Legislator Case Law & Legislation
795/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision, remanding case for retrial due to legal grounds.

Case Number 795/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by five individuals against a first-instance labor court judgment. The appellants argued that the lower court's dismissal of their claim was legally unfounded, while the respondent, the Public Employment Service, maintained the decision was correct. The court found the appeal admissible and the primary legal ground valid, necessitating a full retrial of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564, 577, 580 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if filed within the prescribed period and on legal grounds; if the appeal is allowed, the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal admissibility of appeal remittal for retrial legal grounds of appeal code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 556 paragraph 1, 558, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 and 5 of Law 2579/1998
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 290/2024
Case 1537/2023

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 795 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 795/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Α., 2) Ν. Κ. του Δ., 3) Ε. Σ. του Χ., 4) Γ. Π. του Κ. και 5) Γ. Λ. του Η., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής τους ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), όπως μετονομάσθηκε ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του και εδρεύει στον Άλιμο Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Μπαλαφούτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1058/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11566/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη από 28-2-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 11566/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 15-10-2019 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...2019) έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ. 1058/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε επί της από 19-12-2018 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...2018) αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και επιδίκασε το αιτηθέν ποσό, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη.

Ήδη, οι ενάγοντες άσκησαν κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.1 Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2022, 932/2022, 2007/2022, 130/2016). 2.2.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (Ολ.

Α.Π. 16 και 17/2015). Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. 2.3.

Το άρθρο 9 του Ν. 4354/2015 με τίτλο "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" ορίζει τα εξής: "Μισθολογικά κλιμάκια και κατάταξη των υπαλλήλων: 1. Τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπάλληλων των κατηγοριών:

Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Π.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Πανεπιστημίου ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών αλλοδαπής, Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών ημεδαπής ή αλλοδαπής, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ.Ε.) ορίζονται ως εξής:

Σε δεκαεννέα (19) για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. και σε δεκατρία (13) για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε.. Οι υπάλληλοι των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. εξελίσσονται σε αυτά με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 19, ενώ των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 13. 2.

Υπάλληλοι των κατηγοριών Τ.Ε. ή Π.Ε. χωρίς πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) ή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) αντίστοιχα, ή ισότιμο με αυτά, εξελίσσονται στα Μ.Κ. της Δ.Ε. κατηγορίας με εισαγωγικό το Μ.Κ. 2 αυτής. Υπάλληλοι που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν στη ΔΕ κατηγορία, χωρίς απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αλλά με απολυτήριο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητας αναγνωρισμένης κατώτερης τεχνικής σχολής ή με τον απαιτούμενο από τις οικείες διατάξεις χρόνο εμπειρίας, εξελίσσονται στα Μ.Κ.

της ΔΕ κατηγορίας". Ακολούθως, στη παρ. 3 του ως άνω άρθρου προβλέπεται ότι "α. οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης, για τίτλους που έχουν χορηγηθεί μετά τη λήψη του πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προωθούνται κατά δύο (2) Μ.Κ. στην κατηγορία που ανήκουν, ενώ οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος κατά έξι (6) Μ.Κ..

β. Η κατάταξη στα Μ.Κ. της προηγούμενης περίπτωσης πραγματοποιείται μόνο όταν το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών είναι συναφές με το αντικείμενο απασχόλησης του υπαλλήλου, όπως προκύπτει από την προκήρυξη της θέσης κατά την πλήρωση ή την περιγραφή της θέσης εργασίας από τον οργανισμό της Υπηρεσίας.

Για τη συνδρομή ή όχι της προϋπόθεσης αυτής αποφαίνεται το αρμόδιο, για την αναγνώριση των τίτλων αυτών, όργανο. Οι ενστάσεις που υποβάλλονται κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν τη συνάφεια των μεταπτυχιακών τίτλων εξετάζονται από ειδική τριμελή επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης για τριετή θητεία και αποτελείται από μέλη του Α.Σ.Ε.Π.

που προτείνονται από τον Πρόεδρό του. Με όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη λειτουργία της Επιτροπής. Η νέα κατάταξη και τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών. γ. Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης εξελίσσονται στα Μ.Κ.

της κατηγορίας που ανήκουν με εισαγωγικό το Μ.Κ. 6. Στην περίπτωση αυτών που αποφοίτησαν με άριστα αναγνωρίζεται ένα (1) επιπλέον έτος για τη μισθολογική τους εξέλιξη. δ. Σε περίπτωση κατοχής πλέον του ενός των τίτλων των περιπτώσεων α' και γ', οι υπάλληλοι εξελίσσονται στα Μ.Κ. που προβλέπονται για τον ανώτερο τίτλο σπουδών.......".

