Supreme Court allows appeal against bank fraud verdict, remanding case for retrial on illegal conduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the 523/2014 decision but allowed the appeal against the 3277/2011 judgment regarding bank fraud. The court found that the bank's agents committed illegal conduct through improper reasoning and fake deposits, which caused damage to the plaintiff. Consequently, the court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial while ordering the bank to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 577§3, 569§2, 580, 176, 183, 189§1, 191§2, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision if the appeal proves the existence of illegal conduct by the opposing party that was not properly addressed, thereby necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 795 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 795/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Π. Α., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιούλα Κατσαμπάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Παπαδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4796/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3277/2011 οριστική και κατόπιν αιτήσεως αναψηλαφήσεώς της η 523/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2014 αίτησή της και τους από 5/9/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 26/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και ως προς τις δύο εκκαλούμενες.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20-6-2014 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους από 5-9-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλονται οι υπ' αρ. 523/2014 και 3277/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και η μεν δεύτερη (523/2014) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την υπ' αρ. 24/11-12-2012 αναψηλάφηση της αναιρεσείουσας κατά της 3277/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η δε πρώτη (3277/2011) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4796/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Ως προς τους προσθέτους λόγους αναίρεσης όμως, που ασκήθηκαν με το παραπάνω από 5-9-2014 ιδιαίτερο δικόγραφο, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρ. 568§2 ΚΠολΔ (και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρ. 575 ΚΠολΔ), με συνέπεια έτσι, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση, αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί να απορρίπτονται κατά το άρθρ. 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΟλΑΠ 143/1984, 654/1984, ΑΠ 500/2010, 398/2012).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§12εδ. α' του ν. 1157/1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρ. 144§1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την 19.00 ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και η παραπάνω προθεσμία των τριάντα τουλάχιστον πλήρων ημερών, που πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και την επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την αρχική ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, αν η τελευταία πριν από τη δικάσιμο ημέρα για τη συμπλήρωση της εν λόγω προθεσμίας, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι συνεπώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 890/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι με την από 30.06.2014 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε για την δικάσιμο της 06.10.2014. Παράλληλα η αναιρεσείουσα άσκησε τους από 05.09.2014 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι προσδιορίστηκαν να συζητηθούν από κοινού με την αίτηση αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 06.10.2014.
Όμως το δικόγραφο των πρόσθετων αυτών λόγων αναίρεσης κατατέθηκε στις 05.09.2014 στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη συνημμένη σ' αυτό πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα. Επομένως ακόμη και αν αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την ίδια ημέρα, όπως εν προκειμένω (βλ.
την υπ' αρ. 319/5-9-2014 έκθεση επιδόσεως του Δικ. Επιμ. Πειραιώς, ...), η τριακοστή ημέρα από την επομένη της κατάθεσης και της επίδοσής του συμπίπτει με την 05.10.2012, που είναι ημέρα Κυριακή, οπότε η προθεσμία των 30 ημερών, που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της κατάθεσης των πρόσθετων λόγων και της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, παρατεινόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα, λήγει την 19.00 ώρα της 06.10.2014, που είναι όμως η ημέρα της ορισθείσας για τη συζήτηση της υπόθεσης δικασίμου.
Έτσι μέχρι την 09.30 ώρα της δικασίμου αυτής, που άρχισε η συζήτηση των προσδιορισμένων στη δικάσιμο αυτή υποθέσεων, δεν συμπληρώνεται η ως άνω προθεσμία των 30 ημερών, γι' αυτό και πρέπει οι από 05.09.2014 πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας, που ασκήθηκαν εκπροθέσμως, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1791/2013). (Α).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.
Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1610/1986, 1529/1995, 796/2000).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2005).
Ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, εφόσον δε η υπόθεση ερευνήθηκε και στην ουσία της, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής (ΟλΑΠ 20/2005), αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2004, 538/2007).
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (ΑΠ 570/2010, 1320/2011). Οι αντιφάσεις είναι κρίσιμες όταν εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΟλΑΠ 13/1995).
Αντίθετα η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1231/2006, 1300/2006, 2096/ 2009, 1320/2011 966/2012). Κατά δε την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 523/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης ότι η αναψηλάφηση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, γιατί δεν συντρέχουν σωρευτικά οι από το νόμο τασσόμενες προϋποθέσεις του προβαλλόμενου πρώτου λόγου αναψηλάφησης, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά της αδυναμίας προσκόμισης του ως άνω πορίσματος δεν συνιστούν ανώτερη βία, καθόσον η αιτούσα γνώριζε την ύπαρξη του εγγράφου και μπορούσε να ζητήσει νομίμως την επίδειξή του κατά την προβλεπόμενη διαδικασία ακόμη και στη δίκη επί της αγωγής με παρεμπίπτουσα αίτηση κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ.
