Supreme Court dismisses appeal on property ownership dispute, upholding lower court's finding of adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment establishing the respondent's ownership of a specific land parcel. The court found the appellant's arguments regarding the respondent's admission of the disputed area to be irrelevant, as the specific 9.97 square meters claimed by the respondent did not match the 17.70 square meters alleged by the appellant. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and evidence to determine ownership through adverse possession, rejecting the appeal on substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570, 579, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment establishing ownership via adverse possession is inadmissible if the disputed area claimed by the appellant does not correspond to the area recognized by the lower court, rendering the appeal substantively baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 795 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 795/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-εκκαλούντος-εναγομένου: Σ. Σ. του Ρ. και Χ., κατοίκου ... Δήμου ... Νομού και Περιφερειακής Ενότητας …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της καθής η κλήση-εφεσίβλητης-ενάγουσας: Α Κ., συζύγου Σ., το γένος Ι. και Φ. Ο. Κ., κατοίκου ... Δήμου ... Νομού και Περιφερειακής Ενότητας …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουρτίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2011 αγωγή της ήδη καθής η κλήση, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 401/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη καθής η κλήση με την από 29-12-2014 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 989/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 48/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη καλών με την από 9-7-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 915/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, η οποία επισπεύσθηκε με την από 2-1-2020 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Τμήματος αυτού για νέα συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, με την από 2-1-2020 κλήση του εναγομένου-εκκαλούντος Σαλή Σουβαρή, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 915/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 42/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως εφετείο, και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο.
2. Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 ισχύει με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και n έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την απόφαση αυτή, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ.
και αφού παρασχεθεί n δυνατότητα στους διαδίκους να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση ,από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η εφεσίβλητη-ενάγουσα Α.
Κ., με την από 12-7-2011 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, εξέθετε ότι είναι κυρία της επαρκώς περιγραφόμενης στο δικόγραφο της έκτασης, εμβαδού 181,64 τ.μ. που βρίσκεται στον οικισμό ... του Δήμου ... Νομού …, την οποία απέκτησε με παράγωγο τρόπο (με το …/2009 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αναστασίας Γαλανοπούλου, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί,) αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι ο εναγόμενος, κύριος όμορου ακινήτου, έχει καταλάβει τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, εμβαδού 9,97 τ.μ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία του εν λόγω επίδικου ακινήτου, εμβαδού 9,97 τ.μ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 401/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να ερευνήσει τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ηττηθείς εναγόμενος, και το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, δικάζοντας ως εφετείο, με την υπ'αριθμ.108/2014 απόφαση, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, έκρινε ότι η αγωγή κατά το μέρος που στηριζόταν στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), ήταν νομικά αβάσιμη και, ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης η ενάγουσα, άσκησε την από 29-12-2014 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την οποία ζήτησε την αναίρεσή της για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Επί της, ως άνω, αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 989/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβληθείσα εφετειακή απόφαση κατά παραδοχή του από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ακολούθως, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης με την υπ' αριθ. 48/2018 απόφασή του, έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου. Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης ο εναγόμενος, άσκησε την από 9-7-2018 (δεύτερη) αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την οποία ζήτησε την αναίρεσή της για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.
Τέλος, το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 915/2019 απόφασή του ανήρεσε την ανωτέρω εφετειακή απόφαση, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ακολούθως δε, κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση.
3. Το παρόν δικαστήριο, ως δικαστήριο της αναπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως, ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, θα επανεξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση. Η κρινόμενη, λοιπόν, από 9.9.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 25/2012 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της 401/2012 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθόσον επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εναγόμενο έλαβε χώρα την 21-8-2012,και η άσκηση της έφεσης την 17-9-2012), καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την αυτή διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
4. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη με την από 12.7.2011 αγωγή της εξέθετε ότι δυνάμει του υπ' αρ. …/….5.2009 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αναστασίας Γαλανοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στις 7.5.2009 στον Τόμο … α.α. …, απέκτησε από την αδελφή της Α. Ν. την κυριότητα, νομή και κατοχή του λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο αδελφή της με πρωτότυπο τρόπο και δη κατόπιν άτυπης δωρεάς από τον πατέρα τους Ι.
