Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations, ordering partial payment of 12,072 euros to plaintiffs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the first-instance judgment regarding wage claims. The court found the lower court erred in applying the statute of limitations, incorrectly rejecting the five-year limitation period for claims filed between 2006 and 2007. Consequently, the case was remanded for a substantive trial where the employer must pay 12,072 euros to the affected plaintiffs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 40(6) final paragraph of A.N. 1846/1951; The court must correct the application of the five-year statute of limitations when the lower court erroneously applies the two-year rule, thereby partially upholding the claim for the period exceeding five years.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 795 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 795/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενου και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Λίγγρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 35) …, κατοίκων ..., όλοι οι ανωτέρω, εκτός των με α/α 24ος και 31ος, παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Χαϊκάλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1211/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με τις 340/2015 και 412/2018 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της 1211/2014 απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με τις 340/2015 και 412/2018 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/7/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπαλταδάκη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011, 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.
β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID-19, με πράξη του Προέδρου του αντίστοιχου Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 2.7.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 34818/9/3.7.2020-Ειρηνοδικείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στρεφόμενη κατά τριάντα πέντε (35) συνολικά αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 2 Μαρτίου 2021.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως δε, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, με Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (19 Οκτωβρίου 2021), και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Η επίσπευση της ένδικης από 2.7.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 34826/10/3.7.2020-Ειρηνοδικείο Αθηνών) αίτησης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που στρέφεται κατά τριάντα πέντε (35) συνολικά αναιρεσίβλητων, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τη σχετική παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης του Γεωργίου Χαϊκάλη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ.
την υπ' αριθμ. 10939Δ'/1.10.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Π. Κ. κατά των (35) συνολικά αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση, όμως, της άνω αιτήσεως, κατά την εκ νέου ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 24ος 31ος, ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω Γεώργιο Αγγ.
Χαϊκάλη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους (βλ. σχετικές εξουσιοδοτήσεις-ιδιωτικά έγγραφα), αντίστοιχα προς τους παρασταθέντες (33) αναιρεσίβλητους, με βεβαίωση, αρμοδίως, του γνησίου της υπογραφής τους. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολειπομένους ως άνω 24ο και 31ο, ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, αναιρεσίβλητοι, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.
Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Οργανισμού ή άλλου ομοδίκου κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης είτε για την αρχική ή για την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.
Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" ήδη αναιρεσείον, με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ (ΣτΕ 806/2015).
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1. Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με εναγόμενο τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 1.1.2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β, είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85). Εξ άλλου για τους απασχολούμενους σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
ιατρούς, με το άρθρο 32 παρ.1, 2, 3 και 6 του ως άνω Ν. 3918/2011 ορίσθηκε ότι από 1.6.2011 οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ειδικότερα (μεταξύ άλλων) το 1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας εντάσσεται στο Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής και το 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Αθήνας εντάσσεται στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Αγία Όλγα-Κωνσταντοπούλειο" (παρ. 1), ότι μετά την ένταξη οι ανωτέρω υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής) και ότι οι ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που υπηρετούν στις ως άνω μονάδες κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν στον αντίστοιχο φορέα υποδοχής (παρ. 2), ότι το λοιπό μόνιμο και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που υπηρετεί στις παραπάνω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης, καθώς και το αποσπασμένο ή διατιθέμενο από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε εξειδικευμένες μονάδες ή τμήματα νοσοκομείων του ΕΣΥ, εφόσον επιθυμεί την ένταξη, μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο και ειδικότητα στους φορείς υποδοχής, καταλαμβάνοντας ισάριθμες προσωποπαγείς θέσεις που συστήνονται αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής, ενώ όσοι δεν επιθυμούν την ένταξη μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (παρ. 3) και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του Νοσοκομείου, στο οποίο εντάσσονται. Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α 41) ορίσθηκε ότι από 1.1.2013 τα λειτουργούντα και υπό ενιαία διοίκηση διασυνδεόμενα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που προβλέπονται (και) από το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011 αποτελούν αυτοτελή και ενιαία Ν.Π.Δ.Δ.
Επομένως για το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό που απασχολείτο σε νοσοκομεία (μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης) του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., μετά την απόσχιση του κλάδου υγείας του τελευταίου αναφορικά με την παροχή σε είδος υπηρεσιών υγείας και την ένταξη των νοσοκομείων αυτών ως παραρτημάτων σε δημόσια νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
το έχον νομική προσωπικότητα (Ν.Π.Δ.Δ.) νοσοκομείο (φορέας υποδοχής), στο ιατρικό προσωπικό του οποίου έχει ενταχθεί το απασχολούμενο σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ιατρικό προσωπικό. Επακολούθησε ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014-ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/ μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 εδ. α, β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ολικής ή μερικής, δεν τρέχει η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εάν η τελευταία δεν επιδοθεί στον οιονεί καθολικό διάδοχο, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ (ΑΕΔ 5/2019).