Εάν δε ήθελε υποτεθεί ότι όντως συνέτρεχε τραπεζικό απόρρητο, όπως επικαλείται η αιτούσα αναφερόμενη στο σχετικό έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία είχε στην κατοχή της το ως άνω πόρισμα τότε και πάλι δεν συντρέχει ο προκείμενος λόγος αναψηλάφησης, εφόσον το έγγραφο αυτό ως αποδεικτικό μέσο δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ως προς την ιστορική βάση της αγωγής από το δικαστήριο, εκτός και εάν είχε αρθεί τούτο (απόρρητο) μεταγενέστερα.
Σε κάθε δε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το επικαλούμενο έγγραφο πόρισμα των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών της Τράπεζας της Ελλάδος δεν είναι κρίσιμο κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εφόσον αφενός δεν αποδεικνύει άμεσα τα πραγματικά περιστατικά της υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της καθ' ης η αίτησης τραπεζικής εταιρείας και της αιτιώδους συνάφειας της συμπεριφοράς τους και της επέλευσης της ζημίας στην ενάγουσας, αλλά απλώς αναφέρεται στα αποδειχθέντα στη δίκη πραγματικά περιστατικά της παράνομης εικονικής κατάθεσης χρηματικών ποσών από την ενάγουσα δια του εκπροσώπου της στις δύο πρώτες περιπτώσεις και σε νόμιμο αντιλογισμό των κατατεθέντων χρηματικών ποσών κατόπιν ιδίας αίτησης του ως εκπροσώπου της.
Εάν δε τούτο είχε προσαχθεί και ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο στη σχετική δίκη δεν θα άλλαζε το συγκεκριμένο διατακτικό της απόφασης. Στην συνέχεια το Εφετείο Αθηνών απέρριψε με την προσβαλλόμενη 523/2014 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, την από 24/11-12-2012 αναψηλάφηση. Τα αντίθετα, επομένως, που υποστηρίζονται με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής (523/2014) είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους, στην πραγματικότητα αμφισβητείται, με πρόσχημα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11, 17 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η κρίση του δικάσαντος Εφετείου (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα δε, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού η κρίση αυτή του δικαστηρίου ότι το ανευρεθέν έγγραφο δεν ήταν κρίσιμο, που στηρίζει από μόνη της (κρίση) το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης για τους συγκεκριμένους λόγους, απορρέει πράγματι από την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και η κρίση αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1041/2003).
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 832/2009, 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη απορριπτέοι είναι κατ' ουσία ο έβδομος και ο όγδοος λόγοι της αναιρέσεως σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο της ανωτέρω σκέψης. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι προσβαλλομένη 523/2014 απόφαση δεν έλαβε υπόψιν της την από 7-1-2012 ένορκη βεβαίωση του Η.
Χ., (προφανώς αναφέρεται στην από 7-11-2013 ένορκη βεβαίωση του ιδίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών) αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση αφορά την ουσία της υπόθεσης και δεν σχετίζεται με την παραδοχή της αναψηλάφησης και επομένως η λήψη της υπόψη από το Εφετείο, θα ήταν ενδεχομένως δυνατή μόνο μετά την παραδοχή ως βάσιμης της αναψηλάφησης και επομένως είναι απορριπτέος και ο έκτος λόγος αυτός.
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ο σχετικός δε με το λόγο αυτό ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς παραδεκτά κατά το άρθρ. 562§2(γ) ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 83/1978, 98/2005, 1450/2007, 1780/2009, 1524/ 2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς, μεταξύ τράπεζας και ιδιώτη και επομένως αβάσιμα υποστηρίζεται για πρώτη φορά με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι η προσβαλλομένη έκρινε άνευ οιασδήποτε δικαιοδοσίας και πρέπει έτσι να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αυτός με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση (523/2014) για πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με το να δικάσει την υπόθεση υπερέβη τη δικαιοδοσία του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε κατ' ουσία την αναψηλάφηση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρων 544.7 ΚΠολΔ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στην ως άνω απόρριψη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 523/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
(Β). Η αναιρεσείουσα παραπονείται και κατά της αποφάσεως 3277/2011 του Εφετείου Αθηνών αυτής με τους ίδιους ως άνω λόγους που παραπονείται και κατά της 523/2014, με αριθμούς, ένα (από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), δύο (από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), τέσσερα (από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), και κατ' εκτίμηση και οι τρείς λόγοι και από τον αριθμ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ και πέντε (από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), που όπως αναγράφει στη σελίδα 19 της αναίρεσης και προς αποφυγή επαναλήψεως, αναφέρεται στους αυτούς λόγους όπως και κατά της 523/2014.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), το δικάσαν Εφετείο με την 3277/2011 απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "... Η ενάγουσα, από το έτος 1984, διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟΠΟ - ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΥ στο ... και επί της οδού ..., με κωδικό αριθμό ... . Με τον Οργανισμό Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (Ο.Π.Α.Π.) είχε συμφωνήσει ότι τις αποδοτέες προς τον ως άνω Οργανισμό εισπράξεις του πρακτορείου της, προερχόμενες από τις καταθέσεις σ' αυτό δελτίων τυχερών παιχνιδιών, θα έπρεπε να καταθέτει στον σχετικό υπ' αρ. ...