το έτος 1971 και η οποία έκτοτε ασκούσε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής χρησιδεσποτείας, καθιστάμενη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ότι από το 1971 που η δικαιοπάροχος της έλαβε στην κατοχή της το περιγραφόμενο ακίνητο μέχρι την 5.5.2009 το κατείχε και το νεμόταν διανοία αποκλειστικής κυρίας και χωρίς διακοπή.
Ότι η ενάγουσα από τη μεταβίβαση του ακινήτου σ' αυτήν και μέχρι την άσκηση της αγωγής νέμεται με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη το ίδιο ακίνητο. Ότι το έτος 1989 ο εναγόμενος εισήλθε στο ακίνητο της αδελφής της και κατέλαβε τμήμα αυτού συνολικού εμβαδού 17,70 τ.μ., ανεγείροντας τοιχίο και αποβάλλοντάς την από τη νομή και κατοχή της στο εν λόγω εδαφικό τμήμα του μείζονος ακινήτου της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.
Ότι η δικαιοπάροχός της διαμαρτυρήθηκε έντονα στον εναγόμενο, αλλά επειδή δεν ήθελε να ζουν σε περιβάλλον έντασης άφησε την έκταση αυτή στον εναγόμενο και δεν ζήτησε την απόδοση της. Ότι αρχές Δεκεμβρίου του 2008 η δικαιοπάροχος της ξεκίνησε την αντικατάσταση της περίφραξης όλου του οικοπέδου της αρχίζοντας από την δυτική πλευρά αυτού, αλλά προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας.
Ότι τέλη Μαΐου του 2011 άρχισε να κατασκευάζει την περίφραξη που είχε ξεκινήσει η δικαιοπάροχος της, όμως ο εναγόμενος δεν της επέτρεψε να τοποθετήσει την περίφραξη κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του οικοπέδου της, που ορίζει αυτό από τη δυτική πλευρά του όμορου δικού του οικοπέδου, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα.
Ότι αποβλήθηκε από τον εναγόμενο επί του περιγραφόμενου κατά θέση και όρια εδαφικού τμήματος, έκτασης 9,97 τ.μ., που ανέκαθεν αποτελούσε μέρος του οικοπέδου της και στο οποίο η δικαιοπάροχος της ασκούσε πράξεις νομής χρησιδεσποτείας από το έτος 1971 και έως την μεταβίβασή του στην ενάγουσα, η οποία συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής στην ίδια παραπάνω έκταση, της επίδικης λωρίδας περιλαμβανόμενης.
Ότι η αξία της επίδικης έκτασης ανέρχεται στο ποσό των 3.000,00.-€. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της, να αναγνωριστεί κυρία της εν λόγω επίδικης έκτασης, με στοιχεία Μ-Μ1-Λ1-Λ2-Λ-Μ, όπως αυτή εμφαίνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Ιούλιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Φ. και να καταδικαστεί ο αντίδικος στα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την αγωγή αυτή κατά την τακτική διαδικασία κατ' αντιμωλία των διαδίκων, με την εκκαλουμένη οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1094 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι μοναδικό έρεισμα έχει στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτης χρησικτησίας), ενώ το αίτημα αυτής στηριζόταν κατά νόμο και στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, την δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας στην επίδικη εδαφική λωρίδα, επιβάλλοντας σε βάρος του εναγόμενου τη δικαστική της δαπάνη.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος με τους κρινόμενους δύο λόγους της ένδικης έφεσής του, που δεόντως εκτιμώμενοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου κατά παράβαση και των αρχών που αρύονται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της έφεσης, ζητώντας την εξαφάνιση άλλως τη μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αγωγή και να καταδικαστεί η αντίδικος στη δικαστική του δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
5. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα. (Ολ ΑΠ 2/2008) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της σύμβασης της Ρώμης, διότι η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δεν έγινε σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, συνεπώς, δεν ελήφθησαν υπόψη ούτε εφαρμόσθηκαν οι εγγυήσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη η οποία παραβιάσθηκε κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί με την επικαλούμενη διάπραξη των νομικών σφαλμάτων από το Ειρηνοδικείο ,δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της έφεσης.
6. Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, προκύπτει, ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντα, δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus).
Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.
Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε αυτό κάθε στιγμή. Η διάνοια κυρίου, επίσης, εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η φύλαξη του ακινήτου. (ΑΠ 1544/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι'αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία) ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (άρθρο 976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.
Από τα παραπάνω συνάγεται, επίσης, ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 85/2015).
7. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα με επίκληση προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από την υπ' αρ.
…/….3.2012 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ν. του Ρ., που λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ξάνθης Παναγιώτας Χατζοπούλου-Μπαϊρα, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου (βλ. από 13.3.2012 κλήση και υπ' αρ. 260 Γ/13.3.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Κ. Κ.), από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που προσκομίστηκαν το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, που παραδεκτώς λαμβάνονται υπ' όψιν κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης (άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ), μερικά των οποίων θα αναφερθούν κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται, για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς και λαμβάνονται υπ' όψιν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α') οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους διαδίκους (άρθρα 444 παρ. 1γ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), β') οι κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης (από 2.2.2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Τ.
Σ. και η άνευ ημεροχρονολογίας τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Δ. Ζ.), γ') τα δημόσια έγγραφα της ποινικής προδικασίας και άλλων αστικών δικών μεταξύ των διαδίκων που έχουν σχέση με την επίδικη διαφορά, και δ') οι ληφθείσες, στο πλαίσιο άλλης δίκης και δη αυτής που ανοίχθηκε με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης υπ' αρ. 194/2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εφεσίβλητου, ένορκες βεβαιώσεις που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν δόθηκαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη στην οποία προσκομίζονται, οπότε είναι υποστατά αποδεικτικά μέσα, εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 336 παρ. 3, 339, 395 ΚΠολΔ) ήτοι (ί) οι προσκομισθείσες από την ενάγουσα με τις προτάσεις της, με νόμιμη επίκληση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπ' αρ.
…, …, …/…..6.2011 και …/….6.2011 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Μ. του Μ., Χ. Α. Ο. του Μ., Α. Ν. του Ι. και Φ. Ν. του Χ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ξάνθης Παναγιώτας Χατζοπούλου-Μπαίρα, επιμελεία της καθ' ης η αίτηση (ήδη εφεσίβλητης) κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της και ήδη εκκαλούντος (βλ.
από 15.6.2011 και 23.6.2011 κλήσεις και υπ' αρ. 10439 Β'/15.6.2011 και 10471 Β'/23.6.2011 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Κ. Κ.) και (ιι) υπ' αρ. …./….6.2011 ένορκη βεβαίωση του Χ. Χ. του Χ. που λήφθηκε ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Ξάνθης επιμελεία του αιτούντος κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου του στη δίκη εκείνη, που προσκόμισε μετ' επίκλησης στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εναγόμενος και προσκομίζουν μετ' επίκλησης στην παρούσα δίκη αμφότεροι οι διάδικοι (βλ.