Με την υπό κρίση από 2.7.2020 και με αριθμό κατάθεσης 34826/10/3.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1211/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε παραδεκτά με την υπ' αριθμ. 340/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 10.7.2012 και με αριθμ.
κατάθεσης 1488/2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Θ. Β. κλπ (σύν. 35), που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) και κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), ως καθολικού διαδόχου του πρώτου από 3.9.2011 κατά το Ν. 3918/2011, με την οποία επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αιτήθηκαν βάσει της αρχής της ισότητας την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, το οποίο ελάμβαναν άλλοι εργαζόμενοι στον τομέα υγείας.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδοθείσα την 4.7.2014, κατέστη τελεσίδικη την 5.7.2017, ήτοι μετά την παρέλευση της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ασκήθηκε δε η αίτηση αναίρεσης εντός μηνός από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στο αναιρεσείον την 23.6.2020 και εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 14 παρ. 1 εδ. α' και 15 παρ. 1 Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 143/7 Οκτωβρίου 1983), εκ των οποίων τα άρθρα 14 και 15 είχαν καταργηθεί δια του άρθρου 132 Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 123/1992-διόρθωση σφαλμάτων Α' 149/1992), επανήλθαν όμως εν ισχύι δια του άρθρου 1 περ.
β' Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 34/1994), ορίζεται αντιστοίχως: "Η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς", "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας" και "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι:
α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο.
δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα.
η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού. ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους", ενώ από την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 2071/1992 ορίζεται: "Σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι:
α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ) Η νοσηλεία και παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι.
δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας.
ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής. η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις. ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού.
ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δε λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζόμενης της περιοχής με απόφαση του οικείου νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης".
Αφ' ετέρου, το "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)" ιδρύθη δια του Ν. 6298/1934 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 346/1934) και εν συνεχεία μετωνομάσθη δια του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" (Φ.Ε.Κ. Α' 160/11 Ιουλίου 2002) σε "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ / ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ / Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", αποτελεί δε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 11 Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ.
Α' 14/21 Ιουνίου 1951) αυτόνομο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας. Από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1, 2, 3 και 10 του Οργανισμού του Ιδρύματος, ο οποίος ενεκρίθη δια του Π.Δ. 266/1989 (Φ.Ε.Κ. Α' 127/1989), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 24 παρ. 5 Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (Φ.Ε.Κ.
Α' 137/1985) και 2 Ν. 51/1975 "Περί αναδιοργανώσεως των δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών" (Φ.Ε.Κ. Α' 125/26 Ιουνίου 1975), ως η παράγραφος 10 αντικατεστάθη αρχικώς δια της παρ. 1 του άρθρου 3 Π.Δ. 363/1992 (Φ.Ε.Κ. Α' 184/1992), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 Ν. 2026/1992 "Ρύθμιση θεμάτων οργάνωσης και προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 43/23 Μαρτίου 1992), και εν συνεχεία δια του άρθρου 1 Π.Δ. 144/2003 (Φ.Ε.Κ. Α' 120/20 Μαΐου 2003), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 2503/1997 "Διοίκηση, οργάνωση, στελέχωση της Περιφέρειας, ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 107/30 Μαΐου 1997), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Διακρίσεις και μορφή οργάνωσης Περιφερειακών Υπηρεσιών Υγείας 1.
Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας.
β) Τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2. Τοπικές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους.
Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας. Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3.
Τοπικά Ιατρεία: Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται. Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. 10.
Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης: Οι Υπηρεσίες αυτές είναι επιπέδου Διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος. Οι Υπηρεσίες αυτές είναι (5) και ειδικότερα: 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης", ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3 και 2 παρ. 1 Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (Φ.Ε.Κ.
Α' 53/18 Φεβρουαρίου 2004), του οποίου η ισχύς άρχισε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 16 αυτού από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται αντιστοίχως: "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.
την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.
την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομείο, η. τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας" και "Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από: α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., γ. τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε.