Με τις ως άνω διατάξεις το νέο σύστημα αμοιβών προβλέπει τη μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων σε συγκεκριμένα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) ανάλογα με την κατηγορία εκπαίδευσης, το χρόνο υπηρεσίας, την κατοχή θέση ευθύνης και τα αυξημένα τυπικά τους προσόντα (κατοχή μεταπτυχιακού, διδακτορικού τίτλου σπουδών, εφόσον αυτοί είναι συναφείς με την άσκηση των καθηκόντων τους).

Περαιτέρω, στο άρθρο 26 του ιδίου νόμου ορίζεται: "Μεταβατικές διατάξεις - Μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των υπηρετούντων υπαλλήλων. 1. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί από το φορέα αυτόν, μέχρι και στις 31.12.2015. 2.

Μετά τη μισθολογική κατάταξη της προηγούμενης παραγράφου, η μισθολογική εξέλιξη όλων των υπαλλήλων αναστέλλεται μέχρι τις 31.12.2017. Από 1.1.2018 η μισθολογική εξέλιξη ενεργοποιείται εκ νέου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 συνυπολογιζόμενου και του τυχόν πλεονάζοντος χρόνου, που είχε υπολογισθεί κατά την αρχική κατάταξη, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.12.2017. 3.

Για τον υπολογισμό της προσαύξησης των αποδοχών λόγω χορήγησης εκπαιδευτικής άδειας, όπου αυτή προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός". Στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Ν. 4354/2015 εμπίπτει και το μόνιμο προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες σε αυτά με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, από δε την έναρξη ισχύος του καταργήθηκαν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος άρθρου 22§ 1 του Ν. 4024/2011, το οποίο όριζε ότι οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής με, μεταξύ άλλων, Ν.Π.Δ.Δ.

καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτού (Ν. 4024/2011) εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες χορηγήθηκαν σε αυτούς διάφορες παροχές και επιδόματα, καθώς και αυτές του επίσης προϊσχύσαντος Ν. 3205/2003, ο οποίος στο άρθρο 8 προέβλεπε επίδομα μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών που, κατ' άρθρο 21 του ίδιου νόμου, επεκτεινόταν και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής σε Ν.Π.Δ.Δ., με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.

Σαφής βούληση του νομοθέτη, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου (4354/2015) ήταν να αντιμετωπιστεί η μέχρι τότε διαμορφωμένη μισθολογική κατάσταση με την καθιέρωση ενός νέου μισθολογίου για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σε μία προσπάθεια κωδικοποίησης των σημαντικότερων διατάξεων μισθολογικού περιεχομένου με σκοπό την εξομάλυνση των μισθολογικών διαφορών, που είχαν διαμορφωθεί μέχρι τότε, κατά τον δικαιότερο τρόπο, σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και αξιοκρατίας, που κατοχυρώνονται με τη μισθολογική εξέλιξη, καθώς και με τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου, υπήγαγε δε σε αυτό και τους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες στα Ν.Π.Δ.Δ.

με σχέση έμμισθης εντολής, με ορισμένες εξαιρέσεις λόγω της ιδιότητάς τους και της φύσης της εργασίας τους, χωρίς πλέον να απαιτείται η έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης. Έτσι, με τις διατάξεις της τελευταίας παρ. 10 του ως άνω άρθρου 9 του εν λόγω νόμου ορίζεται, ότι οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κατατάσσονται, ασχέτως αν κατέχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο και χωρίς καμία αναφορά στο προσόν αυτό, ως εξής:

α. Οι δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο Μ.Κ. 3 της Π.Ε. κατηγορίας, β. οι δικηγόροι στο Εφετείο στο Μ.Κ. 10 της Π.Ε. κατηγορίας και γ. οι δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο Μ.Κ. 15 της Π.Ε. κατηγορίας, χωρίς να προβλέπεται για τη μισθολογική τους κατάταξη η κατοχή μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου, δηλ. η ύπαρξη αυξημένων τυπικών προσόντων, όπως προβλέπεται, αδιακρίτως, για τους υπαλλήλους που απασχολούνται στους αναφερόμενους στο άρθρο 7 φορείς (Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ.), όπως και η αναιρεσίβλητη.

Ρητά δε ορίζεται ότι ειδικά γι' αυτούς, σε σχέση με όλους τους λοιπούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11, στο οποίο προβλέπεται μισθολογική εξέλιξη και προαγωγή με βάση τα έτη υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας. Πλην όμως, κατά τη γνώμη που επικράτησε, η ως άνω διάταξη, κατά το μέρος που με αυτήν εισάγεται, ειδικά και μόνο για τους δικηγόρους που απασχολούνται με σύμβαση έμμισθης εντολής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εξαίρεση αναγνώρισης της κατοχής τίτλου σπουδών (μεταπτυχιακού, διδακτορικού) συναφούς με την άσκηση των καθηκόντων τους για τη μισθολογική τους κατάταξη και συνακόλουθα τη μισθολογική τους εξέλιξη, αντίκειται στην αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας, καθόσον δεν δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη φύση της εργασίας που παρέχουν οι δικηγόροι σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους ούτε υφίσταται άλλος λόγος, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, που να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των τελευταίων.