υπ' αρ. 11587/17.6.2011 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ε. Τ.), εκτιμώνται δε ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα, που δεν φέρουν την υπογραφή του εκδότη καθώς και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια τους (449 παρ. 2 ΚΠολΔ) από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο (ΑΠ 189/2011) πλην του προσκομιζόμενου από την ενάγουσα μετ' επίκλησης των προτάσεων της στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, και απαραδέκτως προσκομισθέν με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εγγράφου που συντάχθηκε εν είδει ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον ενός κατονομαζόμενου ως Ιμάμη του χωριού … που προσκομίζεται σε απλή φωτοτυπία με συνημμένη την σε επικυρωμένο αντίγραφο μετάφραση του από άγνωστη γραφή στην ελληνική, που είναι ανυπόστατο και δεν λαμβάνεται υπ' όψιν.
Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. …/…-5-2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αναστασίας Γαλανοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η αδελφή της ενάγουσας Α. Ν. του Ι., της μεταβίβασε την κυριότητα ενός οικοπέδου, έκτασης 181,64 τ.μ. που βρίσκεται στον … Δήμου ...
…, όπως περιγράφεται κατά θέση ,όρια και πλευρικές διαστάσεις με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ και Α, στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο αυτό από μηνός Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Ζ.. Το ακίνητο αυτό συνορεύει ανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. Μ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου, δυτικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Α.
Ο. Χ., εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Μ. και εν μέρει με κοινοτικό δρόμο, βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Χ. και νότια εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Μ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Σ.. Ο εναγόμενος είναι κύριος όμορου ακινήτου στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και το έτος 1986 έκτισε εντός του οικοπέδου του διώροφη οικία, κρατώντας απόσταση τουλάχιστον 2,5 μέτρων από τα όρια του οικοπέδου του με το ακίνητο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και, στη συνέχεια, το έτος 1989 προέβη σε επέκταση της οικίας του προς τα δυτικά ,αφαίρεσε την υφιστάμενη μεταξύ των δύο ακινήτων περίφραξη και εισήλθε σε τμήμα του οικοπέδου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Α. , εμβαδού 17,70 τ.μ.
το οποίο κατέλαβε αποβάλλοντας την από τη νομή και κατοχή της. Την εναπομείνασα έκταση του ως άνω οικοπέδου της, εμβαδού 181,64 τ.μ (στην οποία δεν περιλαμβάνεται η καταληφθείσα έκταση των 17,70 τ.μ.) μεταβίβασε, στη συνέχεια, το έτος 2009, στην ενάγουσα, η ως άνω δωρήτρια αδελφή της. Κατά τα τέλη Μαΐου 2011 η ενάγουσα εξέδωσε άδεια περίφραξης του ακινήτου της, και ξεκίνησε την τοποθέτηση της περίφραξης. 'Όταν όμως έφτασε στο σημείο που γειτνιάζουν τα ακίνητα των διαδίκων (στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου της ενάγουσας ) ο εναγόμενος την εμπόδισε να τοποθετήσει την περίφραξη και απομάκρυνε τους πασσάλους που είχε ήδη τοποθετήσει καταλαμβάνοντας τμήμα εδαφικής έκτασης που εκτείνεται ανάμεσα στα όμορα ακίνητα των διαδίκων, δηλαδή, στη νοτιοανατολική πλευρά του οικοπέδου της ενάγουσας και στη δυτική πλευρά του οικοπέδου του εναγομένου και πίσω από την επέκταση της οικίας του, η οποία εδαφική έκταση, έχει σχήμα τραπεζίου, με συνολικό εμβαδόν 9,97 τ.μ.,όπως εμφαίνεται υπό στοιχεία Μ-Μ1-Λ1-Λ2-Λ-Μ, στο από Ιουλίου τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Φ. που προσαρτάται στην ένδικη αγωγή. Στην ανωτέρω εδαφική λωρίδα ο εναγόμενος δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης από την ιδιοκτησία του, καθόσον ο τοίχος που έχει ανεγείρει κατόπιν της κατάληψης του οικοπέδου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας το έτος 1989,είναι ο πίσω τοίχος της επέκτασης της οικίας του, πάνω στον οποίο δεν υπάρχουν ανοίγματα, δηλαδή πόρτα, παράθυρα (τυφλό).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ακίνητο αυτό που συνορεύει νοτιοανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου, σε μήκος 16,58 μέτρων, η ως άνω αδελφή της ενάγουσας ασκούσε ανενόχλητα τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με διάνοια κυρίου (καλλιέργεια οπωροκηπευτικών, καθαρισμό, εποπτεία οριοθέτηση, επίβλεψη, προστασία του από επιβουλές τρίτων) από το έτος 1971, οπότε ο πατέρας της Ι.