από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 10 Ν.Δ. 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 18/21 Ιουλίου 1972), 24 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 3232/2004 "Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 48/12 Φεβρουαρίου 2004) και 1 παρ. 1, 2, 3 Ν. 119/1975 "Περί μονιμοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Υγειονομικών Υπηρεσιών παρ' αυτώ και άλλων τινών διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 19/20 Αυγούστου 1975) ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Αι ιατρικαί φροντίδες (προληπτικαί-διαγνωστικαί-θεραπευτικαί), ων δικαιούνται κατά την νομοθεσίαν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι εις τούτο ησφαλισμένοι πραγματοποιούνται υπό θεράποντος ιατρού της ελευθέρας εκλογής του ησφαλισμένου ως και ιατρών ειδικοτήτων κατά τα εν τοις επομένοις άρθροις οριζόμενα", "1.
Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθενείας εκ του ΙΚΑ. 2.
Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι", "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τινος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.
Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών", "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.
Ε.Τ.Α.Μ. είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" και "1. Το μόνιμον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών Θεραπευτών. β) Εξ Ιατρών Ελεγκτών. γ) Εξ Υγειονομικών Διευθυντών. 2. Το περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλίμακος αντιστοίχου της βαθμίδος των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως ακολούθως:
α) Ιατροί Θεραπευταί επί μισθώ 6ου έως και 3ου βαθμού. β) Ιατροί Ελεγκταί επί μισθώ 3ου έως και 2ου βαθμού. γ) Ιατροί Υγειονομικοί Διευθυνταί επί μισθώ 2ου βαθμού. 3. Πάσα μεταβολή των βασικών μισθών των βαθμών των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφαρμόζεται και επί των μισθολογικών κλιμακίων του περί ου η προηγουμένη παράγραφος προσωπικού".
Βάσει των ως άνω διατάξεων οι αποδοχές του μονίμου ιατρικού προσωπικού του Ι.Κ.Α. είχαν καθορισθεί από τους Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 3/3 Δεκεμβρίου 1984) και 1810/1988 "Για τη συμπλήρωση και βελτίωση του Ν. 1505/1984 και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 5/5 Οκτωβρίου 1988), όπως ίσχυσαν μέχρι της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2470/1997. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1, 2 Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 98/1993), "1. Οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. 2. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις-αποσπάσεις-μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του Ι.Κ.Α.
στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 8, 24 Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 40/21 Μαρτίου 1997), ως το άρθρο 8 συνεπληρώθη δια της παρ. 1 του άρθρου 25 Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 96/17 Μαΐου 1999), οι οποίες ίσχυσαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 2003, "1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι: α) του Δημοσίου, β) της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). 2.
Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου: ... δ) οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ...", "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: ... 7. Νοσοκομειακό Επίδομα, για το προσωπικό των νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) ... 10.
Τα επιδόματα των προηγούμενων παραγράφων 7, 8 και 9 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Η χορήγηση των επιδομάτων αυτών διακόπτεται σε περίπτωση απομάκρυνσης των δικαιούχων από τους χώρους για τους οποίους δικαιολογείται η καταβολή τους" και "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύουν από 1.1.1997".
Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθησαν οι Κοινές Αποφάσεις των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2043269/6792/0022/1 Ιουλίου 1997 και η αντικαταστήσασα αυτή 2052675 /5630/0022/10 Αυγούστου 1998 (Φ.Ε.Κ. Β' 587/1997, 944/1998 αντιστοίχως), δια των οποίων επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1997 οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "στους μόνιμους ιατρούς του Ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980, ν.δ. 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993".
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 297/23 Δεκεμβρίου 2003) ορίζεται: "Επιδόματα Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής Επιδόματα κατά μήνα:
Α.1. ... 5. Νοσοκομειακό και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο ως εξής: α. Για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, των κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, σε διακόσια σαράντα ευρώ (240 Ε) ...
Β.1. Τα Επιδόματα των παραγράφων 4, 5,6, 7, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.
και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικό παραστατικό στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.). Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή τους, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή τους με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 22 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α)", ενώ κατά μεν την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007, φορολογικές και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.
Α' 80/16 Απριλίου 2007), "Τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, για τις αναφερόμενες σε αυτές κατηγορίες δικαιούχων, αναπροσαρμόζονται, κατά μήνα, ως εξής: α.i. Από 1.1.2007, σε διακόσια πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (257,50). ii. Από 1.7.2007, σε διακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (275). iii. Από 1.1.2008, σε τριακόσια δέκα ευρώ (310). iv.
Από 1.1.2009 και εφεξής, σε τριακόσια σαράντα πέντε ευρώ (345). Τα ανωτέρω ποσά δικαιούνται, από 1.1.2007 και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, καθώς και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί", βάσει δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 20 παρ. 1 Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Φ.Ε.Κ.
