Legislator Case Law & Legislation
795/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employment contracts, ruling apprenticeship agreements are valid and not voidable.

Case Number 795/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their lawsuit. The appellants argued their contracts were voidable, but the lower court correctly identified them as valid apprenticeship agreements under Greek law. Consequently, the court upheld the dismissal of the claim for unpaid wages and benefits based on unjust enrichment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 904 et seq. of the Civil Code; Article 22(1)(a) of the Constitution; Article 20(15) of Law 2639/1998; Article 559(1)(a)(i) of the Code of Civil Procedure: Valid apprenticeship contracts do not constitute voidable employment contracts, thereby precluding claims for wages and benefits under unjust enrichment provisions.

Keywords

AI generated
apprenticeship contract validity voidable employment contracts unjust enrichment claims labor law interpretation appeal dismissal civil code provisions wages and benefits

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669 and 672 of the Civil Code
Article 904 et seq. of the Civil Code
Article 22(1)(a) of the Constitution
Article 20(15) of Law 2639/1998
Article 559(1)(a)(i) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 795 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 795/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Δ.Γ του Γ, 2) Κ. Λ. του Ν, 3) Β. Π. του Γ, 4) Ν. Τ. του Ι., 5) Β. Μ. του Δ., 6) Ε. Α. του Ν. και 7) Μ. Ν. του Α., κατοίκων …… που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόκτιστος Πιπερόπουλος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ηρωικής Πόλης Νάουσας.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νάουσα Ημαθίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Τσιαούσκογλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν η 43/ΕΡ-ΔΙ/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1379/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2017 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 736/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και κατόπιν αυτού επανέφεραν την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2018 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον...

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.

Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Σε κάθε περίπτωση όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 2024/2017, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 126/2015) και κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920.

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτριο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με το άρθρο 7 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Σημειώνεται δε, ότι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Η διάταξη αυτή όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη των εναγόντων κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα κατά τα έτη 2007 και 2008. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.

β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού.

Εξ άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Ειδικότερα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β').

Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και γι' αντικειμενικούς λόγους τον χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων και τέλος στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τ' ανωτέρω προγράμματος υποστηριζομένου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ.2 εδ.

β αυτού. Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν το συμφωνημένο μισθό.

Συνήθως ο εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνοντας αυτόν. Τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός.

Αν τυχόν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 10/2018, ΑΠ 1770/2017, ΑΠ 873/2009).

Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 1770/2017, ΑΠ 1006/2017, ΑΠ 352/2016).

Περαιτέρω ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση, η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 7/2011, ΑΠ 530/2013). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.

ΑΠ 7/2011, Ολ. ΑΠ 18/2006).

Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται, για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 58/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 15-7-2010 και με αριθ. καταθ. 2783/ΕΡ-ΔΙ/180/2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας οι ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι στις 4-1-2008, 3-10-2007, 10-12-2007, 7-1-2008, 1-2-2008, 1-2-2008 και 7-2-2008, αντίστοιχα, συνυπέγραψαν με τον ήδη μη διάδικο Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και τον δεύτερο των εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητο, Δήμο Νάουσας, τα υπό τις αυτές χρονολογίες "συμφωνητικά συνεργασίας στα πλαίσια υλοποίησης προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage), στο οποίο πρόγραμμα συμμετείχε ως φορέας υλοποίησης αυτού ο δεύτερος εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος.

Ότι πραγματικός εργοδότης αυτών ήταν ο ήδη αναιρεσίβλητος, δεύτερος εναγόμενος στις υπηρεσίες του οποίου από τον χρόνο κατάρτισης των ανωτέρω συμφωνητικών προσέφεραν την εργασία των. Ότι ειδικότερα ο πρώτος εξ' αυτών, Δ. Γ., απασχολήθηκε στο Δήμο Νάουσας ως δημοτικός αστυνομικός από 4-1-2008 έως 31-8-2008, ως υπάλληλος του πολεοδομικού γραφείου από 1-9-2008 έως 30-4-2010 και ως υπάλληλος του ΚΕΠ από 1-5-2010 έως 7-7-2010, δυνάμει των ακόλουθων διαδοχικών συμβάσεων - ανανεώσεων συνεργασίας και ειδικότερα, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης διάρκειας από 3-10-2007 έως 2-4-2009, και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής, διάρκειας από 8-7-2009 έως 7-7-2010 και με ειδικότητα "ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ", β) η δεύτερη εξ αυτών, Κ.

