Legislator Case Law & Legislation
796/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal on interest start dates but dismisses claim for unpaid weekly rest compensation.

Case Number 796/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor compensation. The Court found the lower court erred in law by setting the interest accrual date solely at the filing of the lawsuit, whereas specific statutory provisions required distinct start dates based on the nature of each claim. However, the claim for compensation due to the denial of weekly rest was dismissed because the statute of limitations for unjust enrichment had already expired without a prior notice of objection.

Legislator headnote

AI generated

Art. 558 K.Pol.D.; Art. 4(1) of P.D. 178/2002: Interest on labor claims accrues from specific statutory payment dates or termination dates, not merely from the lawsuit filing, unless unjust enrichment applies where the limitation period runs from the filing date.

Keywords

AI generated
labor law interest accrual statutory payment dates unjust enrichment limitation weekly rest compensation appeal admissibility court costs allocation statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 558 K.Pol.D.
Art. 4(1) of P.D. 178/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 796 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 796/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22-03-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Της κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", η οποία εδρεύει τη Ν.Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Της Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη Ν.Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 4)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη Ν.Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1377/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 6163/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 01-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 11-03-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως.Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Εξάλλου κατά το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του ν. 2190/ 1920, που προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987,από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ".

Η μεταβίβαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΜ -28720/ 2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία και καταχωρήθηκε στις 10-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Ακολούθως, η "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" εκτός από τον κατασκευαστικό κλάδο συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η δε συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.

Κ 2-17791/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 13-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Στη συνέχεια, η πρώτη από τις πιο πάνω εταιρείες που απορρόφησε τον κατασκευαστικό κλάδο της εναγομένης, μετονομάστηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και είναι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη, με την οποία συγχωνεύτηκε η εναγομένη και εφεσίβλητη μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ" και είναι η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως και ενόψει του ότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ.178/2002, η εναγομένη παλαιά "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", ως μεταβιβάσασα τον κατασκευαστικό κλάδο, ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη διάδοχο "ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ" για τις μέχρι τη μεταβίβαση υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, η ευθύνη αυτή από της συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ" μεταβιβάστηκε στη διάδοχο της τελευταίας αυτής εταιρείας και ακολούθως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ".

Κατά συνέπεια, εφόσον εδώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από το έτος 2007,που αποσχίστηκε ο κατασκευαστικός κλάδος, στον οποίο ανήκε ο ενάγων, η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς στρέφεται και εναντίον της η κρινόμενη αναίρεση, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών αυτής.

Eπειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι, εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ, παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη ΔΑ 21/1999 <<για τους όρους της αμοιβής και εργασίας των χειριστών και β.χειριστών κ.λ.π. μηχανημάτων τεχνικών έργων>>, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτικά εκτελεστή με την 11728/1999 ΚΥΑ και τις αντίστοιχες ΣΣΕ από 6 -6-2000 και 26-4-2020,α)στις διατάξεις αυτών υπάγονται οι χειριστές και βοηθοί χειριστών των παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας εκσκαπτικών, ανυψωτικών, γεωτρητικών, ισοπεδωτικών, οδοποιητικών και χωματουργικών εν γένει μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της χώρας, β)στους εν λόγω εργαζόμενους παρέχεται κατοικία (κατάλυμα διαμονής),άλλως (παρέχεται) κατά μήνα επίδομα ενοικίου, εφόσον οι εργαζόμενοι λόγω της εργασίας τους, διαμένουν μακριά από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους (παρ.Γ9),γ)παρέχεται κάθε εργάσιμη ημέρα μια φιάλη γάλακτος 640 γραμμαρίων ή το αντίτιμο αυτής (παρ.

Δ5),δ)για τις Κυριακές και τις υπό του νόμου καθοριζόμενες εξαιρετέες ημέρες αργίας, εφόσον εργασθούν οι εργαζόμενοι που υπάγονται στις ως άνω διατάξεις, θα λαμβάνουν, πέρα από τις βασικές μηνιαίες αποδοχές και το 1/22 αυτών προσαυξημένο κατά75%.Περαιτέρω,σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/ 1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας,3 του α.

ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν.4504/1966,τα επιδόματα εορτών των Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα και κάθε άλλη κατά τη διάρκεια της συμβάσεως καταβαλλομένη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας.

Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερώς και μονίμως.

