Legislator Case Law & Legislation
796/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on negligence liability for death due to failure to install safety barriers.

Case Number 796/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment rejecting claims for damages and funeral expenses. The plaintiffs argued that the defendants failed to install required safety barriers, causing the death of a father who fell while intoxicated. The court upheld the lower court's finding that the defendants were legally obligated to secure the basement opening under specific statutes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(3), 4 of Law 1396/1983; Article 20 of Presidential Decree 778/1980; Negligence liability requires a breach of statutory duty to prevent harm, which in this case was the failure to install mandatory safety barriers around a basement opening.

Keywords

AI generated
negligence liability statutory duty death by fall safety barriers tort law civil appeal damages claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 2(3), 4 of Law 1396/1983
Article 20 of Presidential Decree 778/1980
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 796 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 796/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, το γένος ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσεφεράκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 2. Ψ2, κατοίκων ..., 3. Ψ3 και 4. Ψ2 συζ. Ψ3, κατοίκων .... Οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Σταμόπουλο και ο 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4526/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 680/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 27-11-2007αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1181/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρουν πάλι προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 160/27.11.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 680/17.8.2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 160/27-11-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 680/17-8-2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 10.311/17.12.2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και επιπρόσθετα απαίτηση του πρώτου τούτων από έξοδα κηδείας, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες άδικη και υπαίτια, από αμέλεια, επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του Ζ, πατέρα των δύο πρώτων και υιού των λοιπών.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 4526/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (ί) 67/17.1.2007 και (Π) 7/3.1.2007 εφέσεις των διαδίκων, η 680/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες κρίσιμες εν προκειμένω, αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.

Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε "Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως, καταθέσεων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, και απ* όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και έγγραφα της συναφούς ποινικής δικογραφίας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης:

Ο Ζ, πατέρας των δυο πρώτων των εναγόντων και γιος των λοιπών, κατά τον επίδικο εδώ χρόνο ήταν ηλικίας 48 ετών και ασκούσε το επάγγελμα του σιδερά και του ηλεκτροσυγκολλητή, από το έτος δε 1986 είχε διαζευχθεί τη σύζυγό του (μητέρα των δύο πρώτων εναγόντων) και διέμενε μόνος. Τους εναγομένους συζυγούς Χ1 και Χ2 εγνώριζε από πολλών ετών και διατηρούσε μ' αυτούς φιλικές και οικογενειακές σχέσεις.

Οι εναγόμενοι, τυγχάνοντας συνιδιοκτήτες διώροφης οικοδομής με πυλωτή και υπόγεια, η οποία βρίσκεται στη ...) και της οποίας κατά τον επίδικο χρόνο είχαν αποπερατώσει τον δεύτερο όροφο, όπου και διέμεναν, ενώ ο πρώτος όροφος και τα υπόγεια ήταν ημιτελή, είχαν αναθέσει στον εν λόγω Ζ να κατασκευάσει τα προστατευτικά κάγκελα της κλίμακας που οδηγεί στα υπόγεια.

Κατά τις νυκτερινές ώρες της 13 προς 14 Δεκεμβρίου 2002 ο ως άνω συγγενής των εναγόντων είχε συναντηθεί με έναν φίλο του σε καφενείο και στη συνέχεια με συγγενικό του πρόσωπο σε μπαρ της περιοχής, όπου κατανάλωσε, όπως συνήθιζε, οινοπνευματώδη ποτά και απ' όπου κατά τις πρωινές ώρες πήγε κατ' ευθείαν στην προαναφερόμενη οικοδομή των εναγομένων, για να συνεχίσει την εκτέλεση της εργασίας κατασκευής των κάγκελων.

Ενώ λοιπόν εκινείτο στους υπόγειους χώρους της εν λόγω οικοδομής και λίγο πριν από το χρόνο ενάρξεως της εργασίας του παραπάτησε και έπεσε από ύψος 2,75 μέτρων περίπου στο άνοιγμα που υπήρχε ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο υπόγειο της οικοδομής με συνέπεια να υποστεί βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατός του την ίδια ημέρα κατά τη διακομιδή του σε Νοσοκομείο με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ.

Όπως περαιτέρω αποδεικνύεται από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, το προαναφερόμενο ατύχημα και ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων οφείλονται κατά κύριο λόγο και μάλιστα κατά ποσοστό 60% σε αμέλεια των εναγομένων. Πιο συγκεκριμένα, η αμέλεια τούτων συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις ως συνιδιοκτήτες της επίμαχης οικοδομής και μπορούσαν να καταβάλουν και την οποία προσοχή θα κατέβαλε υπό τις ίδιες συνθήκες κάθε μετρίως συνετός ιδιοκτήτης παρόμοιας ημιτελούς οικοδομής, παρέλειψαν να λάβουν τα επιβαλλόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας για πρόληψη ατυχήματος.

Ειδικότερα, παρέλειψαν να τοποθετήσουν περιμετρικά του ανοίγματος που υπήρχε ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο υπόγειο της οικοδομής ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου και θωράκια ύψους 0,15 μέτρων ή να καλύψουν το άνοιγμα αυτό στο δάπεδο με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα καρφωμένο με ανθεκτικό ξύλινο πλαίσιο ή με σιδερένιο πλέγμα οπλισμού στερεωμένο μέσα στην πλάκα κατά την κατασκευή της, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3-4 ν.1396/1983 και 20 π.δ, 778/1980, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πτώσης μέσω του ανοίγματος.