της παραχώρησε με άτυπη δωρεά τη νομή του και έκτοτε αυτή ασκούσε επ' αυτού τις πιο πάνω πράξεις νομής, μέχρι τη μεταβίβαση της νομής της στην ενάγουσα με το παραπάνω συμβόλαιο, την 6-5-2009. Η ενάγουσα, έκτοτε συνέχισε να ασκεί, μέχρι το μήνα Μάιο 2011, ανενόχλητα, πράξεις νομής (επίβλεψη, καλλιέργεια οπωροκηπευτικών) στο πιο πάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου και με νόμιμο τίτλο .
προσμετρώντας στη νομή της και τη νομή της δικαιοπαρόχου της, και έτσι κατέστη κυρία αυτού με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Σαφής περί όλων αυτών είναι η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που είναι τρίτος και δεν αντικρούεται πειστικά από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης (υιού του εναγομένου) που εμπεριέχονται στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης και η με αριθμό …/…-3-2012 ένορκη βεβαίωση, η οποία αφορά ειδικώς την επίδικη έκταση ,του μάρτυρα της ενάγουσας Χ.
Ν. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Παναγιώτας Χατζοπούλου που δόθηκε μετά προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του εναγομένου, στην οποία χαρακτηριστικά αναφέρει ότι: "Από το 2009, αυτό το τμήμα που είναι μέρος του οικοπέδου που ανήκει στην Α. Κ., η οποία μάλιστα το χρησιμοποιούσε και η ίδια σαν μπαχτσέ. Το κομμάτι αυτό δεν ανήκε ποτέ στο Σ.
Σ., δεν είδα ποτέ αυτόν να καλλιεργεί οπωροκηπευτικά ή να φυτεύει δενδρύλλια και άλλωστε δεν έχει πρόσβαση στο επίδικο από το οικόπεδο του". Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν ανήκε ποτέ στην κυριότητα της ενάγουσας, αλλά αποτελεί τμήμα του δικού του ακινήτου, εμβαδού 175,63 τ.μ., το οποίο του είχε δωρίσει άτυπα ο πατέρας του Ρ.
το έτος 1980, και έκτοτε ασκούσε σε αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, με συνέπεια να καταστεί κύριος με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει με επίκληση και το από Δεκεμβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε.
Κ., που υποβλήθηκε για την έκδοση οικοδομικής άδειας και φέρει την από 3-4-1987 βεβαίωση αυτοψίας, σύμφωνα με το οποίο η βόρεια πλευρά του κτίσματος απέχει 2,5 μέτρα από το δυτικό όριο του οικοπέδου του, η δε νότια 4,30 μέτρα από τα όρια αυτού με το ακίνητο της ενάγουσας και στο οποίο υπάρχει βεβαίωση υπαλλήλων της πολεοδομίας με το εξής περιεχόμενο "Βεβαιώνουμε ύστερα από αυτοψία ότι στο εικονιζόμενο ....οικόπεδο αυτό βρίσκεται μέσα στα όρια του προϋφιστάμενου πριν του έτους 1923 οικισμού ......"Από την επισκόπηση του ως άνω τοπογραφικού προκύπτει ότι υφίσταται σ'αυτό καταχωρημένη υπεύθυνη δήλωση του εναγομένου" ότι τα όρια του οικοπέδου μου, όπως έχουν υλοποιηθεί είναι σωστά ".