ειδικό λογαριασμό του εν λόγω Οργανισμού, τηρούμενο στην εναγομένη τράπεζα. Κατά το χρονικό διάστημα, από 16 έως 30 Ιουνίου του 2006, διενεργήθηκαν οι υπ' αριθμούς 45, 46, 47, 48 και 49 διαγωνισμοί τυχερών παιχνιδιών του ΟΠΑΠ. Οι εξ αυτών σχετικές εισπράξεις του πρακτορείου της ενάγουσας, συνολικού ποσού 76.250 ευρώ (όπως παρακάτω αναλύεται), έπρεπε λοιπόν, με βάση την ως άνω συμφωνία, να κατατεθούν στον προαναφερόμενο ειδικό τραπεζικό λογαριασμό.
Τις σχετικές καταθέσεις ανέλαβε κατόπιν σχετικής συμφωνίας να πραγματοποιήσει για λογαριασμό της ενάγουσας, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος αυτής, ο δικηγόρος Ι. Α.. Αυτός ήταν σύζυγος της επίσης πράκτορος του ΟΠΑΠ Ε. Φ., που διατηρούσε παρόμοιο πρακτορείο στο ..., γνώριμος της ταμία της εναγομένης Δ. Τ., ελάμβανε δε μέρος σε διαγωνισμούς τυχερών παιχνιδιών στο πρακτορείο της ενάγουσας συνήθως επί πιστώσει, με αποτέλεσμα να οφείλει κάθε φορά σ' αυτήν μεγάλα χρηματικά ποσά.
Έτσι λοιπόν και προς εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων προς την ενάγουσα, μετά από σχετική συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει για λογαριασμό του ΟΠΑΠ, ποσά ίσου ύψους προς τις εκάστοτε αποδοτέες προς τον Οργανισμό εισπράξεις του πρακτορείου της. Αποδείχθηκε όμως ότι ο Ι.
Α., ενεργώντας στα πλαίσια των παραπάνω συμβατικών του σχέσεων με την ενάγουσα, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες : Α) Στις 16-6-2006, η ταμίας (Teller) του επί της ... καταστήματος της εναγομένης τράπεζας Δ. Τ., μετά από σχετικές τηλεφωνικές οδηγίες του Ι. Α., που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, με την υπ' αρ.
… πράξη της 12.13' ώρας πραγματοποίησε για λογαριασμό του πρακτορείου "κατάθεση" ποσού 10.162 ευρώ, στο λογαριασμό όψεως του ΟΠΑΠ, χωρίς όμως η υπάλληλος αυτή να έχει εισπράξει πράγματι το ποσό αυτό, το οποίο ο I. Α. δεν προσκόμισε στο πιο πάνω κατάστημα της εναγομένης μέχρι τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, παρά το γεγονός ότι η ίδια υπάλληλος μετά από αίτημα του I.
Α. (γνωστού της, όπως προαναφέρθηκε), απέστειλε στον ΟΠΑΠ μέσω FAX σχετικό γραμμάτιο είσπραξης. Λόγω του ότι όμως ο I. Α. δεν προσκόμισε τελικά τα χρήματα, η υπάλληλος αυτή, με την υπ' αρ. … πράξη την 15.25' ώρα της ίδιας ημέρας (16-6-2006), αντιλόγισε (ακύρωσε) την "κατάθεση". Β) Τα αυτά επαναλήφθηκαν στο ίδιο κατάστημα και με την ίδια υπάλληλο της εναγομένης και στις 20-6-2006.
Ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας I. Α. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη Δ. Τ. και της ζήτησε να προβεί σε παρόμοια "κατάθεση" ποσού 9.880 ευρώ στο λογαριασμό του ΟΠΑΠ, ενημερώνοντας τον Οργανισμό με FAX, ενώ υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε αργότερα τα χρήματα. Η ίδια ταμίας πραγματοποίησε ισόποση "κατάθεση" με την υπ' αρ. ...
πράξη της 09:11 ώρας, χωρίς να λάβει όντως το αντίστοιχο ποσό και απέστειλε σχετικό FAX στον ΟΠΑΠ. Την ίδια ημέρα όμως, λόγω του ότι και πάλι ο I. Α. δεν προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης για να προσκομίσει το ως άνω ποσό, η ταμίας με την υπ' αρ. ... πράξη την 14:35' ώρα αντιλόγισε επίσης την "κατάθεση". Γ) Στις 23-6-2006, ο ως άνω αντιπρόσωπος της ενάγουσας, εμφανισθής στο επί της ...
κατάστημα της εναγομένης, ζήτησε για λογαριασμό του πρακτορείου της ενάγουσας την κατάθεση ποσού 24.150 ευρώ στο λογαριασμό του ΟΠΑΠ. Ο ταμίας του καταστήματος Γ. Π. την 10:37' ώρα, και με την υπ' αρ. ... πράξη πραγματοποίησε την κατάθεση αυτή. Όμως περίπου δέκα λεπτά αργότερα, ο I. Α. επανήλθε στο ίδιο κατάστημα και ισχυριζόμενος ότι έκανε λάθος ως προς την Τράπεζα και το ποσό της κατάθεσης, ζήτησε τον αντιλογισμό της.