Τέλος, ο λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ ΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στην προ κειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και σχετικά με την αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση προσαυξήσεως 75% λόγω εργασίας του κατά τις Κυριακές, ανελέγκτως, τα εξής: <<Η πρώτη εναγομένη Κοινοπραξία....με κοινοπρακτούντα μέλη της τις ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία ΠΑΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, ως καθολικής διαδόχου της ανων.

Εταιρίας Κ.Ι. Σ. Α.Γ.Ε και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΑΛΤΕ ΑΝΩΝ.ΤΕΧΝ.ΕΤΑΙΡΕΙΑ καθώς ....προσέλαβε ....στις 2-8-1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα με την ειδικότητα του χειριστή εσκαπτ. Μηχανημάτων, κατόχου της με αρ.395/1977 αδείας μηχανοδηγού χειριστού μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων ισχύος μέχρι 200 HP, εγγάμου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο έργο που κατασκευάζει η α'εναγομένη στο όρος Καλλίδρομο δηλαδή για δύο σήραγγες μήκους 9 χιλιομέτρων εκάστη.

Κατά την προσληψή του δήλωσε και ανεγράφη σχετικό ατομικό δελτίο του εργαζομένου ότι είχε προϋπηρεσία 22 έτη.... Συμφωνήθηκε δε ως μηνιαίος μισθός του το ποσό των 500.011 δρχ. που οπωσδήποτε δεν θα ήταν μικρότερο του προβλεπομένου από τις οικείες ΣΣΕ. Ο εν λόγω μισθός αυξήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2000 σε 517.011 δρχ.

από τον Ιανουάριο του 2001 σε 533.960 δρχ. και από τον Ιανουάριο του 2002 σε 1676,23 ευρώ. Έκτοτε προσέφερε τις παραπάνω υπηρεσίες του μέχρι τις 10-2-2003 που καταγγέλθηκε εγγράφως η επίδικη σύμβαση εργασίας με την καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 6025,61 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Βάσει την ΣΣΕ <<για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και β.χειριστών εκσκαπτ.

κ.λ.π μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της χώρας>> και μάλιστα τις με αριθ.ΔΑ 21/99, ΣΣΕ 47/2000, 34/ 2001,26/2002 αντίστοιχα προβλέπεται για το έτος 1999μηνιαίος μισθός από 432.636 δρχ. (β.μ 221865 δρχ. συν 95% προσαύξηση από τα διάφορα επιδόμα τα)από 1-1-2000 μηνιαίος μισθός από 445.634 δρχ.,από 1-7-2000 από 452.213 δρχ. από 1-1- 2002 σε 476.918 δρχ.

και από 1-1-2002 σε 1477,36 ευρώ.....Περαιτέρω, επειδή ο ενάγων παρείχε την εργασία του μακριά από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του εδικαιούτο υποχρεωτικώς και κατάλυμα προς διαμονή της ή ποσό 58.000 δρχ. και η αξία της φιάλης γάλα από 5800 δρχ. μηνιαίως από 2-8-1999 σε 62.000 δρχ. και 6.000 δρχ. από 1-1-2000 σε 65.000 και 6.000 δρχ., από 1-1-2001 και σε 220 ευρώ και 17,61 ευρώ, από 1-1-2002 για τις αιτίες αυτές που δεν του κατέβαλαν οι εναγόμενες συνολικά εδικαιούτο ο ενάγων για εν οίκιο και φιάλη γάλα το ποσό των 8991,25 (58000+5800 = 63. 800δρχ.μηνιαίως Χμ.=319000 συν 68 000 Χ 12μ=816000 δρχ.

