. του Γ. και Μ., κατοίκου …, οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Αργυρό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις, 3) Α. χήρας Π. Τ., το γένος Γ. Α. και Ι., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Η. Κ. του Δ. και Χ.-Ι., κατοίκου … και αυτής ανηλίκου, νομίμως εκπροσωπουμένης από τους ασκούντες επ' αυτής την γονική μέριμνα και επιμέλεια γονείς της: α) Δ. Κ. του Α. και Ξ. και β) Χ.-Ι. Τ. του Π. και Α., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 5) Χ.-Ι. Τ. του Π. και Α., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων πρώτου και δεύτερου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν. 4690/30-05-2020( ΦΕΚ Α'104) <<Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης>>.Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 3170Δ'/ 07-11-2019, 3171Δ'/07-11-2019, 3172Δ'/07-11-2019 ΚΑΙ 3173/07-11-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου της Προεδρεύουσας του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου, και κλήση προς συζήτηση,για την αρχική δικάσιμο της 18ης Μαρτίου 2020, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση, στους Α.

Τ., Η. Κ., νόμιμα εκπροσωπουμένη από τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς της και Χ. - Ι. Τ., αναγκαίους ομοδίκους της ήδη αναιρεσείουσας Χ. Τ., οι οποίοι, παρότι, δεν άσκησαν (δική τους) αναίρεση, θεωρείται, εκ του νόμου, ότι την άσκησαν και αυτοί, αφού συνδέονται με την ήδη αναιρεσείουσα, συνεναγομένη τους στην ένδικη αγωγή,αναγνωρίσεως πραγματικής δουλείας, με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1382/2014, ΑΠ1353/2014), και, ως εκ τούτου, αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 76 παρ.4 ΚΠολΚΔ, ΑΠ679/2020, ΑΠ1092/2019).

Κατά την άνω αρχική δικάσιμο η υπόθεση ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας εξαιτίας της πανδημίας COVID19, για το χρονικό διάστημα από 16/03/2020 έως και 27/03/2020, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) Αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.18176/15/03/2020 (ΦΕΚτ.Β'864/Β/15-03-2020).

Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/30-05-2020 όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, αυτή δε, ημερομηνία της νέας δικασίμου, γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Επομένως, αφού,κατά τη δικάσιμο αυτή, οι ανωτέρω αναγκαίοι ομόδικοι της ήδη αναιρεσείουσας, που δεν άσκησαν (δική τους) αναίρεση δεν παραστάθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους.

Με την κρινόμενη από 24/07/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 70/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου Σ. Μ. κατά της αριθμ.12/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, αφού, δε, εξαφάνισε την άνω απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχτηκε κατ'ουσία την ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αναγνωριστική του δικαιώματος πραγματικής δουλείας αγωγή και διόρθωσης της αρχικής εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α.1.Κατά το άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, αναγκαστική ομοδικία υπάρχει, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων, ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρξουν αντίθετοι αποφάσεις έναντι αυτών, οι πράξεις εκάστου εξ αυτών ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, οι δε νομίμως μετέχοντες της δίκης ή προσεπικληθέντες ομόδικοι, απολειπόμενοι, θεωρούνται αντιπροσωπευόμενοι υπό των παρισταμένων.

Περίπτωση δε αναγκαστικής ομοδικίας συντρέχει, κατ' άρθρο 76 παρ.1 του ΚΠολΔ και επί δίκης περί υπάρξεως ή μη (ομολόγηση) πραγματικής δουλείας επί ακινήτου ανήκοντος εις πλείονας και από κοινού ενάγοντες ή εναγομένους, διότι το αντικείμενο της κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1118, 1120, 1122, 1130, 1131, 1132 και 1138 ΑΚ επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ως προς πάντες τους συνιδιοκτήτες του δουλεύοντος ή του δεσπόζοντος ακινήτου (ΑΠ1353/2014, ΑΠ1382/2014).

Περαιτέρω, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου κατά τη διάρκεια της δίκης, αυτή διακόπτεται (αρ. 286 περ. α' ΚΠολΔ) και συνεχίζεται με τα πρόσωπα υπέρ των οποίων επήλθε η διακοπή (άρθρο. 290 ΚΠολΔ), δηλαδή με τους κληρονόμους του θανόντος διαδίκου. Εξάλλου η δομή της πολιτικής δίκης στηρίζεται στην αρχή της συμμετοχής δύο διαδίκων, του ενάγοντος και του εναγομένου, που βρίσκονται σε θέση αντιδικίας.