Α' 40/15 Μαρτίου 2010) και 3 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Φ.Ε.Κ. Α' 65/6 Μαΐου 2010) τα ως άνω ποσά του νοσοκομειακού επιδόματος εμειώθησαν αντιστοίχως κατά ποσοστό 12% από 1ης Ιανουαρίου 2010 και περαιτέρω κατά ποσοστό 8% από 1ης Ιουνίου 2010.
Από δε την διάταξη του άρθρου 21 Ν. 3205/2003 ορίζεται: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. ... Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και ισχύουν από 1.1.2004".
Κατ' εξουσιοδότηση της εν λόγω διατάξεως εξεδόθη η Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 (Φ.Ε.Κ. Β' 250), δια της οποίας επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 2004 οι διατάξεις του Α' μέρους του Ν. 3205/2003 "στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ που οι αποδοχές τους καθορίζονται από τον Ν. 2470/97 και στους με σύμβαση γιατρούς (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85, Ν. 1057/80 και ΝΔ 1204/72) που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93".
Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι νομαρχιακές και οι τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους έχει βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003.
Επομένως οι ιατροί των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσία πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, δικαιούνται του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 8 του ως άνω Νόμου (ΑΠ 306/2020, 540/2020, 18/2020, 1389/2019).
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, Ολ.ΑΠ 16/2015, 28/1992). Κατά το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφεται 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου, κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο, αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνος δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ Ολ. 1/2016, 2/2013, 4/2005, ΑΠ 171/2019, 359/2015, 1387/2015, 1420/2013).
Εξ άλλου, ορίζεται στο άρθρο 578 ΚΠολΔ ότι αν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει την αιτιολογία, δηλ. την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού [τις ουσιαστικές παραδοχές], εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται, μόνο, ως προς την αιτιολογία της.
Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλ. η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού [νομικού] συλλογισμού. Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλ. όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφ' όσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναιρέσεως διάταξη, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (ΑΠ Ολ. 8/1993, ΑΠ 1624/2008 ) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (ΑΠ Ολ. 30/1998).
Η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ], εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Ολ. 27/1998).
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, εν όψει του ότι οι ενάγοντες, με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην αγωγή εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας με το προσωπικό των υπόλοιπων φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης εξαιρέθηκαν του ενδίκου βοηθήματος, η εξαίρεσή τους από το νοσοκομειακό επίδομα συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος), ενώ δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, απορριπτομένων, ως αβασίμων, των αντιθέτων ισχυρισμών του εναγομένου Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Επομένως, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας πρέπει και για τους ενάγοντες να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις, που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα". Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές, η αγωγή, ως προς την κυρία βάση της, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία και υποχρεώθηκαν τα εναγόμενα, σε ολόκληρο το καθένα, να καταβάλουν, σε καθένα από τους ενάγοντες, το συνολικό ποσό των 16.560ευρώ, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 30.9.2011, με το νόμιμο δικονομικό τόκο "από την επομένη της επίδοσης της αγωγής" μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο Αθηνών ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι προκειμένου να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του Ν. 3205/203 νοσοκομειακό επίδομα, δεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ.
β του Ν. 3235/2004 με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν. 3235/2004 (18.2.2004), αλλά προσέφυγε στην συνταγματική αρχή της ισότητας κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, παρόλο που η προσφυγή στις πιο πάνω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής.
Και τούτο διότι οι επίδικες κατά την αγωγή αξιώσεις των αναιρεσίβλητων για την καταβολή σε αυτούς του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσαν την χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 30.9.2011, ήτοι περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.
Α-5 του Ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθμ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.
Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 και 10 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ. 5 του Ν. 3205/2003, 5 παρ. 1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989 και 12 παρ. 1 του Ν. 2071/1992 και επεκτατικά την συνταγματική αρχή της ισότητας, καθότι το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί του ΙΚΑ που απασχολούνται σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) και όχι οι ιατροί που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. περαιτέρω προβάλλει ως επιχείρημα υπέρ των απόψεών του στον ίδιο αναιρετικό λόγο ότι τυχόν επιδίκαση του ένδικου νοσοκομειακού επιδόματος (ύψους 176,08 ευρώ μηνιαίως από 1.7.2002 δυνάμει της με αριθ. 2/27895/022/2.7.2002 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των συναρμόδιων Υπουργών, εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 3016/2002 και ήδη αναπροσαρμοσθέντος σε 240 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2004 με το άρθρο 8-Α παρ. 5 του Ν. 3205/2003) θα είχε ως συνέπεια να βρεθούν σε ευμενέστερη θέση οι αναιρεσίβλητοι ιατροί των μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ σε σχέση με τους νοσοκομειακούς ιατρούς (του Δημοσίου), μέλη της ΠΟΕΔΗΝ.
Και τούτο διότι στους ιατρούς του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αναιρεσίβλητοι, είχε επεκταθεί με απόφαση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για λόγους ίσης μεταχείρισης και το προβλεπόμενο από το Ν. 2956/2001 για το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλληλικό προσωπικό των Ασφαλιστικών Οργανισμών ειδικό επίδομα εξομάλυνσης ύψους 176 ευρώ μηνιαίως (άρθ. 49 παρ. 2 του νόμου αυτού).
Κατά συνέπεια η επιδίκαση και του νοσοκομειακού επιδόματος στους αναιρεσίβλητους θα είχε ως αποτέλεσμα οι εν λόγω ιατροί να λαμβάνουν δύο επιδόματα (το επίδομα εξομάλυνσης ύψους 176 ευρώ και το νοσοκομειακό επίδομα ύψους-αρχικά-176,08 ευρώ), ενώ οι νοσοκομειακοί ιατροί του Δημοσίου (μέλη της ΠΟΕΔΗΝ) να λαμβάνουν μόνο το ένα επίδομα (το νοσοκομειακό), πράγμα που αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και που δεν μπορεί να ήθελε ο νομοθέτης.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί όμως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αντίθετο συμπέρασμα. Πέραν του ότι και τα δύο επιδόματα (εξομάλυνσης και νοσοκομειακό) λαμβάνουν κατά νόμο ήδη οι υπηρετούντες στα πέντε νοσοκομεία του Ιδρύματος ιατροί (κλειστής νοσηλείας), η εκ του νόμου επέκταση της καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος στους υπηρετούντες σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προκύπτει από το γεγονός της εξομοίωσης με μεταγενέστερο νόμο (Ν. 3235/2004) των εν λόγω μονάδων με κέντρα υγείας, στο απασχολούμενο προσωπικό των οποίων προβλέπεται ήδη η χωρίς εξαιρέσεις καταβολή του εν λόγω (νοσοκομειακού) επιδόματος κατά τις διακρίσεις του νόμου (Ν. 3205/2003).
Τέλος δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα και κατά συνέπεια ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).
Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".
Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, 696/2015, 341/1990). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, 121/2016, 296/2013, 1655/2010, 341/1990, ΣτΕ 1297/2011,199/2007).
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ΑΝ 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 25/2018).
Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, εφόσον πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου) το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή και απέρριψε τον προβληθέντα ενώπιον του Ειρηνοδικείου ισχυρισμό περί συμπληρώσεως της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 24.7.2010.
Ειδικότερα με τον αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ. 1 του Α.Ν 1846/1951 και 5 του Ν. 3210/1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του (οικονομικού) προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995.
Κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ. 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια, με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.
Ωστόσο, το Ειρηνοδικείο, δεχόμενο ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή ορθά, κατά τη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, και, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος, καθ' ο μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Καθ' ο μέρος, όμως, το Ειρηνοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, οι οποίες ορθά υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του Α.Ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή, απέρριψε την ένσταση παραγραφής και για τις πέραν της πενταετίας αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 22.7.2007 (χρόνος κατάθεσης ένδικης αγωγής: 20.7.2012), εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και, επομένως, κατά το μέρος αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς την απόρριψη στο σύνολό της της ενστάσεως παραγραφής και τις συνδεόμενες με αυτήν κρίσεις και διατάξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση η υπόθεση επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναιρέσεως ο οποίος ευδοκίμησε, ήτοι στην εκ νέου κατ' ουσίαν έρευνα της από 20.7.2012 αγωγής, και γενομένης δεκτής εν μέρει της ενστάσεως παραγραφής, μόνο για τις πέραν της πενταετίας αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 21.7.2007, οι αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 22.7.2007 έως 30.9.2011 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 12.072 ευρώ (240 ευρώ μηνιαίως x 50 μήνες και 9 ημέρες) και όχι στο ποσό των 16.560 ευρώ.
Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της ένστασης παραγραφής, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 12.072 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση, πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου εξ αυτών (ΚΠολΔ 176,178 παρ. 1, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους: 24ο και 31ο των αναιρεσιβλήτων. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
Αναιρεί την 1211/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Υποχρεώνει τον εναγόμενο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση, το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εβδομήντα δύο (12.072) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Και
Καταδικάζει τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος για την παρούσα δίκη και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