Λ., απασχολήθηκε στο δήμο Νάουσας στο γραφείο προσόδων του δήμου από την 3-10-2007 έως την 7-7-2010, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης διάρκειας από 3-10-2007 έως 2-4-2009 και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής διάρκειας από 8-7-2009 έως 7-7-2010 και με ειδικότητα "ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ", γ) ο τρίτος εξ αυτών, Β. Π., απασχολήθηκε στο δήμο Νάουσας ως δημοτικός αστυνομικός από τις 10-12-2007 και έως τον Δεκέμβριο του 2009, ως υπάλληλος του γραφείου πρωτοκόλλου από τον Δεκέμβριο του 2009 έως τον Απρίλιο του 2010 και στη διεύθυνση τεχνικών υπηρεσιών από τον Απρίλιο του 2010 έως την 23-6-2010, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης, διάρκειας από 10-12-2007 έως 9-6-2009 και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής, διάρκειας από 23-6-2009 έως 23-6-2010 και με την ειδικότητα "ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ", δ) ο τέταρτος εξ αυτών, Ν.

Τ., απασχολήθηκε στο δήμο Νάουσας, ως υπάλληλος δημοτολογίου από την 7-1-2008 έως την 7-7-2008 και ως υπάλληλος στο ΚΕΠ από την 8-7-2008 έως την 17-7-2010, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης, διάρκειας από 7-1-2008 έως 16-7-2009 και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής, διάρκειας από 7-7- 2009 έως 16-7-2010 και με ειδικότητα "ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ", ε) η Πέμπτη εξ αυτών, Β.

Μ., απασχολήθηκε στο δήμο Νάουσας ως υπάλληλος της δημοτικής βιβλιοθήκης από την 1-2-2008 έως την 31-7-2010, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης, διάρκειας από 1-2-2008 έως 31-7-2009 και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής, διάρκειας από 1-8-2009 έως 31-7-2010 και με ειδικότητα "ΤΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ", στ) η έκτη εξ αυτών, Ε. Α., απασχολήθηκε στο δήμο Νάουσας ως υπάλληλος του Λογιστηρίου από την 1-2-2008 έως την 31-7-2010, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης, διάρκειας από 1-2-2008 έως 31-7-2009 και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής, διάρκειας από 1-8-2009 έως 31-7-2010 και με ειδικότητα "ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ" και ζ) η έβδομη εξ αυτών, Μ.

Ν., απασχολήθηκε στο δήμο Νάουσας ως υπεύθυνη και μόνη εργαζόμενη στο πολιτιστικό κέντρο της "Σχολής Αριστοτέλους" από 7-2-2008 έως 7-8-2010, δυνάμει της αρχικής από 16-8-2007 σύμβασης, διάρκειας από 7-2-2008 έως 6-8-2009 και της από 19-5-2009 ανανέωσης αυτής, διάρκειας από 7-8-2009 έως 7-8-2010 και με ειδικότητα "ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ". Ότι η εργασιακή τους σχέση με τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Νάουσας, ήταν στην πραγματικότητα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με πλήρες ωράριο όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου Νάουσας, άλλως σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, και όχι σύμβαση μαθητείας ορισμένου χρόνου, εξυπηρετώντας πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του δευτέρου εναγομένου, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σ' αυτούς εποπτεία και έλεγχο και γενικότερα είχαν κάθε εργοδοτική εξουσία.

Ότι ο αληθής εργοδότης τους ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, δήμος Νάουσας, ο δε πρώτος των εναγομένων, ΟΑΕΔ, ενήργησε κατά την πρόσληψή τους όχι για τον εαυτό του αλλά ως βοηθός εκπλήρωσης του Δήμου Νάουσας που ήταν ο φορέας υλοποίησης του ως άνω προγράμματος. Ότι αυτοί προσλήφθηκαν τυπικά για το πρόγραμμα κατάρτισης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του ΟΑΕΔ, όμως το πρόγραμμα αυτό δεν ήταν γνήσιο πρόγραμμα κατάρτισης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αλλά ένας έμμεσος τρόπος πλήρωσης των κενών θέσεων εργασίας που υπήρχαν στο Δήμο Νάουσας.

Ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους (μισθός) που αυτοί ελάμβαναν ήταν μικρότερες των νομίμων, χωρίς ποτέ να τους καταβληθούν δώρο Πάσχα, δώρο Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας των ετών 2007, 2008, 2009 και 2010. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος Νάουσας, δια του εκπροσώπου του, στις αρχές του έτους 2010 τους ανακοίνωσε, ότι δεν θα συνεχίσει να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που τους συνέδεε χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου και χωρίς την καταβολή της νόμιμα οφειλόμενης σ' αυτούς αποζημίωσης απόλυσης.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως παραδεκτά έτρεψαν το αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά την εκδίκαση αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί α) ότι η συνδέουσα αυτούς και τους εναγόμενους συμβατική εργασιακή σχέση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από της αρχικής προσλήψεως εκάστου εξ αυτών, άλλως από την ημερομηνία ανανέωσης των συμβάσεών των, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενόμενης, κατά τις προεκτεθείσες ημερομηνίες για κάθε ένα των εναγόντων, καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στο μέλλον να αποδέχονται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής τους με το διατακτικό της αποφάσεως του δικαστηρίου, δ) άλλως και όλως επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχαν την εργασία τους στο δεύτερο των εναγομένων με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας απλής δηλαδή σχέσης εργασίας, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων το ποσό των 1.936,66 ευρώ σε κάθε ένα από τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, έκτη, έβδομη και όγδοη των εναγόντων, το ποσό των 2.296 ευρώ στη δεύτερη και αυτό των 2.188,66 ευρώ στην πέμπτη των εναγόντων, ε) άλλως και όλως επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι το καθεστώς υπό το οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες των στους εναγομένους είναι αυτό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, στ) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον κάθε ένα εξ αυτών χρηματικά ποσά για μη καταβληθείσες διαφορές αποδοχών (μισθών), σε σχέση με τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων του δευτέρου εναγομένου, επιδόματα εορτών και αδείας, άλλως να τους καταβάλουν τα εν λόγω ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 43/ΕΡ-ΔΙ/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως προς μεν τον πρώτο εναγόμενο (ΟΑΕΔ) ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, ως προς δε τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) απερρίφθη αυτή (αγωγή) ως προς μεν την κύρια βάση αυτής ως μη νόμιμη, σιωπηρώς δε ως προς την επικουρική.

Επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1379/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφού κρίθηκε η αγωγή μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση. Επί της ασκηθείσης υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης εξεδόθη η υπ' αριθ. 736/2018 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε η συζήτηση της αναίρεσης αυτής έως ότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Ήδη μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 10/2018 απόφασης της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του παραπεμφθέντος σ' αυτήν κατά τα ανωτέρω ζητήματος, νομίμως επανέρχεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με την από 5-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων-εναγόντων. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1379/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 43/ΕΡ-ΔΙ/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας έχει ασκηθεί νομότυπα και εντός της κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 16-6-2014 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου την 19-6-2017 ήτοι την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα, δεδομένου ότι η ως άνω τριετής προθεσμία έληγε (τελευταία ημέρα) σε κατά νόμο εξαιρετέα ημέρα (Σάββατα 17-6-2017) (αρθ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) (Ολ.

ΑΠ 10/2018) απορριπτομένων συνεπώς των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής, όπως το περιεχόμενό της αναφέρεται παραπάνω, προκύπτει ότι οι ενάγοντες συνήψαν σύμβαση μαθητείας ορισμένου χρόνου, άλλως εργασίας ορισμένου χρόνου με τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Νάουσας...

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή με το εκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα, είναι μη νόμιμη, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική βάση της, για το λόγο ότι η σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων και του δευτέρου εναγομένου, με το συμφωνητικό συνεργασίας που υπέγραψε ο καθένας από αυτούς, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, δηλαδή γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας ...

