Legislator Case Law & Legislation
795/2019 AI generated

Supreme Court remands expropriation appeal for retrial due to insufficient reasoning on compensation calculation.

Case Number 795/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the expropriation compensation decision, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the calculation of remaining property values. The appellants argued that the compensation for residual land parcels and buildings was not properly determined according to legal standards. Consequently, the case was remanded to a different panel of the Court of First Instance for a new trial on the disputed compensation amounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial if the lower court fails to provide adequate reasoning on the calculation of expropriation compensation for remaining property parts.

Keywords

AI generated
expropriation compensation residual property value insufficient reasoning remand for retrial Code of Civil Procedure expropriation proceedings land compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 2 paragraph 1 of Law 3693/1957
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 795 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 795/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) α. Α. Μ. του Δ., β. Σ. Μ. του Δ., γ. Μ. Μ. του Δ., κατοίκων ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού ΚΠ: τμήμα της ...01, ...04, ...06, ...13 - ιδιοκτησίες με αριθμούς 1ου διορθωτικού κτηματολογίου ΚΠ ...01, ...04, ...06, ...13), 2) α. Α. χήρας Χ. Τ., το γένος Θ. Δ., β. Α. συζ. Σ. Ν., το γένος Χ. Τ., κατοίκων ... (ιδιοκτησίες με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...08 και ...12), 3) Ν.

Ν. του Ι., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην …(ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού ΚΠ τμήμα της ...15 - ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού κτηματολογίου ...15), 4) α. Σ. Μ. του Β., β. Ε. Μ. του Β., κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...27), 5) Δ. Ζ. του Β., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...008), 6) α.

Λ. Ζ. του Β., β. Β. Ζ. του Λ., κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...007), 7) Σ. Κ. του Β., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες αρχικού ΚΠ τμήμα της ...013, ...014, ...018) (ιδιοκτησίες με αριθμούς 1ου διορθωτικού κτηματολογίου ...143, ...014, ...018), 8) α. Ν. Σ. του Π., β. I. Σ. του Π., κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...019), 9) α.

Θ. Ζ. του Θ., β. Α. Ζ. του Θ., γ. Ν. Ζ. του Θ., κατοίκων ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...025, ...027), 10. α. Γ. Χ. του Α., β. Δ. Χ. του Α., γ. Θ. Χ. του Α., δ. Μ. Χ. του Α., συζ. Μ., ε. Ε. χήρας Α. Χ., το γένος Β. Σ., κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...020), 11) Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού ΚΠ ...028 και τμήμα της ...037) (ιδιοκτησίες με αριθμούς 1ου διορθωτικού ΚΠ ...028 και ...037), 12) α.

Θ. Χ. του Θ., β. Η. Χ. του Θ., γ. Δ. Χ. του Θ., δ. Σ. Χ., το γένος Α. Γ., ε Α. Χ. του Γ., κατοίκων ... (ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού ΚΠ τμήμα της ...037) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ ...144), 13) Ε. Ν. του Ι., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...038), 14) α. Κ. χήρας Ε. Κ., το γένος Α. Κ., β. Α. Κ. του Ε., γ.

Γ. Κ. του Ε., δ. Α. Κ. του Ε., κατοίκων ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού ΚΠ τμήμα της ...047 και ...049) (ιδιοκτησίες με αριθμούς 1ου διορθωτικού ΚΠ ...047 και ...049), 15) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού ΚΠ τμήμα της ...076, τμήμα της ...077, τμήμα της ...081) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ ...076), 16) Α.

Σ. του Α., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού ΚΠ τμήμα της ...076, τμήμα της ...077, τμήμα της ...081) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ ...077), 17) Η. Λ. του Σ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού ΚΠ τμήμα της ...082) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ ...150), 18) Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού ΚΠ τμήμα της ...082) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ ...082), 19) Ν.

Ν. του Α., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ΚΠ ...094), 20) Α. Ν. του Α., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ΚΠ ...097), 21) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού ΚΠ τμήμα της ...105 και ...108) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ ...108), 22) α. Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., β.

Γ. Μ. του Α., γ. Α. Μ. του Α., δ. Ε. Μ. του Α., συζ. Κ. Κ., ε. Α. Μ. του Α., συζ. Κ. Μ., στ. Β. Μ. του Α., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού ΚΠ τμήμα της ...102, τμήμα της ...104, τμήμα της ...105, τμήμα της ...106, τμήμα της ...107) (ιδιοκτησίες με αριθμούς 1ου διορθωτικού ΚΠ ...105, ...106, ...107, ...151 και τμήμα της ...102), 23) Μ. συζ. Γ. Τ., το γένος Κ.

Π., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού και 1ου διορθωτικού ΚΠ 02...4, 02...5, ...137), 24) Ν. Τ. του Α., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού και 1ου διορθωτικού ΚΠ 02...9, 02…10 και 02…13), 25) Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού ΚΠ τμήμα της 02...1) (ιδιοκτησία με αριθμό 1ου διορθωτικού ΚΠ 02...1), 26) Β.

Τ. του Κ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό αρχικού και 1ου διορθωτικού ΚΠ 02….12), 27) Α. Τ. του Κ. (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού και 1ου διορθωτικού ΚΠ 02...3, 02...8, ...138), 28) Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού και 1ου διορθωτικού ΚΠ ...035, ...110, ...111), 29) α. Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ..., β. Α. Κ. του Λ., κατοίκου ..., γ.

Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ... (ιδιοκτησίες με αριθμούς αρχικού και 1ου διορθωτικού ΚΠ ...34, ...35 και ...006), 30) Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...26), 31) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...133) και 32) Χ. Ν. του Λ., κατοίκου ... (ιδιοκτησία με αριθμό ΚΠ (αρχικού και 1ου διορθωτικού) ...009).

Οι υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 2α, 2β, 3ος, 4α, 4β, 6β, 7ος, 8α, 8β, 9α, 9β, 9γ, 10α, 10β, 10γ, 10δ, 10ε, 11ος, 12α, 12γ, 12δ, 12ε, 13ος, 14α, 14β, 14γ, 14δ, 15ος έως και 21ος, 22α, 22β, 22γ, 22δ, 22στ, 23η, 24ος, 26ος, 28ος, 29α, 29β, 29γ, 31ος και 32ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Σούρλα, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι: 1) η υπό στοιχ. 22ε των αναιρεσειόντων, Α. Μ. του Α., συζ. Κ. Μ., απεβίωσε στις 13-12-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α. Κ. Μ. του Δ. και β. Δ. Μ. του Κ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από την ίδια και 2) ο 27ος των αναιρεσειόντων, Α. Τ. του Κ., απεβίωσε στις 3-6-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Α χα Α. Τ., το γένος Ι. Χ., κάτοικος ..., β. Φ. συζ. Δ. Γ., το γένος Α. Τ., κάτοικος ..., γ. Ό. συζ. Γ. Κ., το γένος Α. Τ., κάτοικος ..., δ. Α. Τ. του Α., κάτοικος ..., ε. Σ. Τ. του Φ., κάτοικος ... και στ. Α. Τ. του Φ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια.

