Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment due to procedural error and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Piraeus Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider her claims regarding unpaid teaching fees and wrongful dismissal, which allegedly damaged her professional reputation. The court rejected these arguments, noting that the lower court properly examined the evidence and found no basis for the appellant's claims of malice or lack of proof.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) C.Pol.D.; Art. 559(10) C.Pol.D.: In appeals against final judgments, only the substantive decision of the second instance is reviewable; appeals against first-instance decisions are inadmissible, and claims requiring proof must be supported by sufficient evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 796 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 796/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Ζερβομπεάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (ΠΑ.ΠΕΙ.) που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστογεώργη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1816/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/10/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 8/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 1816/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αυτής, κατά το μέρος της που στρέφεται και κατά της άνω απόφασης και κατά της 755/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (ΟλΑΠ 16/90). Επομένως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται και κατά της υπ' αριθ. 1816/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της κατ' αυτής εφέσεως, μετ' εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 755/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επειδή, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στη συμπροσβαλλομένη με την υπ' αριθμ. 755/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, υπ' αριθμ. 1816/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την αιτίαση ότι απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως προς το κεφάλαιό της, που αφορούσε τις απαιτήσεις της από τη παροχή υπηρεσιών (διδασκαλία στους φοιτητές του 4ου εξαμήνου του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του αναιρεσιβλήτου στα εαρινά εξάμηνα των ακαδημαϊκών ετών 2001-2002 και 2002-2003), ιδίως ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όχι για λόγους τυπικούς, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δήθεν η αμοιβή της για την διδασκαλία στα ανωτέρω εξάμηνα των εκτεθέντων ετών συμπεριλαμβανόταν στην αμοιβή που έλαβε για τη διδασκαλία της στα ίδια εξάμηνα δυνάμει άλλων εγγράφων συμβάσεων στους φοιτητές του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με αντιφατική αιτιολογία, στερώντας έτσι την ανωτέρω απόφαση από νόμιμη βάση.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, εφόσον με αυτόν πλήττεται η προεκτεθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε από την προδιαληφθείσα συμπροσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος για τον ίδιο λόγο που προεκτέθηκε στην αμέσως ως άνω σκέψη.
Επειδή, με δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την ανωτέρω συμπροσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, για το ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι η αμοιβή για τη διδασκαλία στους φοιτητές του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του αναιρεσιβλήτου στα εαρινά εξάμηνα των ακαδημαϊκών ετών 2001-2002 και 2002-2003, δήθεν συμπεριλαμβάνονταν στην αμοιβή της για τη διδασκαλία κατά τα ίδια εξάμηνα στους φοιτητές του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών αυτού άλλων μαθημάτων και γι' αυτό απέρριψε τη κύρια βάση της αγωγής της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης κατά το μέρος του που στρέφεται κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν υπάγεται σε κάποιον από αυτούς (λόγους αναίρεσης), που περιλαμβάνονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αλλά και με την εκδοχή ότι υπάγονταν σε κάποιο λόγο αναίρεσης, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει ευθέως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος.
Μεταξύ άλλων ως πράγματα νοούνται η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων περιστατικά. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις.
Στη προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος του από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στη ανωτέρω προσβαλλομένη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς η πλημμέλεια του ότι το ως άνω δικαστήριο (Εφετείο) παρά τις προσκομισθείσες, ύστερα από επίκληση, αποδείξεις δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που περιείχοντο στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσα, οι οποίοι ασκού σαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι από την συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων του αναιρεσιβλήτου, που συνίστατο στη προσβολή της επαγγελματικής τιμής και υπόληψής της με το να μη κατάβάλουν σ' αυτή τη προσήκουσα νόμιμη αμοιβή της για τις ανελλιπώς παρεχόμενες από εκείνη διδακτικές υπηρεσίες κατά τα εαρινά εξάμηνα 2001-2002 και 2002-2003,οπότε και δίδαξε στους φοιτητές του 4ου εξαμήνου του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων το μάθημα "Επιχειρησιακή Έρευνα", το οποίο τα όργανα αυτού (αναιρεσιβλήτου) θεώρησαν ότι το δίδαξε η αναιρεσείουσα, αμισθί, χωρίς όμως να της το γνωστοποιήσουν, και ότι η συμπεριφορά αυτή κορυφώθηκε με την παράνομη, υπαίτια και εκδικητική εκδίωξή της από το διδακτικό προσωπικό μετά από 5 1/2 συνεχή έτη επιμελούς και συστηματικής διδασκαλίας, με αποτέλεσμα να προσβληθεί η επαγγελματική τιμή και υπόληψή της, και να υποστεί εκείνη επαγγελματικό διασυρμό, ταπείνωση και ανεπανόρθωτη προσβολή της επαγγελματικής της αξιοπρέπειας, και κατά το μέρος του από τον αριθμό 10 του ίδιου ως άνω άρθρου, ότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, και ως προς τα δύο μέρη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και ως προς μεν το πρώτο μέρος, ενόψει του ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που συγκροτούνταν από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, απερρίφθησαν εκ του πράγματος, αφού η ένδικη αγωγή της και ως προς το αίτημα αυτό περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν έγινε δεκτή.
Ως προς δε το δεύτερο μέρος του, καθόσον, όπως προκύπτει από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι δεν υπήρξε υπόσχεση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς αυτή για μόνιμη απασχόληση σ' εκείνο, ότι η μη επαναπρόσληψη της κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 δεν έγινε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό της και συνακόλουθα ότι υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων του εξ αιτίας της οποίας προσβλήθηκε η επαγγελματική τιμή και υπόληψη της αναιρεσείουσας, από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, από τις υπ' αρ. .../2007 και .../2007 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών, Ανατολής Φυραρίδου, και από όλα τα προσκομισθέντα, ύστερα από επίκληση, έγγραφα είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνεπώς δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2012 αίτηση για αναίρεση της 755/ 2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς καθώς και της συμπροσβαλλομένης 1816/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