Ο ως άνω ταμίας, αφού ζήτησε από τον πελάτη - καταθέτη να του παραδώσει αντίγραφο του παραστατικού της κατάθεσης και μετά από προηγούμενη προφορική συγκατάθεση της προϊσταμένης καταθέσεων του τμήματος και υπογραφές των αρμοδίων προϊσταμένων του, με την υπ' αρ. ... πράξη της 10:51 ώρας αντιλόγισε την κατάθεση και επέστρεψε τα χρήματα στον πελάτη, ο οποίος και υπέγραψε στην οικεία θέση του εντάλματος πληρωμής.
Δ) Στις 28-6-2006, ο I. Α., εμφανίσθηκε στο κατάστημα ... της εναγομένης και ζήτησε την κατάθεση ποσού 14.600 ευρώ, στον ίδιο λογαριασμό του ΟΠΑΠ, αναφέροντας τον κωδικό του πρακτορείου και το όνομα της ενάγουσας πράκτορος. Η ταμίας του καταστήματος Π. Μ. με την υπ' αρ. ... πράξη της 11:34' ώρας, προέβη στην κατάθεση του ποσού αυτού στον εν λόγω λογαριασμό.
Μετά ημίωρο περίπου ο I. Α. επέστρεψε στο κατάστημα και, ισχυριζόμενος ότι έκανε λάθος στην Τράπεζα όπου έπρεπε να καταθέσει το ποσό, ζήτησε τον αντιλογισμό της κατάθεσης. Η ως άνω ταμίας, αφού ζήτησε να της παραδώσει το αντίγραφο του παραστατικού της κατάθεσης, με την υπ' αρ. ... πράξης της 12:04' ώρας αντιλόγισε την κατάθεση, αφού προηγουμένως είχε λάβει την προφορική συγκατάθεση και την υπογραφή επί του εντάλματος πληρωμής της προϊσταμένης εργασιών του καταστήματος Δ.
Τ. (η οποία είχε αποσπασθεί εσχάτως στο συγκεκριμένο κατάστημα), καθώς και την υπογραφή του Διευθυντή του καταστήματος, επέστρεψε δε το χρηματικό ποσό στον πελάτη - καταθέτη αυτού, ο οποίος και υπέγραψε στην οικεία θέση του εντάλματος πληρωμής. Ε) Τέλος, στις 30-6-2006, ο I. Α. εμφανίσθηκε στο επί της ... κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε την κατάθεση του ποσού των 17.460 ευρώ στον ίδιο λογαριασμό του ΟΠΑΠ, αναφέροντας τον κωδικό πρακτορείου και το όνομα της ενάγουσας πράκτορος, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε.
Η ταμίας του καταστήματος αυτού Π. Π., με την υπ' αρ. ... πράξη την 10:32' ώρα, πραγματοποίησε την κατάθεση αυτή. Μετά πάροδο ημιώρου περίπου όμως, ο ως άνω πελάτης επανήλθε στο κατάστημα και, ισχυριζόμενος και πάλι ότι έκανε λάθος στην Τράπεζα που έπρεπε να καταθέσει το ποσό, ζήτησε τον αντιλογισμό της κατάθεσης.
Η ως άνω ταμίας, αφού του ζήτησε την παράδοση του αντιγράφου του παραστατικού της κατάθεσης και αφού έλαβε τη σχετική έγκριση των αρμοδίων προϊσταμένων της, με την υπ' αρ. ... πράξη την 11.05' ώρα, αντιλόγισε την κατάθεση και επέστρεψε το ποσό αυτό στον πελάτη, ο οποίος και υπέγραψε στο ένταλμα πληρωμής. Συνεπεία δε των περιστατικών αυτών και αφού οι εισπράξεις των σχετικών υπ' αριθμούς 45, 46, 47, 48 και 49 διαγωνισμών δεν είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό του, ο ΟΠΑΠ στις 6-7-2006, έκλεισε οριστικά την πρόσβαση του πρακτορείου της ενάγουσας στο σύστημά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατατεθεί από το εν λόγω πρακτορείο κανένα δελτίο τυχερών παιχνιδιών του εν λόγω Οργανισμού, ενώ την ίδια ημέρα ενημερώθηκε τηλεφωνικώς απ' αυτόν η ενάγουσα για τον ως άνω λόγο αυτής της διακοπής και του αποκλεισμού του πρακτορείου της.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα απέστειλε προς την εναγομένη την από 11-7-2006 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 12-7-2006, με την οποία απέδιδε την μη είσπραξη των παραπάνω ποσών από τον ΟΠΑΠ σε παράνομες ενέργειες των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς της, προέβησαν εν αγνοία της σε ακύρωση των πράξεων καταθέσεως και σε απόδοση των ποσών αυτών σε μη δικαιούμενης τρίτο πρόσωπο.