Οι υπό στοιχ. 5ος, 6α, 12β, 25ος και 30ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, καθώς και από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ηπείρου, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 16/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις και τις (διά των προτάσεων) κύριες παρεμβάσεις και ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 132/2013 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-12-2014 αίτησή τους, επιπρόσθετα δε, οι με στοιχ. 1α, 1β, 1γ και 23η των αναιρεσειόντων και με τους από 7-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 2-1-2018 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος, 5ος (ως προς το δεύτερο σκέλος του), 9ος, 10ος, 12ος, 13ος, 14ος και 15ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και οι 2ος και 3ος πρόσθετοι λόγοι της, και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αυτής. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθέί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ….65/4.10.2018 και …66/4.10.2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Α. Μ., την υπ' αριθμ. ….2Γ'/5.10.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Μ. και τις υπ' αριθμ. …63/4.10.2018 και …64/3.10. 2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Α. Μ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι παρασταθέντες αναιρεσείοντες κατά την εκδίκαση της αναίρεσης προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Παναγιώτας Σούρλα, πληρεξούσιας Δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης αυτής, ακριβές αντίγραφο της με αριθμό πρωτ. ΑΛ 188/28.8.2018 βεβαίωσης αναβολής του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 5ο, 6α, 12β, 25ο και 30ο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν και ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι 5ος, 6α, 12β, 25ος και 30ος δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών.

Οι αναιρεσείοντες εκ των οποίων οι με στοιχεία (στις προτάσεις) 43 και 44 Κ. Μ. και Δ. Μ., αντιστοίχως, συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω θανάτου της αρχικής αναιρεσείουσας με στοιχείο 22ε Α. Μ. του Α. και οι με στοιχεία (στις προτάσεις) 48, 49, 50, 51, 52, 53 Α χα Α. Τ., Φ. σύζυγος Δ. Γ., Ό. σύζυγος Γ. Κ., Α. Τ., Σ. Τ. και Α. Τ. συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω θανάτου του αρχικώς αναιρεσείοντος με στοιχείο 27 Α. Τ. του Κ., με την από 6.12.2014 αίτηση και επιπρόσθετα οι με στοιχ. 1α, 1β, 1γ και 23η με τους από 7.12.2017 πρόσθετους λόγους της ζητούν την αναίρεση της 132/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Η παραπάνω αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα δικαίου. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1081181/3626/Δ0010/2010 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και, ειδικότερα, για τη βελτίωση της οδού "..." για το τμήμα ...

μέχρι ... στην περιοχή του Δήμου ... Νομού .... Κατά τον προσδιορισμό όμως της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων (και) των αναιρεσειόντων έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), την αξία που είχαν αυτά κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (22-3-2012) και όχι εκείνη του χρόνου συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης που έγινε ενώπιόν του (20-9-2013), παρόλο που είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ενάμισι έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Έτσι που έκρινε παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001 (βλ. και άρθρο 17 παρ. 2 εδάφ. γ' του Συντάγματος), με εσφαλμένη εφαρμογή (ΑΠ 444/2017, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 233/2015) και, άρα, είναι βάσιμοςο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα ίδια, με την περαιτέρω, εκ μέρους τους, επίκληση, για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός τους προς άσκηση του λόγου τούτου της αναίρεσης (άρθρ. 556, 577 και 68 του ίδιου Κώδικα), ότι, κατά τη διάρκεια του ενάμισι έτους που παρήλθε, επήλθε ανατίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, όπως εκθέτουν λεπτομερώς στο αναιρετήριο.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά η εν λόγω διάταξη παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην πιο πάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015).

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, επομένως και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/ 1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001, το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, κατά συνέπεια, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 132/2013 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με τις 46/2015 και 5/2015 αποφάσεις του, αφού συνεκδίκασε δώδεκα (12) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 6-12-2012 αίτηση των 1α', β' και γ' έως και 31ου των αναιρεσειόντων, την από 16-11-2012 αίτηση του 32ου απ' αυτούς και την από 26-11-2012 αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, μεταξύ των οποίων και την από 10-9-2013 ανταίτηση των 1α, β' και γ' και 23ης των αναιρεσειόντων, για α) οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης, β) επιδίκαση ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης και γ) άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, κατ' άρθρ. 33 ν. 2971/2001, των αναφερόμενων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (τις οποίες, τελικά, έκανε, εν μέρει, δεκτές), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Με την 1081181/3626/Δ0010/21-7-2010 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ...

κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού "..." για το τμήμα από τον Ι/Κ ... μέχρι τον Ι/Κ ...ς από Χ.Θ. 22 + 500 έως Χ.Θ. 37 + 500 στην περιοχή του Δήμου ... Νομού ..., εκτάσεως συνολικού εμβαδού 474.863,78 τετραγωνικών μέτρων, όπως απεικονίζεται....

και εγκρίθηκαν με την Δ12/40837/1.9.2009 απόφαση του ιδίου Υπουργείου (ΥΠΕΧΩΔΕ). Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, ως και η ευρύτερη αυτών περιοχή είναι αγροί στην πλειονότητά τους χέρσοι και μερικοί μόνον εξ αυτών καλλιεργούνται με τριφύλλι και βρώμη, που σημαίνει ότι δεν έχουν σημαντική αποδοτικότητα ως αγροί και επομένως δεν αποδίδουν επαρκές εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους - αγρότες εκ των εκμεταλλεύσεών τους αυτών και ούτω δεν προσδίδουν στους αγρούς αυτούς ικανοποιητική αξία διαθέσεώς τους.

Εκλείπει παντελής τουριστική κινητικότητα στην περιοχή αυτή, γι' αυτό και δεν υπάρχουν ξενοδοχειακά καταλύματα ή επιχειρήσεις συναφείς με τον τουρισμό. Επίσης δεν είναι αξιοποιήσιμη οικιστικά, καθόσον και όταν πλείστοι εξ αυτών αγροί γειτόνευαν με την παλαιά οδό ... και ως εκ τούτου ήταν οικοδομήσιμοι, δεν παρατηρήθηκε επί σειρά ετών οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή.