Συγκεκριμένα, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, με την οποία οι δικηγόροι που είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών συναφούς με το αντικείμενο της απασχόλησής τους και παρέχουν υπηρεσίες στα πλαίσια έμμισθης εντολής, δεν κατατάσσονται σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, όπως και οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις διατάξεις του Ν. 4354/2015.

Ομοίως δε, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας το γεγονός δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, χωρίς μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών, που προσφέρει τις υπηρεσίες του με σύμβαση έμμισθης εντολής σε φορέα του άρθρου 7 του Ν. 4354/2015, να έχει την ίδια μισθολογική εξέλιξη με δικηγόρο στον Άρειο Πάγο που κατέχει τέτοιο τίτλο, ήτοι διαθέτει αυξημένα τυπικά προσόντα και προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ίδιο δημόσιο φορέα.

Το γεγονός ότι : α) για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή προβλέπεται διαφορετική βαθμίδα μισθολογικής κατάταξης (άρθρ. 9 παρ. 10 Ν. 4354/2015) με μοναδικό κριτήριο τα χρόνια άσκησης δικηγορίας και, ως εκ τούτου, την ικανότητα παράστασης στα δικαστήρια (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος) και β) προς εξισορρόπηση αυτής της διαφορετικής μισθολογικής αντιμετώπισής τους, έναντι των ως άνω υπαλλήλων, εξαιρούνται, με ρητή πρόβλεψη της παρ. 10 του άρθρου 9 του ανωτέρω νόμου, της εφαρμογής του άρθρου 11 του ιδίου νόμου, ήτοι της μισθολογικής περαιτέρω εξέλιξής τους ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας τους, δεν δύναται να αποτελέσει ικανό επιχείρημα, που να δικαιολογεί την εξαίρεσή τους από την αναγνώριση των αυξημένων τυπικών προσόντων τους για τη μισθολογική τους κατάταξη, όπως γίνεται, αδιακρίτως, με τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 4354/2015, χωρίς κανένα κριτήριο, πλην της συνάφειας του τίτλου με τα καθήκοντα που ασκούν.

Κατά συνέπεια, η εξαίρεσή τους από την ως άνω ρύθμιση, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας, που απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 4354/2015 και στους δικηγόρους που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής στους ως άνω φορείς.

Σημειώνεται δε, ότι η ανωτέρω δυσμενής διάκριση έχει ήδη αρθεί με πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση, η οποία διαλαμβάνεται στην παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 5045/2023 (ΦΕΚ Α 136), που ισχύει από 1.1.2024 (άρθρ.72 παρ. 2), σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω διάταξη (άρθρ. 9 παρ. 3 ν. 4354/2015) εφαρμόζεται πλέον και για τους δικηγόρους που απασχολούνται στους οικείους φορείς με σύμβαση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής.

Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 19-12-2018 αγωγή, με την οποία ιστορούσαν ότι, παρότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως δικηγόροι, με σύμβαση έμμισθης εντολής, στη νομική υπηρεσία του εναγόμενου ΝΠΔΔ, υπηρετούντες σε αυτό από το 1983 ο πρώτος, 2005 οι δεύτερος και τρίτη και 2009 οι τέταρτη και πέμπτος, το τελευταίο εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 4354/2015, του οποίου και αν ακόμα θεωρηθεί ορθή η ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία δεν προβλέπεται η εφαρμογή του και σε αυτούς, η προβλεπόμενη σε αυτό ρύθμιση αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1β, 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι από 1.1.2016 δεν τους ενέταξε, ως όφειλε, στο 17ο, αλλά στο 15ο μισθολογικό κλιμάκιο, παρότι είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, συναφούς προς το αντικείμενο απασχόλησής τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό επιδίωκαν, επικουρικά δε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους καταβάλει το εναγόμενο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, νομιμότοκα, το συνολικό ποσό των (4.248) ευρώ, ως διαφορές οφειλομένων αποδοχών για το διάστημα από 1/1/2016 έως 31/12/2018.Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1058/2019 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως ερειδόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4354/2015, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή (ως προς αμφότερες τις κύριες βάσεις της) ως νομικά αβάσιμη, με το ακόλουθο σκεπτικό: "[.....] Η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, διότι οι ενάγοντες που φέρουν την επαγγελματική ιδιότητα του δικηγόρου, οι οποίοι συνδέονταν με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΑΕΔ" με σύμβαση εντολής με πάγια αντιμισθία και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ελεύθερα, ως επιστήμονες, δεν κατέστησαν υπάλληλοι αυτού ούτε συνδέονται με αυτό με σχέση εξαρτημένης εργασίας και σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 10 ν. 4354/2015 εξαιρούνται από τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων και άρα την περαιτέρω κατάταξή τους σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια, αλλά κατατάσσονται στα οριζόμενα στο νόμο αυτό μισθολογικά κλιμάκια με μοναδικό κριτήριο τον διορισμό τους σε Πρωτοδικείο, Εφετείο ή Άρειο Πάγο, και τούτο προκειμένου να καθορίζεται το κατώτατο όριο της αμοιβής τους, αφού η πέραν τούτου αμοιβή τους αποτελεί περιεχόμενο συμφωνίας με τον εντολέα τους.