Δεν νοείται διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης του ενάγοντος εναντίον του εαυτού του, η οποία θα κατέληγε σε δίκη που δεν θα ήταν πραγματική. Έτσι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, ο οποίος κληρονομήθηκε αποκλειστικά από τον αντίδικό του, οπότε επέρχεται σύγχυση των ιδιοτήτων του ενάγοντος και του εναγομένου στο ίδιο πρόσωπο, η δίκη δεν διακόπτεται αλλά καταργείται και μάλιστα αυτοδικαίως, δηλαδή χωρίς την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως, η οποία, αν εκδοθεί, έχει απλώς χαρακτήρα αναγνωριστικό της επελθούσης καταργήσεως της δίκης (ΟλΑΠ 297/1972).

Eπίσης, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 ΚΠολΔ που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους, κατά δε το άρθρο 289 ΚΠολΔ, κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την έκδοση της απόφασης, αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, είναι άκυρη.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 περ.

β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όπως και οι λόγοι εφέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη τις, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8β' ΚΠολΔ, πλημμέλειες, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο, αφενός δεν κήρυξε άκυρες, άλλως απαράδεκτες, τις διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν μετά την επελθούσα, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω της γνωστοποίησης από τους εναγομένους του θανάτου της αναγκαίας ομοδίκου τους, 1ης εναγομένης, Μ.

Μ., μητέρας των εναγόντων (αριθμ. 14), και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη το σχετικό, περί διακοπής της δίκης και ακυρότητας των επακολουθησών της διακοπής διαδικαστικών πράξεων, αίτημα, που πρόβαλε με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (αριθμ. 8β'). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι με το θάνατο της 1ης εναγομένης, η οποία αποκλειστικά κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δεν τίθεται ζήτημα διακοπής της δίκης και ακυρότητας των διαδικαστικών πράξεων, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται, αλλά με τη σύγχυση των ιδιοτήτων εναγόντων και 1ης εναγομένης στο πρόσωπο των εναγόντων, επήλθε η αυτοδίκαιη, ως προς αυτήν, κατάργηση της δίκης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ως προς την δεύτερη αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι το αίτημα περί διακοπής της δίκης, δεν αποτελεί πράγμα, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, επομένως, η μη λήψη αυτού υπόψη από το Δικαστήριο δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως. 2 . Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια (ΑΠ344/ 2020).

Κατά δε το άρθρο 537 ΚΠολΔ, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση, εφόσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση. Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης απαιτείται να υπάρχει, μεταξύ άλλων, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεσμός απλής ομοδικίας, μεταξύ περισσοτέρων διαδίκων, με την ιδιότητά τους ως ενάγοντες ή εναγόμενοι .

Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους ωφελούμενους μη εκκαλέσαντες διαδίκους (ΑΠ 187/2007). Το εφετείο, όμως, που δικάζει την έφεση του ομοδίκου και τη δέχεται, μπορεί να συμπεριλάβει διάταξη που επεκτείνει την ισχύ της απόφασης και υπέρ του ομοδίκου, ο οποίος δεν άσκησε έφεση, αν ο τελευταίος μετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στην εφετειακή δίκη και ζητήσει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 ΚΠολΔ (ΑΠ 1841/2008, ΑΠ1274/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που, παραδεκτά, κατ'άρθρο 561παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούνται, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας δίκασε την από 19/03/2018 έφεση του δεύτερου ενάγοντος Σ.

Μ. κατά της οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, το οποίο είχε δικάσει, κατά την τακτική διαδικασία, και είχε απορρίψει την από 21/05/2015 αγωγή του εκκαλούντος Σ. Μ. και του Ν. Μ., για την αναγνώριση,με έκτακτη χρησικτησία, του δικαιώματος πραγματικής δουλείας, υπέρ του ανήκοντος στην αποκλειστική κυριότητα του πρώτου ενάγοντος Ν.

Μ. πρώτου ορόφου τριώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην πόλη της … και υπέρ των ανηκόντων στην αποκλειστική κυριότητα του δεύτερου ενάγοντος - εκκαλούντος Σ. Μ. δεύτερου και τρίτου ορόφου της ίδιας οικοδομής εναντίον των εναγομένων, ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών της όμορης δουλεύουσας τριώροφης οικοδομής και συνιδιοκτητών των κοινόκτητων μερών αυτής.