Με την ίδια εξώδικη δήλωση ζήτησε την αποκατάσταση των πραγμάτων και την κατάθεση του συνολικού ποσού των 76.252 ευρώ στον παραπάνω λογαριασμό του Οργανισμού. Η εναγομένη Τράπεζα απάντησε με την από 8-9-2006 εξώδικη απάντησή της, που επεδόθη στην ενάγουσα στις 13-9-2006, υπεραμυνόμενη των ενεργειών των υπαλλήλων της, αρνούμενη οποιαδήποτε υπαιτιότητά τους στην επέλευση της ζημίας που η ενάγουσα επικαλείται και ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι η πιο πάνω "καταθέσεις" στο λογαριασμό του ΟΠΑΠ αντιλογίστηκαν νόμιμα και σύμφωνα με την κρατούσα τραπεζική πρακτική, καθώς και υπό τις αναφερόμενες στη δήλωση συνθήκες.
Σχετικά με την κατάθεση του ποσού των 24.150 ευρώ, στις 23-6-2006, στο επί της ... κατάστημα της εναγομένης, στις 3-7-2006 εμφανίσθηκε στον Διευθυντή του εν λόγω καταστήματος ο σύζυγος της ενάγουσας Π. Α., προτιθέμενος προφανώς να διαπιστώσει την εκ μέρους του αντιπροσώπου της Ι. Α. ορθή τήρηση των οδηγιών της και ζήτησε το παραστατικό του αντιλογισμού, έχοντας στην κατοχή του αντίγραφο του παραστατικού της ως άνω κατάθεσης.
Από την αντιπαραβολή των δύο παραστατικών προέκυψε ότι στο μεν ευρισκόμενο στο αρχείο της εναγομένης γραμμάτιο είσπραξης δεν αναγραφόταν, ούτε ο αριθμός του πρακτορείου, ούτε το όνομα της πράκτορος εναγούσης, ενώ στο φωτοαντίγραφο που κατείχε ο σύζυγος της τελευταίας είχαν καταχωρηθεί χειρόγραφα και τα δύο αυτά στοιχεία.
Προέκυψε επίσης ότι το παραστατικό που κατείχε η ενάγουσα είχε αποσταλεί (με) FAX στον ΟΠΑΠ, την 11:04' ώρα της 23-6-2006, δηλαδή περίπου 15 λεπτά μετά τον αντιλογισμό και την επιστροφή των χρημάτων από τον ταμία στον πελάτη. Στις ενέργειες αυτές δεν προέβησαν και δεν είχαν λόγο να προβούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η Διεύθυνση Επιθεώρησης της εναγομένης Τράπεζας, αφού έλαβε υπόψη το από 6-7-2006 φύλλο συμβάντων του καταστήματος ..., προέβη σε σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε από τον (εξετασθέντα ως μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) ειδικό επιθεωρητή Π. Π.. Ο τελευταίος, με το σχετικό πόρισμά του, καταλόγισε πειθαρχικές, ευθύνες στην Δ.
Τ., που εκτελούσε χρέη ταμία στο εν λόγω κατάστημα, για το λόγο ότι κατ' εντολή (γνωρίμου αυτής) I. Α. δέχθηκε να διενεργήσει στις 16 και 20 Ιουνίου 2006 εικονικές καταθέσεις στον ειδικό λογαριασμό του ΟΠΑΠ, στέλνοντας μάλιστα με FAX στον εν λόγω Οργανισμό αντίγραφα παραστατικών κατάθεσης για ποσά που ουδέποτε εισέπραξε αυτή, η οποία και απολύθηκε από την εναγομένη Τράπεζα με βάση το πόρισμα αυτό.
Αντίθετα, για τους λοιπούς προαναφερθέντες ταμίες των καταστημάτων ..., ... και ... της εναγομένης δεν καταλογίσθηκαν πειθαρχικές ευθύνες, αφού κρίθηκε ότι ορθά προέβησαν στους ως άνω αντιλογισμούς (όπως και η Δ. Τ. μόνο ως προς τις ενέργειες των αντιλογισμών), μετά από σχετικές εντολές του πελάτη - καταθέτη, προφορική εξουσιοδότηση και συγκατάθεση των προϊσταμένων τους και αφού τήρησαν τις προβλεπόμενες Τραπεζικές διαδικασίες.
Συνεπώς, στις τρεις τελευταίες των ως άνω περιπτώσεων οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, ενεργώντας σύμφωνα με το νόμο, προέβησαν κάθε φορά στον απαιτούμενο αντιλογισμό ή αντιπέρασμα, δηλαδή στο μηδενισμό (ακύρωση) της σχετικής εγγραφής με αντίθετη εγγραφή, όπως δέχεται σε ανάλογες περιπτώσεις και η νομολογία (βλ.
σχετ. ΑΠ 1453/2007 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 577/2003 ΕλΔ 45.1026, Εφ. Αθ. 9238/2006 ΔΕΕ 2007.701, Εφ. Αθ. 3545/1998 ΝοΒ 47.787, Εφ.Λαρ. 297/2008 Επισκ Εμπ.Δ. 2008.1052), αλλά και η συνήθης Τραπεζική πρακτική (βλ. κατάθεση του μάρτυρα Π. Π. και έντυπο της εναγομένης Τράπεζας με τίτλο "διαδικασίες καταθέσεων"), έτσι ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια των κονδυλίων του σχετικού λογαριασμού.