Τούτο δε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι επί διαδρομής 15 χιλιομέτρων της νέας αλλά και της παλαιάς οδού, υφίστανται διάσπαρτες μόλις εφτά (7) περίπου κατοικίες. Επίσης απουσιάζουν παντελώς βιοτεχνίες, εργοστάσια ή αποθηκευτικοί χώροι εμπορευμάτων στην περιοχή. Τα δε λιγοστά καταστήματα παροχής υπηρεσιών (ταβέρνες, καφέ), που υπάρχουν στην περιοχή κατά μήκος της οδού, απευθύνονται μόνον στους κατοίκους της περιοχής και στους διερχόμενους οδηγούς προς τον Λιμένα …..

Γι' αυτό και δεν υπάρχει κινητικότητα μεταβιβάσεων ακινήτων στην περιοχή αυτή, παρά μόνον ελάχιστες και μικρής εμβέλειας, αναντίστοιχες για τόσο μεγάλη περιοχή. Βέβαια υφίστανται υποδομές κοινής ωφέλειας στην περιοχή, όπως νερό, ηλεκτρισμός, τηλέφωνο, αλλά τούτο δεν αποτέλεσε μοχλό αναπτύξεως της. Η θάλασσα από την περιοχή αυτή, καθώς και σημαντικά τουριστικά κέντρα, όπως τα Σύβοτα και η ..., απέχει περί τα 12 χιλιόμετρα και δεν ασκεί τούτο καμμία επιρροή στην μελλοντική τουριστική ανάπτυξη και αυτής της περιοχής.

Η παλαιά εθνική οδός ... ήταν μικρού πλάτους και είχε πολλές και επικίνδυνες στροφές, γι' αυτό και αποφασίστηκε η διαπλάτυνσή της και ο εκσυγχρονισμός της σε σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, που να καταλήγει στον Λιμένα …. διά μέσου της Εγνατίας Οδού, ο οποίος λιμένας αναβαθμίστηκε τα τελευταία χρόνια και γι' αυτό εγένοντο οι υπό κρίση απαλλοτριώσεις.

Με την βελτίωση και εκσυγχρονισμό της οδού αυτής, η οποία σημειωτέον είναι συγχρόνων προδιαγραφών, που καθιστά ευκολότερη, ασφαλέστερη και ταχύτερη την πρόσβαση στα μέρη από τα οποία διέρχεται, αναβαθμίστηκαν τόσο τα γειτονικά ακίνητα όσο και η ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε τούτο επιβεβαιώνεται και απτό τον μάρτυρα του εξετάστηκε στο ακροατήριο...

Συνεπώς τα εναπομείναντα των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους ακίνητα, ωφελήθηκαν εκ της διανοίξεως της οδού αυτής. Εξ ετέρου η οδός αυτή είναι επαρκώς προσβάσιμη, έχει παράπλευρους αγροτικούς δρόμους και ευκόλως εισέρχεται κάποιος σ' αυτήν, διότι έχει πλείστες όσες θέσεις εισόδου σε όλο το μήκος της. Με βάση δε την ανωτέρω κρίση, αντικρούεται, ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, η κατάθεση του μάρτυρα ότι... Γι' αυτό άλλωστε ευλόγως και δικαίως οι υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, θεώρησαν ως αυτοαποζημιωθέντες τους ιδιοκτήτες αυτούς για τμήματα των ιδιοκτησιών τους που απαλλοτριώθηκαν, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες της οδού αυτής.

Συνεπώς, το αίτημα-ισχυρισμός των αιτούντων - ανταιτούντων - καθών η αίτηση στην πρώτη ως άνω αίτηση, να αναγνωρισθεί ότι δεν ωφελούνται εκ της απαλλοτριώσεως αυτής και να ανατραπεί το τεκμήριο αυτό προς ώφελός τους και να τους καταβληθεί η ανάλογη αποζημίωση, τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πλειονότητα, πλην ελαχίστων, των απαλλοτριουμένων ακινήτων, είναι αγροί, εκτός σχεδίου πόλεων ή οικισμών, με σαφή προσανατολισμό την γεωργική τους εκμετάλλευση, ως προεξετέθη.

Συνεπώς, ως τέτοιοι, θα πρέπει να αξιολογηθούν ως προς την αξία τους. Η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, με την από 17-11-2010 έκθεσή της, προέβη σε εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων εκτάσεων που βρίσκονται στο πρώην Δ.Δ. ... - Δήμου ... και δεν εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, την οποία προσδιόρισε, σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία που έλαβε από τη ΔΟΥ …., σε 14,00 ευρώ/τ.μ., ενώ η Κτηματική Υπηρεσία Ν. ..., στην από 16-11-2010 έκθεση προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτων, προσδιορίζει την αξία αυτών με τον αντικειμενικό προσδιορισμό, σε τιμές που κυμαίνονται από 0,45 € το τετραγωνικό μέτρο έως 23,70 € το τετραγωνικό μέτρο, ανάλογα με την θέση εκάστου ακινήτου, ενόψει του ότι αυτές υφίστανται σε διαδρομή της οδού 15 χιλιομέτρων.

Οι καθών στην πρώτη αίτηση - ανταίτηση - αιτούντες στις λοιπές αιτήσεις, προσκόμισαν στοιχεία συμβολαιογραφικά πώλησης ακινήτων στην ευρύτερη περιοχή που οι τιμές τους κυμαίνονταν από 26 €/τ.μ. έως 6 €/τ.μ. ανάλογα τη θέση και το εμβαδόν τους, καθώς και ιδιωτικές τεχνικές εκθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες τα ακίνητά τους αποτιμώνται σε 40,00 ευρώ/τ.μ.

έως 130,0 €/τ.μ., το αυτό δε επιβεβαιώνουν και οι εξετασθέντες μάρτυρές τους, ανάλογα με τη θέση και έκταση των ακινήτων τους. Ακόμη προσκόμισαν την 180/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας που προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για ακίνητα που βρίσκονται μεταξύ του Ι/Κ ... έως Ι/Κ …., σε 50 έως 60 ευρώ το τ.μ., όμως η περιοχή αυτή ουδόλως συνέχεται με την υπό κρίση περιοχή, καθόσον αυτή είναι επίπεδη, αποδοτική σε καλλιέργειες και δεν είναι ελώδης, βρίσκεται δε πολύ κοντά στην Εγνατία Οδό.

Επίσης προσκομίζουν τις 127/2005, 88/2007, 273/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που προσδιορίζουν την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως, για το τμήμα Ι/Κ ... έως Ι/Κ Μεσοβουνίου από 30 έως 60 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Εξ' ετέρου το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει το με αριθμό πρωτ. ….30/5-2-2013 έγγραφο της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων - Μεγάλων Έργων Δυτικής Ελλάδας - Τμήμα κατασκευής έργων Πρέβεζας, στο οποίο μνημονεύονται έξι (6) συμβόλαια μεταβιβάσεως ακινήτων στην περιοχή της απαλλοτρίωσης, ετών συντάξεώς τους τα έτη 2007 έως και 2010, όπου η τιμή αγοράς ακινήτων κυμαίνεται από 0,4 έως 6 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο...

Παράλληλα παρατηρείται ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων εκτάσεών τους αποδέχθηκε την ορισθείσα τιμή της εκτιμητικής επιτροπής και αυτή που προσδιόρισε το Ελληνικό Δημόσιο στην οικεία αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο ... κατά την διαδικασία καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, γι' αυτό και δεν εμφανίστηκαν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αυτής και δεν υπέβαλαν ανταιτήσεις τότε, το αυτό δε πράττει η συντριπτική πλειοψηφία εξ των ιδιοκτητών αυτών και κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως.

Με βάση όλα τα ανωτέρω στοιχεία και ενόψει του ότι όλες οι αγροτικές εκτάσεις που απαλλοτριώνονται παρουσιάζουν ομοιογένεια, (αγροί), συγκεκριμένης καλλιεργητικής δυνατότητας (καλλιέργεια τριφυλλιού και βρώμης) και σταθερής οικονομικής αξίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως για προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως (22-3-2012), η πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν με τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, που ως γνωστόν η Ελλάδα βιώνει οικονομική κρίση και οι τιμές των ακινήτων έχουν υποστεί καταβύθιση, λαμβάνοντας παράλληλα τον οικονομικό προορισμό των εκτάσεων αυτών και την πρόσοδό τους, ως προεξετέθη....

και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση... είναι αυτή που προσδιορίζεται στο διατακτικό της απόφασης, για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία... Επίσης από τα ίδια πιο πάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ορισμένα από τα τμήματα των ακινήτων, τα οποία απέμειναν στους ιδιοκτήτες τους μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτών, όπως κατωτέρω παρατίθενται, υπέστησαν σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση τους, είτε γιατί κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, είτε γιατί είναι μεν άρτια, αλλά όχι οικοδομήσιμα λόγω των περιορισμών στις αποστάσεις των κτισμάτων που προβλέπονται από το Π.Δ. 24-5-1985.

Η παράμετρος αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τους μελλοντικούς αγοραστές των ακινήτων αυτών και επιδρά σπουδαίως στην αξία διαθέσεώς τους, γι' αυτό και έλαβε υπόψη η αρμόδια επιτροπή προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 το γεγονός αυτό και εισηγήθηκε θετικά και με πλήρη αιτιολογία για την αναγνώριση αυτή περί μειώσεως της αξίας των ακινήτων αυτών στις οικείες εκθέσεις της, επί αντιστοίχου αιτήματος των ενδιαφερομένων προς αυτήν.

Κατ' ακολουθία πρέπει να προσδιοριστεί με την παρούσα απόφαση ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απομένουν στους ιδιοκτήτες, λαμβανομένων δε υπόψη της κατάστασης των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση, τη σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων των κατωτέρω ακινήτων και της οικονομικής τους εκμεταλλεύσεως, κρίνεται ότι η ζημία που θα επέλθει μετά βεβαιότητος μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος θα ανέλθει στο κατωτέρω αναφερόμενο για κάθε περίπτωση ποσοστό...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο καθόρισε 1) την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, για τις εκτός σχεδίου αγροτικές εκτάσεις, σε δέκα (10) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική, διορθωτική της πληττόμενης απόφασης, 5/2015 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με τη σημείωση ότι δεν είναι αναγκαίο η αναίρεση να στρέφεται και κατ' αυτής (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1534/2007, ΑΠ 695/2004), ενώ η αναιρετική διαδικασία προχωρεί, και αν ακόμη εκκρεμεί αίτηση για διόρθωση στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 888/2000), 2) την ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωση για ορισμένα από τα ακίνητα των αναιρεσειόντων που μνημονεύονται στη συνέχεια, ενώ, 3) απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, το αίτημα των αναιρεσειόντων να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας του ν. 653/1997 για τις απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες τους.

Ήδη οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και έκτο (από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα) λόγους της αναίρεσής τους, μέμφονται το Εφετείο για την κρίση του αυτή, υποστηρίζοντας ότι 1) αν και δέχεται ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα έχουν διαφορετική χρήση (γεωργική ή οικιστική ή εμπορική) και θέση (πρόσωπο, γειτνίαση ή όχι με την εθνική οδό), εξομοίωσε, κατ' αξία, όλα αυτά τα ακίνητα της απαλλοτρίωσης (τόσο, μεταξύ τους, τα δικά τους όσο και με εκείνα των λοιπών δικαιούχων της αποζημίωσης της ίδιας απαλλοτρίωσης), καθορίζοντας γι' αυτά, χωρίς καμία διάκριση, την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ελάχιστο ποσό των δέκα (10) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και 2) παράλληλα, τα εξομοίωσε και ως προς την ωφέλεια που δήθεν όλα αποκόμισαν από την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης (νέας εθνικής οδού ...), παρά τα διαλαμβανόμενα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δικών τους ακινήτων, χωρίς μάλιστα να αποσαφηνίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η ωφέλεια αυτή, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (28 παρ. 1 Συντάγματος, ν.δ. 53/1974), 13 παρ. 1 ν. 2882/2001 και 1 παρ. 1, 3 και 4 ν. 653/1977.

Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 444/2017).

Ειδικά, το αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το αίτημα των αναιρεσειόντων (που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο) ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας του ν. 653/1977 για τις απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες τους, με εξαίρεση εκείνες που θα αναφερθούν ακολούθως, είναι σαφές, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, αφού περιέχει τα περιστατικά που είναι αναγκαία, προκειμένου να κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσης του τεκμηρίου αυτού (ΑΠ 233/2015).