Το Εφετείο, όμως,στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, αν και ο ηττηθείς πρώτος ενάγων στην αγωγή αυτή Ν. Μ., δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατ'ουσία την έφεση του δεύτερου ενάγοντος Σ. Μ., ο οποίος ήταν απλός και όχι αναγκαίος ομόδικος του πρώτου ενάγοντος (κύριοι διαφορετικών δεσπόζοντων ακινήτων) και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς αμφοτέρους τους ενάγοντες, αναγνώρισε ,δε,υπέρ καθεμίας από τις ανήκουσες στους ενάγοντες, απλούς ομοδίκους, οριζόντιες ιδιοκτησίες τις αναφερόμενες στο διατακτικό της πραγματικές δουλείες, και διέταξε τη διόρθωση της εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής.

Έτσι, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.α' ΚΠολΔ, του ερευνώμενου πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος, διότι επιδίκασε μη αιτηθέν, με το να δεχθεί, και για τον μη ασκήσαντα έφεση πρώτο ενάγοντα,το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης που άσκησε ο δεύτερος ενάγων, αναγνωρίζοντας υπέρ του ακινήτου του, ήτοι της οριζόντιας ιδιοκτησίας του 1ου ορόφου της άνω τριώροφης οικοδομής (δεσπόζουσας) την αιτούμενη πραγματική δουλεία, με την επισήμανση ότι δεν συνέτρεχαν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 537 ΚΠολΔ, προκειμένου το Εφετείο να κάνει μνεία για επέκταση της ισχύος της απόφασής του και υπέρ του πρώτου ενάγοντος, καθόσον ο τελευταίος δεν άσκησε ιδία έφεση, ούτε μετείχε στη δίκη εκείνη με οποιοδήποτε τρόπο, ώστε να υποβάλει αίτηση περί επεκτάσεως της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης και υπέρ αυτού.

Επομένως, το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το άνω δεύτερο σκέλος είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα της διαλαμβανομένης στο ίδιο πιο πάνω δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεως ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, ανακάλεσε την οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τον μη ασκήσαντα έφεση, πρώτο ενάγοντα,κατόπιν παραδοχής της εφέσεως του δεύτερου ενάγοντος, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ίδιου λόγου, που γίνεται δεκτός, κατά το πιο πάνω δεύτερο σκέλος, αιτίαση, άλλωστε,η οποία, σε καθε περίπτωση, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν ανακάλεσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τον 1ο ενάγοντα, αλλά την εξαφάνισε στο σύνολό της , κατά παραδοχή της εφέσεως του 2ου ενάγοντα Ν.

Μ.. Επίσης, παρέλκει η έρευνα του ανωτέρω πρώτου αναιρετικού λόγου, ως προς το τρίτο σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβίασε το δεδικασμένο, που προέκυψε από την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τον 1ο ενάγοντα, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ίδιου λόγου, που γίνεται δεκτός, κατά το πιο πάνω δεύτερο σκέλος .Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ανωτέρω 1ος αναιρετικός λόγος ως προς την αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτος, και, τούτο,διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 4/ 2007). 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 78 ΚΠολΔ, αν λείπουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας το δικαστήριο διατάζει το χωρισμό. Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας, η μόνη συνέπεια η οποία επέρχεται είναι χωρισμός των σωρευόμενων αγωγών, τον οποίο διατάσσει το Δικαστήριο και όχι η ακυρότητα του δικογράφου ή το δικονομικό απαράδεκτο.

Συνεπώς, αν λείπουν οι εν λόγω προϋποθέσεις της ομοδικίας δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, στις οποίες περιπτώσεις δεν περιλαμβάνεται η έλλειψη των προϋποθέσεων της ομοδικίας, η οποία συνεπάγεται το άνω αποτέλεσμα, δηλαδή, το χωρισμό των σωρευόμενων αγωγών(ΑΠ 50/1994).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, τέταρτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλεια, περί απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου, εξαιτίας του ότι οι (συν)ενάγοντες, καθένας από τους οποίους είναι αποκλειστικός κύριος οριζόντιας ιδιοκτησίας στο δεσπόζον ακίνητο, είναι ταυτόχρονα και (συγ)κύριοι οριζόντιων ιδιοκτησιών στο δουλεύον ακίνητο.

Ο λόγος αυτός ως προς την άνω αιτίαση είναι απαράδεκτος,προεχόντως, εξαιτίας της αοριστίας του και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το επικαλούμενο πιο πάνω απαράδεκτο είχε νομίμως προταθεί στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφερθεί στο Εφετείο(ΑΠ 1705/2008), ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ231/2020).