Ενόψει αυτών, εφόσον δεν προκύπτει ότι αντικείμενο της αυτοψίας και έρευνας αποτέλεσε και το αν πράγματι τα δηλωθέντα όρια του οικοπέδου του εναγομένου έχουν υλοποιηθεί σωστά, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το ανωτέρω σχεδιάγραμμα απεικονίζει, αναληθώς, ότι στο όμορο οικόπεδο της ενάγουσας υφίσταται δρόμος πλάτους 2,50 μέτρων, γεγονός που συνομολογεί και ο εναγόμενος στις προτάσεις του, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την πραγματική απόσταση της οικοδομής του εναγομένου από το οικόπεδο της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και για την πραγματική έκταση του δικού του ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του ως άνω τοπογραφικού και, κατ'ακολουθίαν, αν πράγματι, μετά την συνομολογούμενη επέκταση της οικοδομής του εναγομένου, το έτος 1989, προς την πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας η επίδικη εδαφική έκταση εμπεριέχεται στο ακίνητο του.
Εξάλλου ο τελευταίος, μολονότι προσκομίζει με επίκληση την 2-2-2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Τ. Σ., δεν προσκομίζει πρόσφατο τοπογραφικό διάγραμμα για να αποδειχθεί ποια είναι η σημερινή έκταση του ακινήτου του μέχρι το σημείο που καταλαμβάνει, η επ 'αυτού, μετά και την επέκτασή της, κατά το έτος 1989, οικοδομή του, σε σχέση και με την έκταση που αναφέρεται στο ως άνω τοπογραφικό, ούτε εξάλλου στην ως άνω τεχνική έκθεση που αποτυπώνει τα ακίνητα των διαδίκων μνημονεύεται η έκταση της ιδιοκτησίας του εναγομένου.
Και ναι μεν στην ίδια τεχνική έκθεση, επισυνάπτεται το από Ιανουάριος 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Ζ. Ε., με θέμα "αποτύπωση υφιστάμενης κατάστασης πλην όμως σε αυτό δεν περιγράφεται με περιμετρικά στοιχεία και δεν αναφέρεται το εμβαδόν του ακινήτου του εναγομένου, σύμφωνα με την υφιστάμενη κατάσταση.
Τέλος, να σημειωθεί, ότι όσα υποστηρίζει ο εναγόμενος με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, περί δικαστικής ομολογίας της ενάγουσας που συνάγεται από τα περιστατικά, τα οποία εκθέτει στην αγωγή της ως προς την κατάληψη εδαφικού τμήματος 17,70 τ.μ.
του όμορου ακινήτου της δικαιοπαρόχου της από τον εναγόμενο, κατά την επέκταση της οικίας του στο οικόπεδο του το έτος 1989, αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι το εν λόγω εδαφικό τμήμα δεν αποτελεί αντικείμενο της προκείμενης δίκης, η οποία αφορά την κτήση κυριότητας της ενάγουσας με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του επίδικου εδαφικού τμήματος 9,97τ.μ.,που περιγράφηκε παραπάνω, το οποίο δεν ταυτίζεται με εκείνο των 17,70 τ.μ.
που αναφέρεται διηγηματικά στην ένδικη αγωγή.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία της επίδικης εδαφικής έκτασης με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), έστω και με εν μέρει ελλιπείς και εν μέρει με διαφορετικές αιτιολογίες, που παραδεκτά και νόμιμα συμπληρώνονται και αντικαθίστανται αντίστοιχα, με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι ,όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης ενάγουσας θα επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος εναγομένου λόγω της ήττας του (άρθ. 176,183 και 191 & 2 ΚΠολΔ), κατά το νόμιμο αίτημα της ενάγουσας, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο. (άρθρο 495 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την από 9.9.2012 έφεση, με αριθ. κατάθ. 25/2012, κατά της με αριθμό 401/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο εκκαλών.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης εναγόμενης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης