Supreme Court partially allows appeal against eviction order due to abusive re-filing of similar claims within six months.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against an eviction order, ruling that the plaintiff's second lawsuit was an abuse of process. The court found that the second claim was substantively identical to a previously rejected claim filed within six months of the first dismissal. Consequently, the court set aside the eviction portion based on this procedural violation while remanding the case for further adjudication.
Legislator headnote
AI generatedArticles 388 and 288 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A second lawsuit filed within six months of a dismissal for lack of merit constitutes an abuse of process if it repeats the same historical and legal cause, rendering the dismissal of the first claim a valid ground for overturning the subsequent eviction order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 795 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 795/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Χ. Ρ. του Ε., 4) Ρ. Ρ. του Ε., 5) Β. Ρ. του Ε., κατοίκων ..., 6) Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεμοστοκλή Σκούρα και Μαρία Κακολιά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Θ. Π. του Ν., 3) Ν. Μ. του Ε., 4) Ά. Θ. του Κ., 5) Λ. Λ. του Λ., 6) Ν. Θ. του Ι., 7) Σ. Ν. του Γ., 8) Β. Φ. του Σ., 9) Π. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 5/9/2016 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 5944/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους υπό στοιχεία 2-9 αναιρεσιβλήτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3185/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5944/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/9/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή. Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ( ΑΠ 194/2016).
Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Ευάγγελο Μπέη, ως πληρεξούσιο αυτών, κατά τη δήλωσή του.
Πλην όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω εκ μέρους της τρίτης των αναιρεσειόντων κατά ένα εκ των ρηθέντων νομίμων τρόπων, αφού δεν προσκομίζεται σχετική συμβολαιογραφική πράξη από την οποία να προκύπτει ότι παρείχε στον ως άνω παραστάντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 5944/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Συνακόλουθα η τρίτη αναιρεσείουσα είναι δικονομικώς απούσα. Δεν προκύπτει όμως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως και δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ως προς αυτή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου και την κλήτευση του, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτή.
Η παραίτηση δε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι αυτή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, οι λοιποί αναιρεσείοντες, πλην της τρίτης για την οποία, κατά τα παραπάνω, κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ευαγγέλου Μπέη, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../27-12-2016 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Τ., που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συζήτησης του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης από 5-9-2016 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5944/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δευτέρου έως και ενάτου των αναιρεσίβλητων.
Η ως άνω παραίτηση, που έγινε με δήλωση που καραχωρίστηκε στα πρακτικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των άνω αναιρεσειόντων, είναι έγκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, έστω και αν δεν έχουν κληθεί οι αναιρεσίβλητοι αυτοί, αφού και αν τυχόν είχαν κληθεί και παρίσταντο, δεν θα μπορούσαν να αντιταχθούν σ’ αυτή και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς. (άρθρο 295, 299 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί πως η αίτηση αναίρεσης των άνω αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δευτέρου έως και ενάτου των αναιρεσίβλητων, δεν ασκήθηκε και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ’ ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα, που βρίσκονται στη δικογραφία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2016, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση τη απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Ήδη όμως, μετά την παραπάνω αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ με τον προαναφερόμενο νόμο ν. 4335/2015, η τριετής αυτή καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης μειώθηκε σε διετή και με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του νόμου τούτου, υπό τον τίτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίσθηκε στη μεν παρ.2, ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016, στη δε παρ.4, ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 5-9-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 5944/2013 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχτηκε την από 27-7-2012 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ’ αριθ. 3185/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού την εξαφάνισε, απέρριψε την από 25-6-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 6-9-2016, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ...2016 έκθεση του γραμματέως Χ. Μ., ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 30-9-2013 και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοσή της. Ενόψει αυτών, ανακύπτει το νομικό ζήτημα, εάν η αίτηση αυτή είναι εμπρόθεσμη και άρα παραδεκτή και ειδικότερα, αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναίρεσης, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, κατά αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν πριν από τη χρονολογία αυτή, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του ν. 4335/2015 ή αν εξακολουθεί να ισχύει για την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά των αποφάσεων αυτών η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης.
Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του και συγκεκριμένα τις υπ’ αριθ. 1176/2017 και 1640/2017 δέχθηκε ότι η προθεσμία αυτή είναι διετής, ενώ με τις υπ’ αριθ. 519/2017 και 520/2017, δέχθηκε ότι η ως άνω προθεσμία είναι τριετής από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ζήτημα αυτό, που ερευνά και το παρόν δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, χαρακτηρίστηκε εξαιρετικής σημασίας και έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πλην της τρίτης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα αυτή.
Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 6-9-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5944/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δευτέρου έως και ένατου των αναιρεσίβλητων.
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς αυτούς.
Αναβάλλει κατά τα λοιπά τη συζήτηση αυτής, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτή με την υπ’ αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αριθμός 743/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φασούλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Φιλινδρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 875/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1452/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-8-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1452/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιό της που, το Εφετείο, δικάζοντας μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 875/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή της από 5-8-2014 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος μισθωτή, την από 16-10-2013 αγωγή του κατά του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου εκμισθωτή περί αναπροσαρμογής (μείωσης) του μισθώματος της ένδικης μίσθωσης, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ και επικουρικά κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, στο προσήκον μέτρο, ενώ δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του ενάγοντος μισθωτή, απέρριψε το αίτημά του περί καταβολής του μειωμένου μηνιαίου μισθώματος του μισθίου ακινήτου από την άσκηση της προγενέστερης, από 12-9-2010 αγωγής του, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 21-9-2010, η οποία με την υπ’ αριθμ. 1513/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, και επανασκήθηκε με την ένδικη από 16-10-2013 αγωγή του, εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης, αναπροσαρμόζοντας το μηνιαίο μίσθωμα του μίσθιου ακινήτου για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της ένδικης από 16-10-2013 αγωγής, καθόσον έκρινε ότι η δεύτερη - κρινόμενη αγωγή δεν είναι όμοια, ήτοι, δεν έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 279 του ίδιου Κώδικα, αναλόγως και επί της αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Ως απόρριψη της αγωγής "για λόγους μη ουσιαστικούς" νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που ανάγονται όχι στο υποστατό της αξίωσης, αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο της αγωγής, συνεπώς και η απόρριψή της ως αόριστης, ενώ ως "έγερση και πάλι" νοείται η εκ νέου έγερση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008).
Καθίσταται δε, τελεσίδικη η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας, εκτός άλλων περιπτώσεων, με την παραίτηση από τα ένδικα μέσα, η οποία, εφόσον έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατ’ αυτής, γίνεται κατά το διαγραφόμενο στο άρθρ. 297 ΚΠολΔ του ιδίου κώδικα, ενώ εάν γίνει πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, οπότε αφορά το δικαίωμα προς άσκησή του και υποδηλώνει στην ουσία αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπόκειται στη ρύθμιση του άρθρ. 297 ΚΠολΔ, αλλά μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή και σιωπηρώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση άσκησης νέας αγωγής από τον ενάγοντα έχουσας το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την προηγούμενη, που απορρίφθηκε ως αόριστη, συναγόμενης εντεύθεν αποδοχής της απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ’ αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της (Α.Ε.Δ. 42/1990, Ολ.ΑΠ 1804/86, Ολ.ΑΠ 626/1980).
Σε κάθε δε περίπτωση η νέα αγωγή (έχουσα την ίδια ιστορική και νομική αιτία), μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (ΑΠ 2074/07). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ συνάγεται ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης οφειλής καθίσταται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση.
Τέτοια ενέργεια (όχλησης) κατ’ άρθρα 215 και 221 ΚΠολΔικ έχει και η επίδοση αγωγής με την οποία ζητείται η εκτέλεση της παροχής. Απορριφθείσης δε της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς -όπως απαραδέκτου λόγω αοριστίας- δεν ανατρέπονται τα εντεύθεν αποτελέσματά της, με αυτήν, γενομένης οχλήσεως, αλλά αυτή λειτουργεί ως εξώδικη όχληση (Ολ.ΑΠ 13/1994, ΑΠ 2045/2006).