και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ... Μη νόμιμη όμως τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας διοικητικών υπηρεσιών του δευτέρου εναγομένου, οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (4-1-2008, 3-10-2007, 10-12-2007, 7-1-2008, 1-2-2008, 1-2-2008, 7-2-2008), το οποίο κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στη σύμβαση μαθητείας (άρθρο 2 παρ.2 εδ.

α') και με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της EE (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε μετά την έναρξη της ισχύος του κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή του σε αορίστου χρόνου αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωση, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.

Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως σύμβαση αορίστου χρόνου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι ο εναγόμενος Δήμος, στον οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτων στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες, αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους αναφερόμενους στην παρ.1 του άρθρου 25 του Ν. 2639/1998 φορείς απασχόλησης και όχι μόνο τον δεύτερο εναγόμενο και ότι η αρχική διάρκειά τους (18 μηνών) παρατάθηκε

για ακόμα ένα 12μηνο όχι με πρωτοβουλία του δεύτερου εναγομένου, αλλά στα πλαίσια της υπ' αριθμ. 2425/20/19-5-2009 απόφασης του ΟΑΕΔ, δεν μπορεί να γίνει λόγος για σύμβαση εργασίας, αλλά, όπως άλλωστε, προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες οι ενάγοντες συμμετείχαν με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όρισε η ΥΑ 112392 ΦΕΚ Β 1813/2004, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, για τη δυνατότητα υλοποίησης από τον δεύτερο εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), οι οποίες μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων, λύθηκαν αυτοδικαίως.

Συνεπώς, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, δεν δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων στο Δήμο Νάουσας με σύμβαση αορίστου χρόνου, αλλά ούτε και με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αφού δεν συνδέονταν κατά τα προαναφερόμενα, με τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Δήμο Νάουσας, με συμβάσεις εργασίας, αλλά με συμβάσεις μαθητείας. Ούτε όμως και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορεί να αξιώσει τις αποδοχές αυτές, αφού οι διατάξεις των άρθρων 904 επ του ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας. Για τους ίδιους δε λόγους, δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών και αδείας, δεδομένου ότι τα επιδόματα αυτά δικαιούνται ευθέως μεν εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι όμως που συνδέονται με τον εργοδότη τους, έστω με απλή σχέση εργασίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται .....".

Εν προκειμένω με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι γνήσιες συμβάσεις μαθητείας και απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής από την κύρια βάση αυτής ως μη νόμιμα, απέρριψε ως μη νόμιμο και το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί καταβολής των αιτουμένων με την αγωγή ποσών βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το οποίο αίτημα εστηρίζετο στην επικουρική βάση της αγωγής, ήτοι αυτή της υπάρξεως εν προκειμένω απλής σχέσης εργασίας, περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εάν ήθελε κριθεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον ήδη αναιρεσίβλητο με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι το Εφετείο σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής προέβη κατ' αρχήν σε νομικό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή και ορθά χαρακτήρισε τις ανωτέρω συμβάσεις ως γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, απορρίπτοντας κατόπιν τούτου την κύρια βάση της αγωγής και τα στηριζόμενα σ' αυτήν αιτήματα ως μη νόμιμα.

Περαιτέρω, και όσον αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, εδικαιούντο όμως οι ενάγοντες να λαμβάνουν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι αντί αυτών εργαζόμενοι, απασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού μπορούν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες να αξιώσουν την καταβολή των αποδοχών αυτών, δεδομένου ότι οι διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, περίπτωση που δεν υφίσταται εν προκειμένω, διότι οι επίδικες συμβάσεις είναι έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας. Επίσης το Εφετείο έκρινε ότι για τους ίδιους λόγους δεν δικαιούνται οι ενάγοντες τα επιδόματα εορτών και αδείας, δεδομένου ότι δικαιούνται μεν αυτά ευθέως εκ του νόμου οι εργαζόμενοι, πλην όμως αυτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους έστω με απλή σχέση εργασίας, περίπτωση η οποία εν προκειμένω δεν υφίσταται αφού, κατά τα προεκτεθέντα οι ένδικες συμβάσεις είναι έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 περ. α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν.2639/1998, 648 επομ., 904 επ. του ΑΚ και συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 19-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1379/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 29 της 795/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.