Σημειώνεται ότι, με την υπ' αρ. A 104/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορρίφθηκε η από 28-12-2006 έγκληση της ενάγουσας κατά τον ως άνω ταμιών της εναγομένης και του τότε Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Γ. Π., για τις πράξεις της υπεξαίρεσης, της απείθειας και της υπόθαλψης εγκληματία, ενώ με την υπ' αρ. 1153/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών απερρίφθη προσφυγή της εναγούσης κατά της πρώτης διατάξεως.
Με βάση λοιπόν τα ως άνω περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο I. Α., ενεργώντας στα πλαίσια των παραπάνω συμβατικών του σχέσεων με την ενάγουσα, μετέβη στα ως άνω καταστήματα της εναγομένης και προέβη, κατ' εντολή της ενάγουσας και για λογαριασμό του πρακτορείου της, στις καταθέσεις των ποσών των 24.150 ευρώ, στις 23-6-2006, των 14.600 ευρώ, στις 27-6-2006, και 17.460 ευρώ, στις 30-6-2006.
Κατά τις ίδιες ημερομηνίες αυτός, εκπροσωπώντας πάντοτε την ενάγουσα, επανήλθε στα ίδια καταστήματα και ζήτησε την επιστροφή των παραπάνω χρηματικών ποσών και τον αντιλογισμό των σχετικών εγγραφών που είχαν γίνει στο λογαριασμό του ΟΠΑΠ. Επομένως, μετά τους νόμιμους αντιλογισμούς των σχετικών καταθέσεων και την επιστροφή των αντιστοιχούντων χρηματικών ποσών στον καταθέτη τους και αντιπρόσωπο της ενάγουσας (κατά του οποίου δεν προκύπτει ότι αυτή έχει στραφεί δικαστικώς, ούτε επικαλείται το αντίθετο), ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τους αρμοδίους υπαλλήλους (ταμίες) της εναγομένης Τράπεζας, προστηθέντες απ' αυτήν στην υπηρεσίας της.
Αυτοί ενήργησαν εντός των νομίμων πλαισίων των καθηκόντων που τους ανετέθησαν και σύμφωνα με τη συνήθη τραπεζική πρακτική, κατά το προαναφερθέντα και, συνεπώς, οι προαναφερόμενες ενέργειές τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και ο εν γένει τρόπος άσκησης αυτών, δεν συγκροτούν αδικοπρακτική συμπεριφορά που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλουμένη από την ενάγουσα ζημία και κατά το μέρος αυτό η αγωγή της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί αδικοπρακτικής ευθύνης (βλ. Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου Αστ. Κώδικα, στο άρθρο 300 αρ. 4), αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 και 9 παρ. 1 και 2 της Υ.Α. (πολιτισμού) 25148/1999 ΦΕΚ 2004/τ.Β'/11-11-1999 (Κανονισμός Λειτουργίας πρακτορείων, Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ), προκύπτει ότι ο πράκτορας του ΟΠΑΠ είναι υποχρεωμένος να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις των παιχνιδιών στην Τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο ΟΠΑΠ και σύμφωνα με τον υποδειχθησόμενο από αυτόν τρόπο, να είναι συνεπής προς όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον τελευταίο, ενώ απαγορεύεται η απασχόληση στο πρακτορείο οποιουδήποτε άλλου, εκτός του ή της συζύγου, των παιδιών, των αδελφών και των γονέων του πράκτορα. Αν υφίσταται όμως σχετική έγκριση του ΟΠΑΠ και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δύναται να χρησιμοποιηθούν υπάλληλοι στη διεξαγωγή των εργασιών του πρακτορείου, για τις πράξεις, ενέργειες και παραλήψεις των οποίων ευθύνεται έναντι του ΟΠΑΠ προσωπικά ο πράκτορας.
Στην προκειμένη περίπτωση και σχετικά με τις εικονικές καταθέσεις που πραγματοποίησε η ταμίας της εναγομένης Δ. Τ., κατ' εντολή του αντιπροσώπου της ενάγουσας I. Α. στον ειδικό λογαριασμό του ΟΠΑΠ στις 16 και 20 Ιουνίου 2006, αποστέλλοντας μάλιστα στον εν λόγω Οργανισμό και τα προαναφερθέντα FAX, με τα οποία του γνωστοποιούσε τις καταθέσεις ποσών 10.162 και 9.880 ευρώ αντίστοιχα, ενώ στη συνέχεια κατ' εντολή πάντα του ίδιου αντιπροσώπου της ενάγουσας, προέβη σε αντιλογισμό των εν λόγω καταθέσεων, αποδεικνύεται ότι και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις πρόκειται για παράνομες και υπαίτιες πράξεις της εν λόγω υπαλλήλου της εναγομένης. Οι πράξεις αυτές, από τη φύση τους και υπό τις συνθήκες που έλαβαν χώρα, δεν προκάλεσαν μεν στην ενάγουσα θετική ζημία, αφού τα ποσά αυτά δεν κατατέθησαν στον ως άνω λογαριασμό, ήταν όμως ικανές αυτές και μόνο να προκαλέσουν εκ μέρους του ΟΠΑΠ τον αποκλεισμό της πρόσβασής της στο σύστημά του (ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε μετά την μη πραγματική κατάθεση στο λογαριασμό του και των αντίστοιχων ποσών στις 23, 27 και 30-6-2006).