Η προπεριγραφόμενη δε αμελής συμπεριφορά των εναγομένων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, αφού, αν αυτοί ήταν πιο προσεκτικοί και είχαν καλύψει το επίμαχο άνοιγμα, παρά τη συγκλίνουσα αμέλεια του παθόντος, για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω, θα καθιστούσαν αδύνατη την πτώση από το άνοιγμα αυτό.

Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι δηλαδή είχαν τοποθετήσει στο πρώτο υπόγειο προστατευτικό σιδερένιο πλέγμα, στερεωμένο με ηλεκτροσυγκόλληση, το οποίο εμπόδιζε κάθε τρίτον να εισέλθει στον χώρο αυτόν και ότι ο Ζ"ξήλωσε" το πλέγμα για να εισέλθει στην οικοδομή, δεν ευσταθούν. Και τούτο διότι εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε η τοποθέτηση από τους εναγομένους τέτοιου πλέγματος, σε κάθε περίπτωση το μέτρο αυτό δεν αρκούσε για την πρόληψη πτώσεως μέσω του επίμαχου ανοίγματος των εργαζομένων στην εν λόγω οικοδομή, όπως ήταν ο ατυχής συγγενής των εναγόντων.

Πρέπει να τονιστεί ότι την απασχόληση του Ζ κατά τον επίδικο χρόνο από τους εναγομένους, την οποία οι τελευταίοι αρνούνται στην προκείμενη δίκη, είχαν αυτοί συνομολογήσει σαφώς στη συναφή ποινική διαδικασία, όπου συγκεκριμένα είχαν καταθέσει ότι ο θανών βοηθούσε τον πρώτο απ' αυτούς κατά την τοποθέτηση των κιγκλιδωμάτων και την ημέρα εκείνη θα πήγαινε στην οικοδομή για να παραλάβει κάποιο εργαλείο (βλ.

τις από 14.12.2002 προανακριτικές τους καταθέσεις). Στην επέλευση πάντως του ατυχήματος συνετέλεσε κατά τα υπόλοιπα 40% και η αμελής συμπεριφορά του παθόντος, συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως ήδη σημειώθηκε, πριν μεταβεί στην οικοδομή των εναγομένων είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και τελούσε σε κατάσταση μέθης, δεδομένου ότι βρέθηκε στο αίμα του ποσοστό οινοπνεύματος 1,79 γραμμάρια ανά 1.000 κ.ε.

αίματος, εξαιτίας δε της κατάστασής του αυτής είχε προφανώς μειωμένα ανακλαστικά και παρουσίαζε ενδεχομένως αστάθεια στο βάδισμα και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το επίμαχο άνοιγμα και δεν μπόρεσε να αποφύγει την πτώση και το θανάσιμο τραυματισμό του". Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα:

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμοι επικαλέστηκαν και, προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη (α) τις από 2.2.2003, 3.12.2003 και 4.12.2003 ένορκες καταθέσεις των ..., .... και ..., (β) την ... άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας του Δήμου ... (γ) τέσσερις (4) φωτογραφίες της όψεως της οικοδομής και (δ) την από 26.10.2006 τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος - μηχανικού ....

Από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, με ειδική αναφορά και μνεία και σε εκείνα της ποινικής δικογραφίας, αξιολογουμένη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η ερευνούμενη αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσα, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αποφάσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, για να γεννηθεί ευθύνη από αδικοπραξία απαιτείται, πλην άλλων (α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια κατ (β) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συυνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε.

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από διάταξη νόμου που επιβάλλει την επιχείρηση συγκεκριμένης πράξεως. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα εκείνη που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι οι αναιρεσείοντες, συγκύριοι της διώροφης οικοδομής με πυλωτή και υπόγεια, στην οποία κατά τις πρωϊνές ώρες της 14.12.2002 είχε προσέλθει ο Ζ, σιδεράς το επάγγελμα, για να συνεχίσει την αναταθείσα εις εκείνον εκτέλεση της εργασίας κατασκευής προστατευτικών κιγκλιδωμάτων της οδηγούσης στα υπόγεια κλίμακας, από αμέλεια, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, παρέλειψαν να ανταποκριθούν στην επιβαλλόμενη, πράγματι από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3, 4 του ν.1396/1983 και 20 του π.δ/τος 778/1980 υποχρέωση τους να τοποθετήσουν περιμετρικά του ανοίγματος, που υπήρχε μεταξύ του πρώτου και δευτέρου υπογείων της οικοδομής, κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και θωράκια ύψους 0,15 μ.

ή να καλύψουν το άνοιγμα αυτό στο δάπεδο με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα καρφωμένο με ανθεκτικό ξύλινο πλαίσιο ή με σιδερένιο πλέγμα οπλισμού στερεωμένο μέσα στην πλάκα κατά την κατασκευή της, με αποτέλεσμα της παραλείψεως τους αυτής, συντελούσης και της καταστάσεως μέθης, στην οποία αυτός βρισκόταν, με μειωμένα ανακλαστικά και αστάθεια στο βάδισμα, να μην αντιληφθεί έγκαιρα το άνοιγμα αυτό και να μην αποφύγει την πτώση του μέσα από τούτο και, σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια, από αμέλεια, παράλειψή τους αυτή, τον θανάσιμο από την πτώση τραυματισμό του, πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω αναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ευθύνη των αναιρεσειόντων από αδικοπραξία, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 160/27-11-2007 αίτηση για αναίρεση της 680/17-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα Των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλί- ου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