Όμως, καθόσον αφορά τις απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες των παρακάτω αναιρεσειόντων, οι οποίες αναγράφονται στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (εφεξής ΑΚΠ) ...01, ...04 και ...06 (των 1α', 1β' και 1γ'), ...010, ...013, ...909, ...014 και ...018 και ήδη ...143, ...014 και ...018 στον διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα (του έβδομου), ...019 (των 8α' και 8β'), ...025 και ...027 (των 9α', 9β' και 9γ'), ...020 (των 10α' - ε'), ...038 (του 13ου), ...047 και ...049 (των 14α' - δ'), ...076 (του 15ου), ...076, ...077 και ...081, ήδη όλων ...077 στον διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα (του 16ου), 54150 - ως τμήμα της ...082 (του 17ου), ...097 (του 20ου), ...108 (του 21ου), ...105, ...102, ...104, ...106, ...945 και ...107 και ήδη στον διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα ...105, ...106, ...107, 54151 και ...102 - τμήμα (των 22α' - στ'), 02...4 και 02...5 (της 23ης), 02...9 και 02…10 (του 24ου), ...133 (του 31ου) και ...009 (του 32ου), για τις οποίες καθορίστηκε, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, πρόσθετη αποζημίωση, εξαιτίας της (σημαντικής) μείωσης της αξίας των αναφερόμενων στην εφετειακή απόφαση τμημάτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση (ειδικά, για τις παραπάνω ιδιοκτησίες των 1α - γ' και 23ης των αναιρεσειόντων, βλ.

φύλλα της απόφασης αυτής, 21ο - α' όψη και 29ο - α' όψη, με αριθμητικό στοιχείο, και στα δύο, 17, 22ο - β' όψη και 30ο - β' όψη, με αριθμητικά στοιχεία 33 και 32, αντίστοιχα, βάσει και του σχετικού αιτήματός τους), είναι αντιφατικό να επιδικάζεται για τις ιδιοκτησίες αυτές ιδιαίτερη αποζημίωση για μείωση της αξίας των τμημάτων τους που δεν απαλλοτριώθηκαν και, συγχρόνως, να επιβεβαιώνεται ότι οι ίδιες ιδιοκτησίες ωφελούνται σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 (απόφαση ΕΔΔΑ της 19-9-2002, Αζάς και λοιποί κατά Ελλάδας, ιδίως σκέψη 53, ΑΠ 203/2012, ενώ, πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής του ΕΔΔΑ, βλ.

ΑΠ 672/1989).

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, μόνο κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η πιο πάνω επιμέρους αιτίαση.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την πληττόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παρατιθέμενους λεπτομερώς στις σελίδες 19η και 39 επ. (για κάθε επιμέρους ιδιοκτησία) του αναιρετηρίου νόμιμους ισχυρισμούς τους που προέβαλαν παραδεκτά στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και που αφορούσαν τα τεχνικά χαρακτηριστικά των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, σχετικά με την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των τμημάτων των ακινήτων αυτών που απέμειναν μετά την επίδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση, τα οποία θεωρήθηκαν ότι είναι αυτοαποζημιούμενα, καθώς και τη σχετική κατάθεση του μάρτυρα Ι.

Μ.. Κατ' αρχάς, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την υποστήριξη των απόψεών τους για τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό τους, ο οποίος και μόνο αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής και, ως εκ τούτου, ο παρών λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι επίμαχοι, θεμελιωτικοί του λόγου τούτου, αυτοτελείς ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, έστω και εκ του πράγματος, με την απόφασή του και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του λόγου αυτού για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων και τη μη άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των τμημάτων των ακινήτων αυτών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά τους Ι.

Μ. (τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης όσο και ενώπιον του Εφετείου στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού αυτής κ.λπ.) και τα αναφερόμενα, αναλυτικά για την καθεμία απαλλοτριωμένη ιδιοκτησία, έγγραφα (τεχνικές εκθέσεις και τοπογραφικά διαγράμματα) που οι αναιρεσείοντες, παραδεκτά, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (15ο φύλλο - 2η όψη) ότι λήφθηκαν υπόψη 1) οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο των δύο αυτών δικαστηρίων και 2) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με ρητή μνεία στις "τεχνικές εκθέσεις περιγραφής και εκτίμησης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, οι οποίες ως γνωμοδοτήσεις προσώπων με ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρ. 390 ΚΠολΔ)...", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα αυτού και τα εν λόγω έγγραφα, όπως, άλλωστε, και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες παραδέχονται στο αναιρετήριο (στις 17η έως και 20η σελίδες αυτού).

Δηλαδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις τους ανάγονται στην εσφαλμένη, κατά την άποψή τους, αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων και αποτελούν, στην πραγματικότητα, ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που τα εκτιμούν διαφορετικά, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚπολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 7 έως και 10, 20 παρ. 1 και 6 έως και 8 του ν. 2882/2001, οι οποίες, ως ειδικές και αποκλειστικές, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και μόνο θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται συμπληρωματικά από τις κοινές δικονομικές διατάξεις, εφόσον αυτές αρμόζουν στο σκοπό και τη φύση της δίκης προσδιορισμού της αποζημίωσης (άρθρ. 18 παρ. 1 εδάφ.

β' του ίδιου νόμου), προκύπτει ότι στη δίκη αυτή, ως προς τη συλλογή του αποδεικτικού υλικού, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα, ήτοι το δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως αλλά και να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 2882/2001, το μόνο ένδικο μέσο που επιτρέπεται κατά της απόφασης του Εφετείου που προσδιορίζει οριστικά την αποζημίωση είναι η αναίρεση κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, δηλαδή για τους λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τα λοιπά, στην αναιρετική δίκη εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα αυτού, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι αντίθετες με τις ειδικές διατάξεις του ν. 2882/2001 και συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Συνεπώς, στη δίκη αυτή δεν ισχύουν οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. α', 10 και 11β' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς τη συλλογή των αποδείξεων, δεν ισχύει το δικονομικό σύστημα της συζήτησης αλλά της ανάκρισης (άρθρ. 20 παρ. 6 και 19 παρ. 7 ν. 2882/ 2001). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο λόγους της αναίρεσης, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 8 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που συνίστανται στο ότι αυτή εσφαλμένα 1) δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, συγκεκριμένα, έκρινε ότι η 180/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν ως συγκριτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης, δεν αποτελεί πρόσφορο, για την αιτία αυτή, στοιχείο με την αιτιολογία ότι η περιοχή, την οποία αφορά, δεν συνέχεται με την περιοχή, όπου βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσειόντων και 2) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους και, ειδικότερα, δέχθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ιδιοκτητών των ακινήτων της επίδικης απαλλοτρίωσης αποδέχθηκε την τιμή μονάδας αποζημίωσης της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς κάτι τέτοιο να έχει προταθεί από κάποιον από τους διαδίκους (ούτε από το αναιρεσίβλητο) και χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.

Οι λόγοι, όμως, αυτοί δεν ιδρύονται στην προκείμενη διαδικασία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, και, συνακόλουθα, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, ανεξάρτητα και από το ότι 1) η κρίση του Εφετείου δεν ελέγχεται αναιρετικά για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου και 2) οι προαναφερόμενοι, θεμελιωτικοί των λόγων αυτών της αναίρεσης, ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελείς και δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ.