Το δικαίωμα που απορρέει από τα άρθρα 388 και 288 ΑΚ για προσδιορισμό της παροχής ή αντιπαροχής που πρέπει να εκπληρωθεί και, ειδικότερα, για αναπροσαρμογή μισθώματος είναι διαπλαστικό, διότι αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της μισθωτικής σύμβασης, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση που αναπροσαρμόζει το μίσθωμα και ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Αποτέλεσμα του παραπάνω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η μίσθωση είναι ενεργής. Δηλαδή, η αναπροσαρμογή χρονικά μπορεί να ζητηθεί από την επίδοση της σχετικής αγωγής και για το μέλλον (Ολ.ΑΠ 1175/1983) και όχι αναδρομικά από άλλο, προγενέστερο της επίδοσης, χρονικό σημείο, εκτός αν συντρέχει περίπτωση μεταγενέστερης συμπλήρωσης των στοιχείων της σχετικής αγωγής που απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς (δηλαδή, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας) οπότε, εάν επανασκηθεί μέσα σε έξι μήνες (άρθρ. 263 παρ. 2 ΑΚ), τότε, το διαπλασθέν μίσθωμα οφείλεται από την άσκηση της πρώτης αγωγής που συμπληρώθηκε με την όμοια - δεύτερη, αφού η απόρριψη της πρώτης, ως αόριστης, δεν αίρει τα, από την άσκησή της επελθόντα -κατά το ουσιαστικό δίκαιο- αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της όχλησης (ΑΠ 2045/2006).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της από 16-10-2013 αγωγής του αναιρεσείοντος για αναδρομική αναπροσαρμογή, κατά τα άρθρα 263 και 340 ΑΚ, από το χρόνο άσκησης της προγενέστερης, από 12-9-2010 όμοιας αγωγής του αναπροσαρμογής (μείωσης) του μισθώματος παραβίασε με το να μην εφαρμόσει τις εν λόγω διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την από 5-8-2014 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 875/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχτηκε αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης από 16-10-2013 αγωγής και ως αποδειχθέντα τα εξής: "Στην από 16-10-2013 αγωγή ο ενάγων μισθωτής εξέθετε ότι με το από 16-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσε από τον εναγόμενο για οκτώ έτη, το περιγραφόμενο ισόγειο κατάστημα με υπόγειο και πατάρι που βρίσκεται στο ...
προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κρεοπωλείο, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.750 ευρώ πλέον του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, το οποίο (μίσθωμα) συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά το αναφερόμενο ποσοστό, αρχής γενομένης από 01-11-2008 και έτσι αναπροσαρμοσθέν ήδη κατά το χρόνο άσκησης της προγενέστερης (από 12-9-2010) αγωγής του, ανέρχονταν σε 3.104 ευρώ ενώ, κατά το χρόνο άσκησης (εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης επί της προγενέστερης αγωγής), της κρινόμενης (από 16-10-2013) αγωγής, ανέρχονταν σε 3.477 ευρώ πλέον του 1/2 του τέλους χαρτοσήμου, ποσό που είναι ιδιαίτερα επαχθές και δυσανάλογο σε σχέση τόσον με τη μειωθείσα, κατά 50%, πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου με βάση τόσο το δυνάμενο να επιτευχθεί κάτω από ελεύθερες διαπραγματεύσεις, όσο και με τη μειωθείσα αντικειμενική του αξία, αλλά, και συγκρινόμενο με τα μισθώματα που καταβάλλονται για ομοειδή καταστήματα στην ίδια περιοχή, γεγονός που οφείλεται σε μεταγενέστερη της κατάρτισης της μίσθωσης έκτακτη και απρόβλεπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών και ειδικότερα, στην οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα από το 2010 και επιδεινώθηκε τα επόμενα έτη, επιφέροντας απρόβλεπτη και μόνιμη ανατροπή των οικονομικών δεδομένων που ίσχυαν κατά την κατάρτιση της μίσθωσης και στα οποία οι διάδικοι στήριξαν τη συνομολόγηση του ύψους του μισθώματος.
