Legislator Case Law & Legislation
796/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of driver liability based on expert evidence.

Case Number 796/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a traffic accident case involving two drivers. The appellant argued the first driver was not at fault, but the Court relied on a timely autopsy report and a preliminary sketch to establish the first vehicle entered the opposing lane. The Court held that the lower court's detailed reasoning regarding the accident circumstances and the lack of causation from alcohol did not violate substantive law, thus rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 671(1)(a) and 681A of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal's decision is not subject to cassation if it provides clear, consistent reasoning based on expert evidence regarding the facts of the accident and the liability of the parties.

Keywords

AI generated
traffic accident liability cassation appeal dismissal expert report admissibility substantive law review opposing lane entry

Cited Legislation

AI generated
Article 671(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 300 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 796 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 796/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευθύμιου Καραϊσκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταθόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 25/5/2003 αγωγή των 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/4/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 26/3/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Καλαμάτας ... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 4-4-2008 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους (Ψ1 και Ψ2). Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω νέα δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι(άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το άρθρο 671 παρ.1 εδ α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία που εφαρμόζεται για τις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση που δίκασε την υπόθεση κατα την πιο πάνω ειδική διαδικασία, την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα έκρινε ότι η κατεύθυνση των οχημάτων ήταν του μεν δικού του από ... προς ..., του δε πρώτου αναιρεσιβλήτου από ... προς ... στηριχθείσα μόνο στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα όργανα της τροχαίας, δίδοντας μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο περιεχόμενο αυτών και ειδικότερα στα περιστατικά για τα οποία δεν είχαν άμεση αντίληψη τα αστυνομικά όργανα. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το επίδικο τροχαίο ατύχημα: "Στις 24-6-2001 και περί ώρα 03.35 ο πρώτος ενάγων (Ψ1) της από 25-5-03 αγωγής, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος (Ψ2), έβαινε επί της εθνικής οδού ...-... με κατεύθυνση προς ... . Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος (Χ), οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, εκινείτο στην ίδια πιο πάνω οδό και με αντίθετη προς τον πρώτο ενάγοντα κατεύθυνση, δηλαδή από ...

προς ... . Όταν τα εν λόγω οχήματα ευρίσκοντο στο 15ο χιλιόμετρο της παραπάνω εθνικής οδού, όπου αυτή είναι ευθεία και το πλάτος του οδοστρώματος είναι 7,40 μέτρα και του καθενός από τα υπάρχοντα εκατέρωθεν ερείσματα 1,50 μέτρ., το υπ αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο παρεξέκλινε αιφνιδίως από την πορεία του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και, παρόλη την πέδηση που ενήργησε ο οδηγός του πρώτος εναγόμενος, Χ, (ίχνη πεδήσεως 17,10 και 18,30 μέτρ.

επί του ρεύματος πορείας προς ...), επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων (Ψ1). Ο τελευταίος, ο οποίος έβαινε κανονικά, δηλαδή στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, παρότι ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, οδηγώντας το αυτοκίνητό του στο έρεισμα, καθώς επίσης και πέδηση, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση (ίχνη πεδήσεως επί του ερείσματος 16,60 και 16,80 μέτρα).

Η σύγκρουση έγινε μετά το τέλος των ιχνών πεδήσεως αμφοτέρων των οχημάτων και στο σημείο έναρξης των χαραγών, συνολικού μήκους 9,20 μέτρων, που διαγράφηκαν επί του ερείσματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... . Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων ακινητοποιήθηκε στο έρεισμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...

μετά τα ίχνη τροχοπεδήσεως αυτού και των χαραγών, ενώ το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου (Χ) απωθήθηκε λόγω της μετωπικής σύγκρουσης προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που εκινείτο και ακινητοποιήθηκε στο ρεύμα πορείας προς ..., στο οποίο ανεπιτρέπτως είχε εισέλθει, και δη κάθετα σε αυτό. Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου (Χ), ο οποίος δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε ο κάθε μέσος και συνετός άνθρωπος κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες και εκείνους της κοινής πείρας και της λογικής.

Ειδικότερα η αμέλεια του ως άνω οδηγού συνίσταται στο ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, όπως ήταν υποχρεωμένος, με αποτέλεσμα να εκτραπεί από την πορεία του προς τα αριστερά, να περάσει στο αντίθετο ρεύμα και να συγκρουστεί μετωπικά με το όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οιαδήποτε συνυπαιτιότητα του τελευταίου αυτού οδηγού δεν αποδείχθηκαν, γιατί βγαίνοντας αυτός στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, προέβη αμέσως, μόλις αντιλήφθηκε την ανεπίτρεπτη είσοδο του άλλου αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του (προς ...), σε ενδεδειγμένο ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνσή του και δη επί του ερείσματος της οδού και σε ταυτόχρονη τροχοπέδηση.

Το γεγονός ότι ο ως άνω οδηγός (πρώτος ενάγων) οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα 1,68 0/00 και 1,43 0/00) δεν συνετέλεσε οπωσδήποτε στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης, αφού έβαινε κανονικά, με μικρή ταχύτητα (όχι μεγαλύτερη των 70 ΧΜΩ) και εγκαίρως αντέδρασε αποφευκτικά, γι' αυτό και η σχετική περί συνυπαιτιότητας ένσταση των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων της υπό κρίση από 25-5-03 αγωγής και του ενάγοντος της δεύτερης υπό κρίση αγωγής (από 29-8-02) Χ, ότι τα άνω οχήματα εκινούντο αντιθέτως, ήτοι το υπ' αριθμ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων Ψ1 προς ... και το έτερο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (που οδηγούσε ο Χ) προς ... και ότι το πρώτο αυτοκίνητο (...

ΙΧΕ) ήταν αυτό που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν είναι βάσιμος και αναιρείται κυρίως από 1) την από 24-6-01 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που άρχισε να συντάσσεται την 03.45, ήτοι 10 λεπτά μετά το χρόνο του ατυχήματος (03.35), και στην οποία βεβαιώνεται η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του Χ (...

ΙΧΕ) και 2) το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος του Τ.Τ. ... ..., σύμφωνα με το οποίο, με βάση τα υπάρχοντα στο σημείο του ατυχήματος ευρήματα (χαραγές, ίχνη τροχοπεδήσεως, θραύσματα υάλων και πλαστικών, κηλίδες αίματος) το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στο ρεύμα πορείας που ακολουθούσε ο πρώτος ενάγων (Ψ1), δηλαδή στο ρεύμα προς ... .

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το μοναδικό μάρτυρα ... ο οποίος κατέθεσε μεν, μετά πάροδο δέκα (10) μηνών, ότι "ο Χ πήγαινε προς ..." αλλά "δεν ήταν παρών όταν έγινε η σύγκρουση, δεν γνωρίζει πώς έγινε η σύγκρουση, ούτε πήγε στον τόπο του ατυχήματος". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, καθώς και την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ, της οποίας διάδοχος είναι το τρίτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ενώ απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και της ανυπαρξίας συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (θέση των οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, αντιδράσεις των δύο οδηγών, ευρήματα επί του οδοστρώματος) και ο τραυματισμός και των δύο οδηγών, η συμπεριφορά και των δύο οδηγών κατά την οδήγηση των οχημάτων τους (με πλήρη αιτιολογία του λόγου για τον οποίο η ύπαρξη οινοπνεύματος στο αίμα του οδηγού Ψ1 δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος), κι επομένως δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και οι επικρατούσες συνθήκες κατά το χρόνο ατυχήματος και αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για το ζήτημα της υπαιτιότητας.

Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης επομένως από τον αριθμό 1 και επικουρικά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 144/2006 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του τρίτου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