Συνεπώς, η παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την ως άνω ενέργεια του Οργανισμού. Και υπάρχει μεν τέτοια συνάφεια αφού η παραπάνω πράξεις της υπαλλήλου της εναγομένης, προστηθείσης απ' αυτόν στην υπηρεσία της, κατά το χρόνο και υπό τις συνθήκες που έλαβαν χώρα, κρίνονται ικανές, κατά την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρουν ζημία στην ενάγουσα.
Η εναγομένη Τράπεζα, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει νομοτύπως τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα συνετέλεσε αποκλειστικά η ίδια στην επέλευση και την έκταση της ζημίας της, ενεργώντας κατά παράβαση, των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που ρυθμίζουν τις μεταξύ αυτής και του ΟΠΑΠ σχέσεις, αφού δεν κατέθεσε η ίδια στο λογαριασμό του Οργανισμού τις αποδοτέες προς αυτόν εισπράξεις του πρακτορείου της, αλλά χρησιμοποίησε γι' αυτό τον ξένο προς αυτήν I. Α., ο οποίος και επέδειξε την προεκτεθείσα και τουλάχιστον αντισυμβατική έναντι της ενάγουσας συμπεριφορά, με συνέπεια το ζημιογόνο αποτέλεσμα σε βάρος της. Ισχυρίσθηκε επίσης, ότι πέραν αυτού η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα του άμεσου διακανονισμού της οφειλής της με τον ΟΠΑΠ, που θα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα το εκ μέρους του Οργανισμού ταυτόχρονο άνοιγμα της πρόσβασης του πρακτορείου της στο σύστημά του, όμως δεν προέβη στην ενέργεια αυτή. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, που αποτελεί καταχρηστική ένσταση, διακωλυτική της γένεσης του επιδίκου δικαιώματος, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, ούσα πράκτορας με πολυετή πείρα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διεξήγαγε τις εργασίες του πρακτορείου της, στην έκταση που προαναφέρθηκε (ζωτικής και βαρύνουσας σημασίας ενέργειες ως προς την εκπλήρωση των προς ΟΠΑΠ υποχρεώσεών της), δια του αντιπροσώπου της Ι.
Α., κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων της Υ.Α 25148/1999, δεδομένου ότι ούτε ο τελευταίος περιλαμβανόταν μεταξύ των προσώπων που θα μπορούσαν (επιτρεπόταν) να χρησιμοποιηθούν ω υπάλληλοι του πρακτορείου της, ούτε υπήρχε σχετική έγκριση του ΟΠΑΠ για τη χρησιμοποίησή του. Ο εν λόγω αντιπρόσωπός της συμπεριφερόμενος κατά τον τρόπο που αναλυτικά κατά περίπτωση προαναφέρθηκε, συνετέλεσε στον αποκλεισμό της πρόσβασης της ενάγουσας στο σύστημα του ΟΠΑΠ και στην εντεύθεν επέλευση σε βάρος της τής καλούμενης ζημίας.
Αποδεικνύεται επίσης, ότι η ενάγουσα, ευθύς ως έλαβε γνώση του ως άνω αποκλεισμού της πρόσβασής της στο σύστημα του ΟΠΑΠ (6-7-2006), είχε τη δυνατότητα να προβεί σε διακανονισμό της τότε τρέχουσας οφειλής της προς τον Οργανισμό, που θα είχε ως άμεση συνέπεια την εκ νέου πρόσβασή της στο σύστημα αυτού και την εντεύθεν αποτροπή της επέλευσης οποιοσδήποτε ζημίας επικαλείται στην αγωγή της.
Όμως η ενάγουσα ουδέν έπραξε σχετικά, με αποτέλεσμα να μεσολαβήσει χρονικό διάστημα έξι και πλέον μηνών από του ως άνω αποκλεισμού της (6-7-2006) μέχρι και της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής της.
Συνεπώς, κατά παραδοχή της ως άνω ενστάσεως της εναγομένης και ως βάσιμου κατ' ουσίαν, είναι απορριπτέα η εν λόγω αγωγή και κατά το μέρος της αυτό ως ουσία αβάσιμη ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επικύρωσε την αντίστοιχη κρίση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 330, του ΑΚ και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω απορριπτικό της πόρισμα.
Ειδικότερα, το Εφετείο περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και την αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Δέχθηκε το Εφετείο ότι: "Αποδείχθηκε επίσης ότι η Διεύθυνση Επιθεώρησης της εναγομένης Τράπεζας, αφού έλαβε υπόψη το από 6-7-2006 φύλλο συμβάντων του καταστήματος ..., προέβη σε σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε από τον (εξετασθέντα ως μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) ειδικό επιθεωρητή Π.