α' και 10 ΚΠολΔ.

Το αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου (αρνητικό αναγνωριστικό) αποτελεί κεφάλαιο δίκης και, όταν τούτο υποβάλλεται με την κύρια αίτηση, έχει ως συνέπεια το παραδεκτό της ανταίτησης του καθ' ου που υποβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις του, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του ακινήτου, κατ' άρθρ. 20 παρ. 5 ν. 2882/2001 (ΑΠ 374/2009, ΑΠ 671/2006).

Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον ένατο, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, από τις 1α', 1β' και 1γ' αναιρεσείουσες, η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την απόφασή του, κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτη την ανταίτησή τους, την οποία υπέβαλαν με τις από 10-9-2013 προτάσεις τους που κατέθεσαν εμπρόθεσμα στις 12-9- 2013, πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση στο Εφετείο στις 20-9-2013, για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον τμήμα της ΑΚΠ ...13 ιδιοκτησίας που φέρεται ότι τους ανήκει, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε σχετικό με το αίτημα αυτό κεφάλαιο στην κύρια αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της κύριας, από 26-11-2012, αίτησης του τελευταίου προκύπτει ότι περιέχεται σ' αυτήν αίτημα αναγνωριστικό (αρνητικό), με το οποίο ζητείται "να μην καθοριστεί τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων". Το αίτημα αυτό, σύμφωνα με όσα παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της εισήγησης, δημιουργεί κεφάλαιο δίκης και καθιστά παραδεκτή την ανταίτηση που υπέβαλαν οι παραπάνω αναιρεσείουσες με τις εμπρόθεσμες προτάσεις τους για καθορισμό αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου τους.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος. Όλα αυτά, ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 ν. 2882/2001, για να είναι παραδεκτή η ανταίτηση πρέπει να αφορά στα ίδια ακίνητα που αναφέρεται και η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και όχι απαραίτητα στα ίδια κεφάλαια της εν λόγω αίτησης.

Και τούτο, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι αντίθετες αιτήσεις αφορούν το ίδιο ακίνητο που αναφέρεται στην κύρια αίτηση. Αντίθετη ερμηνεία της διάταξης, που επιβάλλει στον καθ' ου η απαλλοτρίωση την υποχρέωση να υποβάλει αυτοτελή αίτηση για ένα κεφάλαιο (ιδιαίτερη αποζημίωση, επικείμενα κ.λπ.), παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι εμποδίζει το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο δικαστήριο (βλ.

απόφαση της 6-12-2011 ΕΔΔΑ, υπόθεση Α. κατά Ελλάδας - ΑΠ 1165/2017, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 877/2015).

Με τους δέκατο και (επικουρικά) ενδέκατο λόγους της αναίρεσης, οι 9α', 9β' και 9γ' των αναιρεσειόντων, οι οποίοι φέρονται ότι είναι κύριοι των ΑΚΠ ...025 και ...027 απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 19 και, επικουρικά, 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στα εξής:

Μολονότι ζήτησαν με την αυτοτελή, από 6-12-2012, αίτησή τους, μεταξύ των άλλων, να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, για το τμήμα της ΑΚΠ ...027 ιδιοκτησίας τους που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, εμβαδού 2.819,45 τετραγωνικών μέτρων, καθώς και για τις αναφερόμενες δύο κατοικίες που υπάρχουν μέσα σ' αυτό, το Εφετείο έκρινε, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην απόφασή του, ότι "για εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριούμένων ακινήτων με αριθμ.

κτημ. πίνακα ...025 και ...027... εμβαδού 2.819,45 τ. μ. και 3.454,38 τ.μ., αντίστοιχα, μειώνεται η αξία μόνο του πρώτου ακινήτου για το έδαφος σε ποσοστό 70% και για την οικοδομή σε ποσοστό 50% και θα πρέπει κατ' αυτά να τύχουν ανάλογης πρόσθετης αποζημίωσης, ενώ για το δεύτερο ακίνητο δεν συντρέχουν λόγοι μειώσεως της αξίας του..." και ότι, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, 1) αφενός, δεν αποσαφηνίζει ποία από τις δύο οικοδομές της ΑΚΠ ...027 ιδιοκτησίας αφορά η μείωση της αξίας ή αν αφορά και τις δύο (και από παραδρομή αναγράφεται "για την οικοδομή") και 2) αφετέρου δεν προσδιορίζει την αγοραία αξία της ανά κυβικό μέτρο, υποπίπτοντας, με τον τρόπο αυτόν, στις παραπάνω αναιρετικές πλημμέλειες.

Από τους λόγους αυτούς, ο δέκατος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, διότι, αν και το Εφετείο έκρινε ότι για την ΑΚΠ ...027 ιδιοκτησία και για το επικείμενο της (οικοδομή) συντρέχουν λόγοι μείωσης της αξίας τους, δεν διευκρινίζει ποία από τις δύο οικοδομές της εν λόγω ΑΚΠ ...027 ιδιοκτησίας ή και τις δύο αφορά η μείωση αυτή, με την επισήμανση ότι ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης αναφέρεται πράγματι στην ιδιοκτησία αυτή, σύμφωνα και με το σχετικό αίτημα των πιο πάνω αναιρεσειόντων (βλ. 57η έως και 68η σελίδες της από 6-12- 2012 αίτησής τους και ιδίως 66η έως και 68η) και από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην πληττόμενη απόφαση ότι μειώνεται η αξία του "πρώτου" ακινήτου, δηλαδή της ΑΚΠ ...025 ιδιοκτησίας, αντί του ορθού "δεύτερου" ακινήτου, δηλαδή της ΑΚΠ ...027 ιδιοκτησίας, που, άλλωστε, έχει το αναγραφόμενο εμβαδόν των 2.819,45 τετραγωνικών μέτρων.

Επίσης, όσον αφορά την επίμαχη οικοδομή που περιλαμβάνεται στο εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα της ΑΚΠ ...027 ιδιοκτησίας, πράγματι η εφετειακή απόφαση, ενώ δέχεται ότι υφίσταται μείωση της αξίας της, δεν αναφέρει την αγοραία αξία της ανά κυβικό μέτρο. Η ελλιπής και ανεπαρκής αυτή παραδοχή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/ 2001 (ΑΠ 1273/2012).

