Supreme Court suspends appeal proceedings pending a Full Bench ruling on equal pay for public employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings against a first-instance judgment regarding public employee benefits. The appellants argued that a specific €176 allowance should be granted regardless of other income, citing constitutional equality principles. The court deferred the decision to avoid conflicting rulings while a Full Bench deliberates on the broader applicability of this allowance.
Legislator headnote
AI generatedArt. 249 KPolD; Art. 14 N. 3016/2002; The Supreme Court suspends appeal proceedings when a significant legal issue regarding the scope of a statutory benefit requires resolution by the Full Bench to ensure uniformity and prevent contradictory judgments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 795 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 795/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και η δικηγόρος Ελένη Βούκουτου δήλωσε ότι αυτός απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού α) Ε. χήρα Γ. Β., το γένος Ν. Χ., β) Κ. Β. του Γ., νομίμως εκπροσωπούμενος από την Ε. Χ. ως ασκούσας τη γονική μέριμνα αυτού οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Σ. Α., 3) Θ. Α., 4) Α. Α., 5) Ε. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούκουτου και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Κ. Κ. ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7) Ζ. Κ., 8) Κ. Κ., 9) Σ. Κ., 10) Γ. Κ., 11) Ι. Λ., 12) Λ. Μ., 13) Ι. Π., 14) Α. Π., 15) Η. Α., 16) Κ. Χ., 17) Ε. Α., 18) Α. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούκουτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ", που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρούζο και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων Γ. Β. απεβίωσε στις 19/9/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 76/18/21-9-2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ελληνικού, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. χήρα Γ. Β., το γένος Ν. Χ., β) Κ. Β. του Γ., νομίμως εκπροσωπούμενος από την Ε. Χ. ως ασκούσας τη γονική μέριμνα αυτού, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1067/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3769/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/5/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29/4/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 62 ν.4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, ο έκτος αναιρεσείων δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε και προκύπτει ότι κλητεύθηκε για να παραστεί κατά τη σημερινή συνεδρίαση. Επομένως, πρέπει ως προς αυτόν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και να προχωρήσει ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Επειδή, κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου‚ να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικά ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητικά αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., γιατί η απαρίθμηση στο πρώτο άρθρο δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος , το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση του επιδίκου δικαιώματος‚ ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος , θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την υπ' αριθμ. 3769/2009 απόφασή του, δέχθηκε, ότι "μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003 μοναδική προϋπόθεση χορήγησης της ως άνω ειδικής παροχής (των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002) είναι να μη λαμβάνουν οι υπάλληλοι κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, διαφορετικά δε δικαιούνται να λαμβάνουν την ένδικη παροχή ή τη λαμβάνουν μειωμένη".
Ακολούθως αξίωσε την αναγραφή στην αγωγή των τυχόν λαμβανομένων από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) επιδομάτων "ώστε να γίνει ο υπό του νόμου προβλεπόμενος συμψηφισμός για να κριθεί αν υπερβαίνουν ή υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ μηνιαίως". Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την κρίση του αυτή παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 (ήδη καταργηθέντος).
Και τούτο διότι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005, δικαιούνται την εν λόγω παροχή, η οποία και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων με το άρθρο 28 παρ 4 του Ν.3205/2003, διατηρήθηκε, ανεξαρτήτως συμψηφισμού της με τυχόν καταβαλλόμενες πρόσθετες (πέραν του μισθολογίου του Ν.2470/1997), παροχές, και ότι η χορήγηση της παροχής αυτής (176 €) συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται με καμμία άλλη προϋπόθεση, Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως, εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, αν, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, επεκτείνεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σε κατηγορίες υπαλλήλων, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγηση της παροχής αυτής, εξομοιούμενης με προσαύξηση του μισθού χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη υπαλλήλους και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 και 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας‚ διότι αφορά σε μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο‚ τους ΟΤΑ και τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος‚ έχει δε ορισθεί δικάσιμος, προς συζήτηση αυτού, η 10η Απριλίου 2014.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση, εφαρμογής της διατάξεων του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση (ανασταλεί η δίκη) μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, για το ως άνω ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση επί της από 14.5.2010 αιτήσεως των Γ. Β. κ.λ.π., για αναίρεση της 3769/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου‚ για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 2233/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