συν71000Χ12μ=85200 δρχ. συν 237,61 ευρώΧ 13,3μ=3160 δρχ.)που αρνούνται αβάσιμα ότι περιλαμβάνεται στις καταβαλλόμενες αποδοχές. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις παραπάνω ΣΣΕ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653 ΑΚ προκύπτει ότι η αξία των παραπάνω παροχών(ενοικίου και γάλατος) από τις προαναφερθείσες ΣΣΕ δηλαδή από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου αποτελεί επαύξηση του μισθού και υπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές του εργαζομένου-ενάγοντος με βάση τις οποίες προσδιορίζονται το ωρομίσθιο επί υπερεργασίας και υπερωριακής απασχολήσεως για τον καθορισμό της αμοιβής για την εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες εορτές , τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας...Επιπλέον αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της επιδίκου εργασιακής σχέσης απασχολήθηκε τον Αύγουστο 1999 δύο Κυριακές, το Σεπτέμβριο δύο Κυριακές, τον Οκτώβριο τρεις Κυριακές ,τον Νοέμβριο δύο, τον Δεκέμβριο δύο τον Ιανουάριο του 2000 τέσσερις Κυριακές, τον Φεβρουάριο τρεις, Μάρτιο τρεις, τον Απρίλιο τρεις, Μάϊο δύο, Ιούνιο τρεις, Ιούλιο τρεις, Αύγουστο μία, Σεπτέμβριο δύο, Οκτώβριο δύο, Νοέμβριο δύο, Δεκέμβριο μια, τον Ιανουάριο 2001 δύο Κυριακές, Φεβρουάριο δύο, Μάρτιο δύο, Απρίλιο τρεις, Μάϊο τρεις, Ιούνιο δύο, Ιούλιο τρεις, Αύγουστο μια, Σεπτέμβριο τρεις, Οκτώβριο δύο, Νοέμβριο τρεις, Δεκέμβριο, Ιανουάριο 2002 δύο Κυριακές, Φεβρουάριο δύο, Μάρτιο δύο, Απρίλιο μια, Μάϊο μια, Ιούνιο τρεις, Ιούλιο δύο, Σεπτέμβριο δύο και Δεκέμβριο μια Κυριακή....Για την εν λόγω εργασία του εδικαιούτο 75% προσαύξηση πλέον της αμοιβής του για την εργασία του την ημέρα αυτή.

Δηλαδή εδικαιούτο κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-1999 μέχρι 31-12-1999 το ποσό των 32747 δρχ.(11 ΚυριακέςΧ2977 δρχ. το ωρομίσθιο), από 1-1-2000 μέχρι 30-6-2000 το ποσό των 53586 δρχ.(18 Κυριακές Χ2977δρχ), από 1-7-2000 μέχρι 31-12-2000 το ποσό των 37500 δρχ.(11 ΚυριακέςΧ3409 δρχ.),από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001 το ποσό των 105578 δρχ.(3641Χ29 Κυριακές) και από 1-1-2002 μέχρι 10-2-2003 το ποσό των 182,86 ευρώ (11,42Χ16 Κυριακές).Συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 856,11 ευρώ νόμιμη προσαύξηση...>>.Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε , εκτός των άλλων, και την προσαύξηση 75% της εργασίας του κατά τις Κυριακές.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς την προσαύξηση του 75% επί του 1/22 του νομίμου μισθού, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον αντί να υπολογίσει αυτή με το ανωτέρω 1/22 του ως άνω νομίμου μηνιαίου μισθού του αναιρεσείοντος, την υπολόγισε με βάση το ωρομίσθιο με αποτέλεσμα να επιδικάσει σ'αυτόν για την ανωτέρω αιτία ποσό πολύ μικρότερο.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. .Ως προς όμως το δεύτερο μέρος του, περί μη υπολογισμού στην προσαύξηση του 75% για την εργασία κατά τις εκτεθείσες Κυριακές και του επιδόματος ενοικίου και της αξίας του γάλακτος, τα οποία εδίδοντο ως νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας και συνεπώς έλαβαν το χαρακτήρα του νόμιμου μισθού, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ως νόμιμος μισθός επί του οποίου υπολογίζεται η προσαύξηση του 75% λογίζεται ο βασικός μισθός με τα εκ του νόμου προβλεπόμενα επιδόματα, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται το επίδομα ενοικίου και η αξία του γάλακτος τα οποία επαυξάνουν μεν τον μηνιαίο μισθό του αναιρεσείοντος, υπό την έννοια όμως όχι του κατώτατου μισθού αλλά των τακτικών αποδοχών αυτού.

Περαιτέρω, το Εφετείο και σε σχέση με την αξίωση του αναιρεσείοντος για το επίδομα άδειας των ετών 1999,2000,2001 και 2002 δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα:<<...Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εδικαιούτο επίδομα και αποδοχές άδειας έτους 2000 και 500.011 και 250.005 δρχ. αντίστοιχα, για το έτος 2001 τα ποσά των 533. 960 και 266.980 δρχ.