Ο ενδέκατος, όμως, επικουρικός, από το άρθρ. 559 αριθμ. 9 εδάφ. γ' ΚΠολΔ, λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παρέλειψε, παντελώς, να απαντήσει στο σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων αυτών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, δηλαδή για να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, καθώς και των συναπαλλοτριωμένων συστατικών του (ΑΠ 422/2015), [έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα, αρκεί να υπάρχει σχετικό αίτημα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 998/2011, ΑΠ 1902/2009)], κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό ή τον οριστικό (εφόσον από την πρώτη συζήτηση παρήλθε ένα έτος) προσδιορισμό της αποζημίωσης, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία που ενδεχομένως υφίσταται ο δικαιούχος από τη σημαντική μείωση της αξίας του τμήματος που εναπομένει μετά την απαλλοτρίωση (άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001), ακόμη και αν η ζημία αυτή προκαλείται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.

Εξάλλου, ως τμήμα που απομένει για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η εν λόγω ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνο η εδαφική έκταση που εναπομένει αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ' αυτή, όπως είναι η οικοδομή, της οποίας απομειώνεται η αξία, τα πηγάδια, τα θερμοκήπια κ.λπ.

που καθίστανται άχρηστα πλέον για τη χρήση που προορίζονταν (ΑΠ Ολομ. 31/2005, ΑΠ 1185/2005, ΑΠ 507/2000). Στην παρούσα περίπτωση, με τους 12ο, 13ο και 15ο λόγους της αναίρεσης, οι δέκατος έβδομος (Η. Σ. Λ.), εικοστή τρίτη (Μ. σύζ. Γ. Τ.) και τριακοστός δεύτερος (Χ. Λ. Ν.), αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων, φερόμενοι κύριοι των ΑΚΠ ...150 (τμήματος της αρχικής ΑΚΠ ...082 ιδιοκτησίας), 02...5 και ...009 ιδιοκτησιών, αντίστοιχα, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι, αν και το Εφετείο έκρινε ότι τα περιγραφόμενα τμήματα των ιδιοκτησιών τους αυτών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους, κατά τα μνημονευόμενα για το καθένα ποσοστά, στη συνέχεια, απέρριψε, αντιφατικά όμως και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, το αίτημά τους να καθοριστεί πρόσθετη, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωση και για τα αναφερόμενα επικείμενα αυτών, με την αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην εφετειακή απόφαση, ότι "Ως προς τις λοιπές εναπομείνασες εδαφικές εκτάσεις και των επ' αυτών επικειμένων, για τις οποίες ζητείται η αναγνώριση της μειώσεως της αξίας τους εκ της απαλλοτριώσεως τμημάτων τους και συνεπώς επιδικάσεως ιδιαιτέρας πρόσθετης αποζημίωσης, τα αντίστοιχα αιτήματα των αιτούντων - ανταιτούντων θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, καθόσον οι εναπομείνασες αυτές εκτάσεις δεν απεδείχθη ότι υπέστη μείωση η αξία τους, ως αγροτικές εκτάσεις, είτε διότι εξ υπαρχής ήταν μη άρτιες και οικοδομήσιμες, είτε εκ της απαλλοτριώσεως τμημάτων τους δεν απώλεσαν την ιδιότητά τους αυτή, είτε διά της σμικρύνσεώς τους έπαψαν να είναι καλλιεργήσιμες σε βρώμη και τριφύλλι...".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, καθόσον, με τη γενικόλογη και αόριστη αιτιολογία του που προπαρατέθηκε, δεν διασαφηνίζει, πράγματι, στην πληττόμενη απόφασή του για ποία ακριβώς αιτία δεν υφίστανται μείωση της αξίας τους τα επικείμενα αυτά, ενώ, ταυτόχρονα, γίνεται δεκτό ότι οι εδαφικές εκτάσεις των ίδιων ακινήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση (επί της οποίας υπάρχουν τα εν λόγω επικείμενα) έχουν υποστεί μείωση της αξίας τους, ούτε προσδιορίζει ποία από τις προεκτιθέμενες επιμέρους αιτιολογίες αναφέρεται σε κάθε συγκεκριμένη πιο πάνω ιδιοκτησία.

Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων ή των επικειμένων τους (ΑΠ 998/2011, ΑΠ 21/2010, ΑΠ 124/2009).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 850/2009, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 826/2007). Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο 31ος των αναιρεσειόντων Σ. Γ. Μ., φερόμενος κύριος του ΑΚΠ ...133 ακινήτου, με τον 14ο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται το Εφετείο ότι, ενώ με την από 6-12-2012 αυτοτελή αίτησή του ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και για το αναφερόμενο επικείμενο (ξερολιθιά, ύψους 0,90 μ.) που βρίσκεται μέσα στο απαλλοτριωμένο ακίνητό του, παρέλειψε να αποφανθεί για την αίτησή του αυτή, την οποία έτσι άφησε αδίκαστη, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδάφ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, ο παραπάνω αναιρεσείων ζήτησε, πράγματι, με την αίτησή του, τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και για την ξερολιθιά αυτή στο ποσό των 15 ευρώ ανά μ.μ., πλην, όμως, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την εν λόγω αίτηση, αφού δεν διέλαβε κάτι γι' αυτήν ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, με την επισήμανση ότι η υπόψη ξερολιθιά (ύψους 0,90 μ.

και μήκους 95 μ.) αποτυπώνεται και στον οικείο κτηματολογικό πίνακα που συνέταξαν, στις 23-4-2012, οι πολιτικοί μηχανικοί Κ. Έ. και Χ. Μ..

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 634/2017, ΑΠ 639 - 638/2016).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται, πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α' και β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 635/2017, ΑΠ 734/2009). Έννομο συμφέρον να προτείνει το λόγο αυτόν (από τον αριθμό 9 εδάφ. α' και β', όχι όμως και του εδαφ. γ') έχει ο αντίδικος του διαδίκου, που είχε υποβάλει το συναφές αίτημα, αφού ο διάδικος αυτός βλάπτεται από το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην παρούσα περίπτωση, με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι 1α, 1β, 1γ και 23η αναιρεσείουσες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 17, 19 και 9 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας τα εξής: Με την αυτοτελή, από 6-12-2012, αίτησή τους ζήτησαν να καθοριστεί ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωση για τα τμήματα των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, εξαιτίας της μείωσης της αξίας τους και συγκεκριμένα: 1) Οι 1α, 1β και 1γ αναιρεσείουσες, για τα εναπομένοντα εδαφικά τμήματα των ΑΚΠ ...01, ...04 και ...06 ακινήτων τους, εμβαδού 12.514,95 τ.μ.