Περαιτέρω εκθέτοντας ότι η προγενέστερη από 12-9-2010 όμοια αγωγή του απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας), με την κρινόμενη που άσκησε εντός 6μηνου από την έκδοση της απορριπτικής απόφασης ζήτησε, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ, να διαμορφωθεί δικαστικά -μειωθεί- το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1.464 ευρώ από την άσκηση (στις 21-9-2010) της πρώτης αγωγής του, άλλως, στο ποσό των 1.890 ευρώ, όπως δηλαδή είχε αιτηθεί με την προηγούμενη αγωγή του από την επίδοσή της και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης και σε 1.465 ευρώ από την άσκηση της τελευταίας και εντεύθεν, άλλως, επικουρικότερον, στο ποσό των 1.465 ευρώ από την επίδοση της τελευταίας, ώστε να αρθεί η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη.
Περαιτέρω ζήτησε να καθοριστεί η ετήσια αναπροσαρμογή του μειούμενου μισθώματος σε ποσοστό 3%, άλλως, σε ποσοστό ίσο με το 75% της μεταβολής του Δείκτη τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως θεμελιούμενη κατά την κύρια βάση της στις διατάξεις των άρθρων 361, 288, 574, 576 του ΑΚ και 1 & 44 του π.δ. 34/1995, και κατά την επικουρική στη διάταξη του 388 ΑΚ , ακολούθως, αφού απέρριψε το αίτημα περί καταβολής του μειωμένου μισθώματος από την άσκηση της πρώτης αγωγής ως απαράδεκτο, καθόσον έκρινε ότι η δεύτερη-κρινόμενη αγωγή δεν είναι όμοια, ήτοι, δεν έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη, και ως εκ τούτου η επίδοση της πρώτης, δεν αποτέλεσε όχληση για την διάπλαση της ένδικης αξίωσης, στη συνέχεια απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων μισθωτής με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής του που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του... Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ο ενάγων υποστηρίζει ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των επικαλούμενων διατάξεων των άρθρων 340 ΑΚ, 215 και 221 του ΚΠολΔ η εκκαλουμένη έκρινε ότι το αιτούμενο να μειωθεί μίσθωμα οφείλεται από την άσκηση της ένδικης-δεύτερης αγωγής του ενώ, εάν είχε εφαρμόσει ορθά αυτές, θα είχε αχθεί στην κρίση ότι αυτό οφείλεται από την επίδοση της προγενέστερης από 12-9-2010 αγωγής του, η οποία αποτελεί όχληση, καθόσον ασκήθηκε εντός 6μήνου από την απόρριψη, για μη ουσιαστικούς λόγους (ως αόριστη), της πρώτης.
Ο λόγος αυτός της έφεσης ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον θεμελιώνεται, στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, η εκκαλουμένη απέρριψε το σχετικό αίτημα επειδή έκρινε ότι η άσκηση της προγενέστερα ασκηθείσας αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη, δεν συνιστά όχληση της σχετικής διαπλαστικής αξίωσης που επανασκείται, εντός 6μήνου από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης, με όμοια - συμπληρωματική αγωγή.
Όμως η εκκαλουμένη, ήχθη στην ορθή απορριπτική κρίση της, όχι για τον ως άνω αβάσιμα επικαλούμενο με την έφεση, λόγο, αλλά διότι ορθά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω στην παρούσα αναφερόμενες διατάξεις, έκρινε ότι, ενώ κατ’ αρχάς, η άσκηση της πρώτης αγωγής θα μπορούσε να αποτελέσει όχληση για την διαπλαστικού χαρακτήρα ένδικη αξίωση που εμπεριέχεται στη δεύτερη κρινόμενη αγωγή (ΑΠ 2045/2006), τελικώς, στην προκείμενη περίπτωση, δεν αποτελεί αυτή όχληση και γι’ αυτό απέρριψε το σχετικό αίτημα, επειδή η πρώτη αγωγή δεν είναι όμοια ως προς τη νομική και ιστορική της αιτία με τη δεύτερη, αφού, ως κύρια βάση της τελευταίας προβάλλεται, όχι η θεμελιούμενη στη διάταξη του 388 του ΑΚ (όπως προτάσσονταν στην πρώτη αγωγή), αλλά η εκ του άρθρου 288 του ΑΚ, η οποία όμως, είχε ασκηθεί επικουρικά στην πρώτη, δηλαδή, λόγω μετατροπής σε κύρια βάση, της επικουρικά ασκηθείσας βάσης της πρώτης αγωγής.