Σε κάθε, όμως, περίπτωση είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι, η έλλειψη των προϋποθέσεων της ομοδικίας ή η παράλειψη χωρισμού της δίκης, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη,δεν επάγει την ακυρότητα ή το απαράδεκτο του δικογράφου,αλλά το χωρισμό, κατ'άρθρο 78 ΚΠολΔ, των σωρευόμενων αγωγών, που διατάσσεται από το Δικαστήριο, και δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ενώ,εξάλλου,ο κύριος του δεσπόζοντος ασκεί την αγωγή αναγνωρίσεως πραγματικής δουλείας, έστω και αν είναι (συγ)κύριος στο δουλεύον ακίνητο (ΑΠ1444/1999).

Β1. Στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος δικό του δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του νόμου 2664/1998, όπως ισχύει, πρέπει, την αγωγή που ασκεί κατά το άρθρο αυτό, για την αναγνώριση του θιγομένου δικαιώματός του και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, να απευθύνει εναντίον όλων όσων αναγράφονται ως δικαιούχοι στα κτηματολογικά φύλλα και, σε περίπτωση θανάτου τους, κατά των καθολικών διαδόχων τους.

Δικαιούχοι νοούνται οι φέροντες εμπράγματα δικαίωματα, όχι , όμως, και οι έχοντες περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα, δουλείας, ενεχύρου, υποθήκης ή επικαρπίας, δικαιώματα τα οποία παρακολουθούν το βεβαρημένο δικαίωμα( κυριότητα), σε οποινδήποτε και αν περιέλθει, μεταγενέστερα, το επίδικο ακίνητο, με κληρονομική ή ειδική διαδοχή, η συμμετοχή των οποίων στη δίκη μπορεί να προκληθεί και με την προσεπίκλησή τους από το διάδικο(άρθρο 86 ΚΠολΔ. ) ή το Δικαστήριο (άρθρο 90 ΚΠολΔ) ή να γίνει εκούσια παρέμβασή τους.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι μεταξύ των κατά τα ανωτέρω νομιμοποιουμένων, ως εναγομένων, υφίσταται από το νόμο σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για να αποφευχθούν η διάσπαση της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα, στο οποίο έχουν καταχωρηθεί οι ανωτέρω (ΑΠ 239/2020,ΑΠ 1152/2018 774/2016). 2.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 673/2013).

Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρωτίστως, η διαδικαστική πράξη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παραβαίνοντας την οικεία δικονομική διάταξη, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλεια, περί απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου, εξαιτίας του ότι οι ενάγοντες δεν έστρεψαν την αγωγή τους εναντίον όλων όσων αναγράφονταν ως δικαιούχοι στο δουλεύον ακίνητο και, ειδικότερα, εναντίον της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ως ενυπόθηκης δανείστριας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του,και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το επικαλούμενο πιο πάνω απαράδεκτο είχε νομίμως προταθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι τον ισχυρισμό αυτό τον είχε επαναφέρει, ως εφεσίβλητη, στο Εφετείο με τις προτάσεις της, είτε ότι, για πρώτη φορά, είχε προτείνει τον ίδιο ισχυρισμό στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την επίκληση ότι συντρέχει, κατ'άρθρο 527 ΚΠολΔ,περίπτωση βραδείας προβολής του (ΑΠ911/2019,ΑΠ386/2017), ούτε αυτή επικαλείται ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ231/2020).

Γ1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 αρ.1 και 1047 ΑΚ, προκύπτει ότι η χρησικτησία δεν αρχίζει και αν έχει αρχίσει δεν συνεχίζεται, εφόσον πρόκειται με τη χρησικτησία του ενός συζύγου να απολέσει το πράγμα ο άλλος σύζυγος, η δε αναστολή διαρκεί όσο και ο γάμος, έστω και αν αυτός ύστερα ακυρωθεί, ο δε σχετικός περί αναστολής της χρησικτησίας ισχυρισμός δεν αποτελεί στοιχείο αναγκαίο για την νομική θεμελίωση της αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, αλλά ένσταση που πρέπει να προταθεί από τον εναγόμενο (ΑΠ898/2015, ΑΠ143/2013) .

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1121, 1047,256 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε ότι διαρκούντος του γάμου του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Γ.

Μ. με την 1η εναγομένη χωρεί, με χρησικτησία, απόκτηση της ένδικης δουλείας, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως νομικά αβάσιμη, εξαιτίας της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας κατά τη διάρκεια του γάμου των πιο πάνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων. Ο λόγος αυτός ως προς την άνω αιτίαση είναι αόριστος και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ποιες οι πλήρεις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ1431/2005).