Και 1.247,27 τ.μ. (του ...01 ακινήτου), 6.996,91 τ.μ. (του ...04 ακινήτου) και 4.797,25 τ.μ. (του ...06 ακινήτου) και 2) η 23η αναιρεσείουσα (Μ. σύζ. Γ. Τ.), για τα εναπομένοντα εδαφικά τμήματα των ΑΚΠ 02...4 και 02...5 ακινήτων της, εμβαδού 1.120,40 τ.μ. και 5.032,03 τ.μ. (του 02...4 ακινήτου) και 1.373,21 τ.μ. και 2.516,88 τ.μ. (του 02...5 ακινήτου). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα αιτήματά τους αυτά, καθορίζοντας ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εν λόγω εδαφικά τμήματα, εξαιτίας της (σημαντικής) μείωσης της αξίας τους, κατά τα αναγραφόμενα για το καθένα ποσοστά.

Παράλληλα, όμως, προσδιόρισε, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της απόφασής του, επιπλέον, ιδιαίτερη αποζημίωση, για την ίδια πιο πάνω αιτία, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, και για εδαφικά τμήματα, εμβαδού 475 τ.μ. και 5.944,87 τ.μ. (των ...01, ...04 και ...06 ακινήτων) και 1.507,28 τ.μ. (των 02...4 και 02...5 ακινήτων), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η καταβολή της αποζημίωσης, όπως εκτίθεται, κατά τα λοιπά, στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων.

Από τους λόγους αυτούς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, είναι βάσιμοι οι 2ος και 3ος (από τους αριθμούς 19 και 9 εδάφ. β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι το Εφετείο 1) με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/ 2001, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, επιδίκασε πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση για διαφορετικού εμβαδού εναπομένοντα εδαφικά τμήματα, δημιουργώντας σύγχυση, αν ληφθούν υπόψη και τα σχετικά αιτήματα των παραπάνω αναιρεσειουσών, για ποία αιτία καθόρισε και επιπλέον ιδιαίτερη αποζημίωση που έχει, όμως, ως συνέπεια να καθίσταται αδύνατος, αν όχι δυσχερής, ο ακριβής προσδιορισμός της οφειλόμενης αποζημίωσης και, συνακόλουθα, να μην είναι δυνατή η καταβολή της και 2) επιδίκασε στις αναιρεσείουσες αυτές περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, με την επισήμανση ότι οι τελευταίες που έχουν νικήσει, κατά το μέρος τούτο, αναφέρουν στο οικείο δικόγραφο, όπως προεκτέθηκε, το έννομο συμφέρον που έχουν για την άσκηση του συγκεκριμένου πρόσθετου λόγου αναίρεσης και, ειδικότερα, τις δυσμενείς συνέπειες από την επίμαχη αιτιολογία (ΑΠ 324/2013).

Αντίθετα, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ποία είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, η οποία, και μόνο αυτή, ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο, ενώ όσα εκθέτουν οι ενδιαφερόμενες αναιρεσείουσες ανάγονται σε ανεπάρκειες, ασάφειες και αντιφάσεις του αιτιολογικού της απόφασης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία οι 1ος, 5ος ως προς το δεύτερο τμήμα του, 9ος, 10ος, 12ος, 13ος, 14ος και 15ος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι 2ος και 3ος πρόσθετοι λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως ακολούθως: α) ως προς το αίτημα της οριστικής τιμής μονάδος των ακινήτων και των επικειμένων τους ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και ως προς όλες τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους, αφού συνεκδικασθούν η από 6.12.2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 7.12.2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής, β) καθ' όσον αφορά την ανυπαρξία του τεκμηρίου ωφέλειας ως προς τους παρακάτω αναιρεσείοντες ως προς τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους, οι οποίες αναγράφονται στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (εφεξής ΑΚΠ) ...01, ...04 και ...06 (των 1α', 1β' και 1γ'), ...010, ...013, ...909, ...014 και ...018 και ήδη ...143, ...014 και ...018 στον διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα (του έβδομου), ...019 (των 8α' και 8β'), ...025 και ...027 (των 9α', 9β' και 9γ'), ...020 (των 10α' - ε'), ...038 (του 13ου), ...047 και ...049 (των 14α' - δ'), ...076 (του 15ου), ...076, ...077 και ...081, ήδη όλων ...077 στον διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα (του 16ου), …150 - ως τμήμα της ...082 (του 17ου), ...097 (του 20ου), ...108 (του 21ου), ...105, ...102, ...104, ...106, ...945 και ...107 και ήδη στον διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα ...105, ...106, ...107, 54151 και ...102 - τμήμα (των 22α' - στ'), 02...4 και 02...5 (της 23ης), 02...9 και 02….10 (του 24ου), ...133 (του 31ου) και ...009 (του 32ου), γ) ως προς τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης των απομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων ακινήτων και των επικειμένων τους, γα) των με στοιχεία 1α', 1β' και 1γ' των αναιρεσειόντων ως προς την με ΑΚΠ ...13 απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους, γβ) των με στοιχεία 9α, 9β και 9γ των αναιρεσειόντων ως προς την με ΑΚΠ ...027 απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία για το έδαφος και τις υπάρχουσες σ' αυτή δύο οικοδομές, γδ) των δέκατου έβδομου Η.

Σ. Λ., εικοστής τρίτης Μ. συζ. Γ. Τ. και του τριακοστού δεύτερου, Χρήστου Λ. Ντρίτσου των αναιρεσειόντων, ως προς τις απαλλοτριωθείσες με ΑΚΠ ...150 (τμήματος της αρχικής ΑΚΠ ...082 ιδιοκτησίας), 02...5 και ...009, αντιστοίχως και τα επ' αυτών επικείμενα, γε) του με στοιχείο 31 αναιρεσείοντα Σ. Μ. για την επικείμενη ξερολιθιά και στ) των με στοιχεία 1α, 1β και 1γ αναιρεσεισουσών για τα εναπομείναντα τμήματα των με ΑΚΠ ...01, ...04 και ...06 ακινήτων τους, εμβαδού 12.514,95 τ.μ.

και 1.247,27 τ.μ. (του με ΑΚΠ ...01 ακινήτου), 6.996,91 τ.μ. (του με ΑΚΠ ...04 ακινήτου) και 4.797,25 τ.μ. (του με ΑΚΠ ...06 ακινήτου), της 23ης αναιρεσείουσας Μ. συζ. Γ. Τ. για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα των ΑΚΠ 02...4 και 02...5 ακινήτων της, εμβαδού 1.120,40 τ.μ. και 5.032,03 τ.μ. (του με ΑΚΠ 02...4 ακινήτου) και 1.373,21 τ.μ. και 2.516,88 τ.μ. (του με ΑΚΠ 02...5 ακινήτου), να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο τμήμα της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένη, όμως, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 του ν. 3693/1957, 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 6.12.2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 7.12.2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναιρεί την 132/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