Π.. Ο τελευταίος, με το σχετικό πόρισμά του, καταλόγισε πειθαρχικές, ευθύνες στην Δ. Τ., που εκτελούσε χρέη ταμία στο εν λόγω κατάστημα, για το λόγο ότι κατ' εντολή (γνωρίμου αυτής) I. Α. δέχθηκε να διενεργήσει στις 16 και 20 Ιουνίου 2006 εικονικές καταθέσεις στον ειδικό λογαριασμό του ΟΠΑΠ, στέλνοντας μάλιστα με FAX στον εν λόγω Οργανισμό αντίγραφα παραστατικών κατάθεσης για ποσά που ουδέποτε εισέπραξε αυτή, η οποία και απολύθηκε από την εναγομένη Τράπεζα με βάση το πόρισμα αυτό".
Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεξε υπαιτιότητα και ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων και της Τράπεζας για τα τρία πραγματικώς κατατεθέντα και αργότερα αναληφθέντα ποσά (αντιλογισμοί) χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του λογαριασμού Ο.Π.Α.Π. στο όνομα του οποίου κατατέθηκαν τα χρήματα και αναλήφθηκαν με τους αντιλογισμούς και απέρριψε την έφεση και την αγωγή της εκκαλούσας, καίτοι οι ενέργειες αυτές κατά τις ίδιες παραδοχές, ήταν παράνομες χωρίς την έγκριση και πληρεξουσιότητα του Ο.Π.Α.Π. (άρθρα 229, 232, 236, 238 ΑΚ) σε συνδυασμό δε και με την αποστολή στον Ο.Π.Α.Π.
του ΦΑΞ περί των γενομένων καταθέσεων, ήταν ικανές να προκαλέσουν τον αποκλεισμό της από το σύστημα όπως και έγινε στην συνέχεια, ενώ συνέτρεξε και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιάς της αναιρεσείουσας και του πταίσματος του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας. Επίσης το Εφετείο, για τις δύο εικονικές (μη γενόμενες πραγματικά) καταθέσεις, δέχθηκε την υπαιτιότητα της προστηθείσας υπαλλήλου και κατ' ακολουθία και της Τράπεζας, στη συνέχεια όμως απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα αποκλειστικά η ίδια συντέλεσε στην επέλευση της ζημίας.
Όμως η κρίση αυτή είναι ελλιπής ως προς την αιτιολογία γιατί στηρίζεται στον μη διακανονισμό των οφειλών που ενεργούσαν με τον Ο.Π.Α.Π. από την ίδια χωρίς να αιτιολογεί τι εννοεί "διακανονισμό της οφειλής" ως προς την θετική του ζημία αλλά και γιατί η ενάγουσα ως ζημιωθείσα θετικά και αποθετικά αφού εμφανιζόταν ως οφειλέτης του ΟΠΑΠ, όχι από δικό της πταίσμα αλλά από πταίσμα των υπαλλήλων της εναγομένης που διενήργησαν τους παράνομους αντιλογισμούς και τις εικονικές καταθέσεις, ήταν δήθεν υποχρεωμένη να διακανονίζει ανύπαρκτη γι' αυτήν οφειλή που αντιστοιχεί και σε δική της ζημία.
Εξ' άλλου, η κρίση της προσβαλλομένης για την έλλειψη ευθυνών της αναιρεσίβλητης τράπεζας, αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας ναι μεν καταχράσθηκε την εμπιστοσύνη της και στις πρώτες περιπτώσεις αφού η εντολή της αφορούσε την πραγματική κατάθεση και όχι την εικονική, όμως τα αποτελέσματα της ζημιογόνας συμπεριφοράς σε βάρος της ενάγουσας αναιρεσείουσας εκ μέρους του εντολοδόχου πληρεξουσίου της ολοκληρώθηκαν αιτιωδώς και αναγκαίως μόνο με την παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης Τράπεζας με τον παράνομο αντιλογισμό χωρίς τον οποίο δεν θα είχε ολοκληρωθεί η εις βάρος της ενάγουσας αλλά και του ΟΠΑΠ συμπεριφορά.
Πρέπει έτσι οι, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, (κατ' ορθή εκτίμηση) και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του πέμπτου λόγου της ίδιας αίτησης από τον αυτό αριθμό 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και δη το κρίσιμο νέο έγγραφο που απετέλεσε και την βάση της αναψηλαφήσεως.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση υπ' αρ. 3277/2011 του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με τις τρείς καταθέσεις και αναλήψεις με τους παράνομους αντιλογισμούς και τις δύο εικονικές καταθέσεις και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ (σε συμβούλιο) 4/2012].
Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσείουσας, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του αρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το αρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτήν με τα υπ' αριθ. 1666631, 1666632, και 1666633 σχετικά διπλότυπα είσπραξης του Δημοσίου και 107720, 107721, 107722 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ όπως αυτά προκύπτεουν από την υπ' αριθ. 470/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους από 5-9-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 20-6-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 523/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3277/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτήν με τα υπ' αριθ. 1666631, 1666632, και 1666633 σχετικά διπλότυπα είσπραξης του Δημοσίου και 107720, 107721, 107722 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στη συνταχθείσα από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών υπ' αριθ. 470/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