Άρα το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δεν όφειλε, σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο και τον Κώδικα περί δικηγόρων, να ενεργήσει διαφορετικά και να τους κατατάξει σε διαφορετικό (ανώτερο) μισθολογικό κλιμάκιο από αυτό που τους κατέταξε". Έτσι που έκρινε το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο ότι οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι, συνδεόμενοι με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων, συναφών προς το αντικείμενο της απασχόλησής τους, δεν έπρεπε να καταταγούν στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 και 2 σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Κατά συνέπεια, κατά την άποψη της πλειοψηφούσας γνώμης ο τρίτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την ως άνω απόφαση, παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης, με συνέπεια να απορριφθεί η αγωγή τους ως νομικά αβάσιμη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά τη γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου Αριστείδη Βαγγελάτου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται (ΟλΑΠ 3/2009, ΑΠ 1712/2023, 1081/2023). Στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί αν εφαρμοσθεί στους αναιρεσείοντες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, καθότι, πρόκειται για διαφορετική κατηγορία μισθοδοτουμένων οι οποίοι ως εκ του είδους και της φύσης της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης και απολαβών έναντι των λοιπών υπαλλήλων του ως άνω ΝΠΔΔ.

Περαιτέρω, οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως οι αναιρεσείοντες, κατατάσσονται κατά την παρ. 10 του άρθρου 9 του ως άνω νόμου α. Οι δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο Μ.Κ. 3 της Π.Ε. κατηγορίας, β. οι δικηγόροι στο Εφετείο στο Μ.Κ. 10 της Π.Ε.

κατηγορίας και γ. οι δικηγόροι στον Αρειο Πάγο στο Μ.Κ. 15 της Π.Ε. κατηγορίας, ενώ οι υπάλληλοι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) κατατάσσονται κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου στο πρώτο (1ο) μισθολογικό κλιμάκιο (με καταληκτικό το 19ο μισθολογικό κλιμάκιο) και προωθούνται κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου οι μεν κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών κατά δύο (2) Μ.Κ.

στην κατηγορία που ανήκουν, ενώ οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος κατά έξι (6) Μ.Κ, δηλαδή καθορίζονται εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια στους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία (πχ. 15ο ΜΚ για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο) από τους υπαλλήλους πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που κατατάσσονται στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο και αν είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών προωθούνται στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Για το λόγο αυτό ο νομοθέτης απέκλεισε τους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 4354/2015, από τις διατάξεις περί μισθολογικής εξέλιξης αλλά και μισθολογικής προώθησης σε περίπτωση που κατέχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο, χωρίς οι ρυθμίσεις αυτές να αντίκειται στην αρχή της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, ενόψει του ότι πρόκειται για διαφορετική κατηγορία μισθωτών που αντιμετωπίζεται διαφορετικά ως προς την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους.

Είναι άλλο, δε, το ζήτημα ότι κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη με τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 20 του ν. 5045/2023 προβλέφθηκε για πρώτη φορά από 1.1.2024 η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ.3 του ν. 4354/2015 και "για τους δικηγόρους που υπάγονται στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου", στην οποία όχι μόνο δεν προσδόθηκε αναδρομική ισχύ, αλλά αντίθετα ορίσθηκε ότι εφαρμόζεται κατ' άρθρο 72 παρ.2 του ιδίου νόμου (5045/2023) από 1.1.2024, χωρίς να ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με τη μη αναδρομική εφαρμογή της διάταξης αυτής (πρβλ.

ΑΠ 290/2024, 1537/2023). Επομένως κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος κατ'την πλειοψηφούσα άποψη, η οποία επιβάλλει την εκ νέου έρευνα της διαφοράς στο σύνολό της, καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 28 παρ. 4, 5 Ν. 2579/1998 σε συνδυασμό με το άρθρ. 22 Ν. 3693/1957), κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμ. 11566/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