Πέραν του ότι η εκκαλουμένη δεν πλήττεται για την ως άνω εκτίμηση του νομικού και ιστορικού περιεχομένου των επίμαχων αγωγικών δικογράφων, από την επισκόπησή τους από το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνεται η εκ του ίδιου ως άνω λόγου νομική και ιστορική διαφοροποίηση των δύο αγωγικών δικογράφων. Ως εκ τούτου, η άσκηση της προγενέστερης (ανόμοιας) αγωγής δεν συνιστά όχληση για την ένδικη αξίωση που εμπεριέχεται στην κρινόμενη - δεύτερη, όπως ορθά κρίνοντας και η εκκαλουμένη, απέρριψε το αίτημα καταβολής του μειωμένου μισθώματος από προγενέστερο χρονικό σημείο αυτού, της άσκησης της δεύτερης αγωγής...".
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων, με την ένδικη από 16-10-2013 αγωγή του, προέβαλε τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εκθέτει στην ασκηθείσα στις 21-9-2010 από 12-9-2010 πρώτη αγωγή του, για τη θεμελίωση αυτής στο νόμο, τα οποία υπάγονται στις ίδιες νομικές διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, καθώς και όμοιο αίτημα αναπροσαρμογής (μείωσης) του μηνιαίου μισθώματος του μίσθιου ακινήτου, στα ποσά του οποίου, καθόσον αφορά στα επί πλέον αιτούμενα ποσά μεγαλύτερης μείωσης εμπεριέχεται και το ποσό της προγενέστερης αγωγής του και συνεπώς και οι δύο αγωγές ήταν όμοιες ως προς την ιστορική και νομική αιτία.
Ως εκ τούτου, η άσκηση της δεύτερης αγωγής εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης της πρώτης αγωγής αποτελούσε επανέγερση των αξιώσεων που εμπεριέχονται στην πρώτη αγωγή και συνεπώς η άσκηση της πρώτης αγωγής αποτελούσε όχληση τόσο για την αξίωση από τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ όσο και για την αξίωση από το άρθρο 288 ΑΚ που εμπεριέχονται στην ένδικη δεύτερη αγωγή.
Τα παραπάνω, δεν παραλλάσσουν από το γεγονός ότι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η κύρια βάση της προγενέστερης αγωγής προβάλλεται ως επικουρική βάση της ένδικης αγωγής και η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως επικουρική της προγενέστερης αγωγής, αν ληφθεί υπόψη ότι και οι δύο αγωγές, ανεξαρτήτως σειράς προβολής των σχετικών αιτημάτων στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και περαιτέρω ότι τόσο η κύρια όσο και η επικουρική βάση και τα αντίστοιχα αιτήματα της προγενέστερης από 12-9-2010 αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας και επανασκήθηκαν εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης της πρώτης αγωγής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, εφόσον με αυτούς πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ίδιο κεφάλαιο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε το αίτημα της από 16-10-2013 αγωγής του αναιρεσείοντος περί καταβολής του μειωμένου μηνιαίου μισθώματος που καθορίστηκε με αυτή από την άσκηση της προγενέστερης, από 12-9-2010 αγωγής του, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 21-9-2010, και να παραπεμφθεί κατά το μέρος που αναιρέθηκε η απόφαση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ’ αυτόν παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και να καταδικαστεί, ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1452/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον αφορά, το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ’ αυτόν παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