αντίστοιχα, για το έτος 2002 τα ποσά των 1676, 23 και 838,11 ευρώ αντίστοιχα τα ποσά και για το έτος 2003. Συνολικά δηλαδή για τις αιτίες αυτές 6386,86 και 3193,43 ευρώ αντίστοιχα. Έναντι αυτών έλαβε 266.000 δρχ. για το έτος 2001,838 ευρώ για το έτος 2002 και 2648 ευρώ για το 2003 συνολικά δηλαδή 4266,63 ευρώ και συνεπώς οφείλεται η διαφορά από 2120, 23 και 3193,43 αντίστοιχα, προστιθέμενες στο βασικό μισθό του ενάγοντος όλων των επιδομάτων των προσθέτων παροχών, των προσαυξήσεων και των άλλων παροχών σε χρήμα ή είδος που τακτικά και μόνιμα λάμβανε ο ενάγων σε αντάλλαγμα της εργασίας του (όπως αμοιβή και προσαύξηση για εργασία τις Κυριακές κ.λ.π.)...>>.Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παρεβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι κατά τον υπολογισμό των ποσών των αποδοχών και των επιδομάτων άδειας των ετών 2000,2001 και 2002 δεν συμπεριέλαβε στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος την προσαύξηση του 75% της εργασίας κατά τις Κυριακές και το επίδομα του ενοικίου και του αντιτίμου του γάλακτος, τα οποία, όπως αναφέρθηκε, εδίδοντο σ'αυτόν ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του προς επαύξηση του μισθού του.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον ως άνω αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955,είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό με την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχομένης εργασίας του μισθωτού.

Επομένως, για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341παρ.1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.α του Α.Κ.Εξ άλλου ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και τα επιδόμα τα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρ.10 της ΥΑ 19040 /1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.1082/ 1980,4 παρ.1 του Α.Ν.539/ 1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ.3 του Ν Δ 4547/ 1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες, σε περίπτωση δε λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά το χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρο 341 και 345 ΑΚ).

Αντίθετα, δεν απoτελούν μισθό ούτε εν ευρεία εννοία οι αποζημιώσεις κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και οι προσαυξήσεις(αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στο μισθό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται, εργασία κατά τις ημέρες που ο μισθωτός δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κλπ.

αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία.Για τα χρέη αυτά, που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας δεν ορίζεται από νόμο δήλη, ημέρα πληρωμής τους και οι τόκοι γι'αυτά αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση. Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, και σε σχέση με το αγωγικό αίτημα περί καταβολής νόμιμων τόκων ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για την καταβολή του επιδόματος ενοικίου, του αντιτίμου του γάλακτος, της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, για αποζημίωση για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης για τη διαφορά των επιδομάτων εορτών(Χριστουγέννων-Πάσχα),για τη διαφορά αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας και τη διαφορά της αποζημίωσης επιδόματος άδειας μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δέχθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το ζήτημα αυτό, ότι η έναρξη τοκοφορίας για όλες τις ανωτέρω αξιώσεις αρχίζει από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρεβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο, γιατί για όλες τις ανωτέρω αξιώσεις προβλέπεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής, χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να επιδικασθούν νόμιμοι τόκοι, και για μεν τις αξιώσεις του από προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και για την καταβολή του επιδόματος ενοικίου, το τέλος κάθε μήνα που παρείχε την εργασία, για τις αξιώσεις ως προς τη διαφορά επιδομάτων εορτών, και για μεν αυτό των Χριστουγέννων η 31-12ου κάθε έτους, για εκείνο δε του Πάσχα η 30-4ου κάθε έτους, για δε τις αξιώσεις ως προς τη διαφορά των αποδοχών και του επιδόματος άδειας των ετών 2000, 2001 και 2002, η 31-12ου κάθε έτους ως προς δε την αξίωσή του για τη διαφορά της αποζημίωσης επιδόματος άδειας ο χρόνος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά τα ανωτέρω μέρη του, που στηρίζεται στον ως άνω αριθμό 1 του εκτεθέντος άρθρου. Αναφορικά όμως με την αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, ο ως άνω λόγος κατά το μέρος του αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού με συνέπεια η υπερημερία των αναιρεσιβλήτων να αρχίζει, εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων όχληση, από την επίδοση της αγωγής.

Μετά απ' αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 6163/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αν αιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