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος: 1) ως προς το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την ίδια ως άνω από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1121, 1045ΑΚ,τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, και,ειδικότερα, ο χρόνος (20ετία) για την απόκτηση της επίμαχης πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία 2) ως προς το τέταρτο σκέλος, με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη αναγνώρισε την απόκτηση δουλείας υπέρ ανυπάρκτου δεσπόζοντος ακινήτου 3), κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του τρίτου σκέλους, με τα οποία αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι,από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες ότι παραβίασε τις διατάξεις του ΓΟΚ των ετών 1955, 1973, 1985, 2012,που απαγορεύουν τη σύσταση δουλείας επί ακινήτων που βρίσκονται εντός οικισμού ( πρώτο μέρος) και ότι διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αλλιώς αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δεν ερεύνησε το ουσιώδες ζήτημα, αν η επίμαχη δουλεία αποτελούσε τη μοναδική δυνατότητα επικοινωνίας του δεσπόζοντος με δημόσια οδό (τρίτο μέρος) είναι απαράδεκτος,εξαιτίας της αοριστίας του .

Και, τούτο, διότι δεν διαλαμβάνοντα στο αναιρετήριο , με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των επικαλούμενων ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της επίμαχης πραγματικής δουλείας στο δουλεύον ακίνητο και, επιπλέον, στο τέταρτο σκέλος δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και,μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ενώ σε κάθε περίπτωση με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται, απαραδέκτως, η, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας .2.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 75παρ.1 του ΓΟΚ /1955, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 100 του ΓΟΚ/1973, 25 του ΓΟΚ /1985 (Ν.1577/1985) και 9 του ΓΟΚ /2012( Ν.4067/2012), <<Aπαγορεύεται η καθ'οιονδήποτε τρόπον σύστασις οιασδήποτε ιδιωτικής δουλείας επί των ακινήτων, μη ρητώς προβλεπομένης υπό του παρόντος, εφ'όσον αύτη επάγεται περιορισμόν της ανεγέρσεως ή της επεκτάσεως των οικοδομών ή εγκαταστάσεων αυτών μέχρι των μεγίστων ορίων των επιτρεπομένων εκάστοτε υπό των πολεοδομικών και οικοδομικών διατάξεων.

Συμφωνίαι περί συστάσεως τοιούτων απηγορευμένων δουλειών, συναπτόμεναι μετά την ισχύ του παρόντος, είναι εξ υπαρχής άκυροι.>> Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απαγορεύεται - και μάλιστα επί ποινή απόλυτης ακυρότητας των σχετικών δικαιοπραξιών- η σύσταση πραγματικών δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες, που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2001).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ455/2020). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του τρίτου σκέλους , αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η,από τον αριθμό1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, κατ'εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του και όχι η πλημμέλεια του αριθμού 14 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την ακυρότητα της συμφωνίας των ιδιοκτητών των ακινήτων, (δεσπόζοντος και δουλεύοντος), εξαιτίας της παραβίασης των άνω διατάξεων του ΓΟΚ.

Ο λόγος αυτός ως προς την άνω αιτίαση είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η σύσταση των επικαλούμενων δουλειών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δεν βασίζεται στην πιο πάνω δικαιοπραξία, αλλά στην έκτακτη χρησικτησία.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση η ένδικη πραγματική δουλεία είναι δουλεία εισόδου και κλιμάκων και όχι δουλεία διόδου, στην οποία αναφέρονται οι διατάξεις του ΓΟΚ. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας και, συγκεκριμένα, καθ'ο μέρος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τον πρώτο ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο Ν.

Μ. και αναγνώρισε στο σκεπτικό και διατακτικό της ότι αυτός ως αποκλειστικός κύριος της αναφερόμενης σ'αυτήν οριζόντιας ιδιοκτησίας( διαμερίσματος) του πρώτου ορόφου τριώροφης οικοδομής έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας (εισόδου-εξόδου και κλιμάκων) σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου των εναγομένων.

Μετά, όμως, την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το πιο πάνω μέρος της, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης από το Εφετείο ως προς τον ανωτέρω ενάγοντα, αφού, όπως έχει αναφερθεί, η ένδικη αγωγή έχει απορριφθεί ως προς αυτόν, με την εκκαλούμενη 12/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, χωρίς ο ίδιος να έχει ασκήσει έφεση και συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης προς νέα συζήτηση στο Εφετείο, καθόσον δεν υπάρχει αντικείμενο προς έρευνα σε σχέση με τον ενάγοντα Ν.

Μ., ως προς τον οποίο εξακολουθεί να ισχύει η αμετάκλητη πλέον απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ. Δ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι Σ. Μ. και Ν. Μ., λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις,κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.70/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