Legislator Case Law & Legislation
795/2011 AI generated

Supreme Court annuls appealable judgment for failure to prove economic reasons for dismissal during business transfer.

Case Number 795/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute arising from a business transfer. The appellant argued the employee was dismissed due to economic restructuring rather than the transfer itself, while the respondent maintained the transfer was the sole cause. The court found the lower court's reasoning insufficient to distinguish between a mere transfer and a dismissal justified by economic and technical changes, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 5 para. 1 of Decree-Law 178/2002; A business transfer does not automatically justify dismissal, but the employer must prove the termination resulted from economic, technical, or organizational changes rather than the transfer itself.

Keywords

AI generated
business transfer dismissal economic technical reasons labor law protection employee rights retention appealable judgment annulment

Cited Legislation

AI generated
Art. 5 para. 1 of Decree-Law 178/2002
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 795 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Μεταβίβαση επιχειρήσεως, μη μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Κατ’ εξαίρεση δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως για οικονομοτεχνικούς λόγους. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Αριθμός 795/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑTTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ"), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Πούλλου.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. Ο. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 950/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6594/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002 (που, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 "για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών-μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων"), ορίζεται ότι "Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εκ μέρους του εργοδότη μεταβίβαση της επιχείρησης, στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται η εξαρτημένη εργασία εκ μέρους του μισθωτού, επιφέρει απλή υποκατάσταση του νέου φορέα της επιχείρησης στη θέση του εργοδότη και δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά τους όρους απασχόλησης και αμοιβής, που εξακολουθούν να ισχύουν όπως και προηγουμένως (αναλόγως και άρθρο 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 ή άρθρο 9 παρ.1 του β.δ.

της 16/18-7-1920). Χάριν της προστασίας του δικαιώματος των πολιτών στην εργασία (άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος), η μεταβίβαση της επιχείρησης δεν πρέπει να οδηγεί καθ' εαυτή στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, οπότε, η εξ αυτού και μόνο του λόγου επιχειρούμενη απόλυση του μισθωτού, ως αντίθετη σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, είναι άκυρη.

Παρά ταύτα, χάριν της παράλληλης προστασίας του δικαιώματος της ακώλυτης συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας, η οποία, αν και δεν πρέπει να προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος), δεν μπορεί να νοηθεί ως επιζήμια για το συμμετέχοντα, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχειρήσεως μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπτή, όταν δεν οφείλεται στη μεταβίβαση και μόνο, αλλά επιβάλλεται από πρόσθετους λόγους (όπως οι λεγόμενοι "οικονομοτεχνικοί", που συνίστανται στην αναδιοργάνωση της επιχείρησης και στη μείωση του προσωπικού αυτής χάριν ευελιξίας, οικονομίας ή ανταγωνιστικότητας), η παραγνώριση των οποίων θα βλάψει την επιχείρηση με κίνδυνο όχι μόνο για τα οικονομικά συμφέροντα του φορέα αυτής, αλλά και για την τύχη των θέσεων εργασίας όσων απασχολούνται σ' αυτή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Την 9-10-2002 η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), που είχε ηλικία 50 ετών, προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρία "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ" με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος λογιστηρίου.

Στη συνέχεια η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου και στην ενάγουσα, λόγω της καλής απόδοσης που είχε, ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένης του τμήματος "παρακολούθησης απαιτήσεων" και χορηγήθηκε αυξημένος μισθός. Την 29-12-2006 η εργοδότρια εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, διότι είχε αποφασισθεί η συγχώνευση αυτής με απορρόφηση από τη μητρική της τραπεζική εταιρία (την ήδη αναιρεσείουσα), η οποία, σύμφωνα με τη νεότερη νομοθεσία και τη συναφή, οικονομική μελέτη που είχε εκπονηθεί, θα μπορούσε στο μέλλον η ίδια να αναπτύσσει τη δραστηριότητα της θυγατρικής εταιρίας (διενέργεια χρηματοδοτικών μισθώσεων - "leasing", αντικείμενο με το οποίο απαγορευόταν να ασχολείται στο παρελθόν), χρησιμοποιώντας το δικό της υπαλληλικό προσωπικό και προωθώντας το εν λόγω προϊόν παράλληλα με τα δικά της, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το υπηρετούν προσωπικό της απορροφούμενης, θυγατρικής εταιρίας θα καθίστατο πλεονάζον, γι' αυτό και αποφασίσθηκε η απόλυση της ενάγουσας και άλλων τριών υπαλλήλων της "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ". Αμέσως μετά τη συγχώνευση δημιουργήθηκε στην υπηρεσία της απορροφώσας, μητρικής τραπεζικής εταιρίας νέα διεύθυνση "leasing και factoring", στο τμήμα "παρακολούθησης απαιτήσεων" της οποίας, ανάλογο προς εκείνο στο οποίο προηγουμένως υπηρετούσε η ενάγουσα, τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη η υπάλληλος Ά.

Μ., που μέχρι τότε υπηρετούσε σε άλλη διεύθυνση της μητρικής εταιρίας. Παρομοίως, στις θέσεις των άλλων τριών υπαλλήλων της "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ", που απολύθηκαν μαζί με την ενάγουσα, τοποθετήθηκαν υπάλληλοι της μητρικής εταιρίας, που μέχρι τότε υπηρετούσαν σε άλλες θέσεις της υπηρεσίας αυτής. Παρά ταύτα, η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε για οικονομικούς ή τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων είχε θεωρηθεί απαραίτητη η μείωση του προσωπικού της εργοδότριας εταιρίας, αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω της συγχώνευσης αυτής με τη μητρική εταιρία, προκειμένου η τελευταία να ωφεληθεί από τη μείωση των λειτουργικών εξόδων.

Τέλος, ο ισχυρισμός της απορροφώσας εταιρίας περί δημιουργίας υπεράριθμου προσωπικού μετά τη συγχώνευση της "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ" με αυτήν, "λόγω διπλής κάλυψης θέσεων εργασίας", δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι στην επιχείρηση της μητρικής εταιρίας δεν υπήρχε προηγουμένως τμήμα παροχής υπηρεσιών "leasing", ώστε να απασχολούνται υπάλληλοι αυτής με ειδικότητες ίδιες με εκείνες που είχαν οι απολυθέντες υπάλληλοι της απορροφούμενης, γι' αυτό και όταν δημιουργήθηκε το τμήμα "leasing" στη μητρική εταιρία χρειάσθηκε να επανδρωθεί από υπαλλήλους προερχόμενους από άλλα τμήματα αυτής.

Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η από 29-12-2006 καταγγελία τη συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002 και είναι άκυρη. Με αυτά που δέχθηκε, όμως, το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του ελλιπή και εν μέρει αντιφατική αιτιολογία ως προς το αν η απόλυση της αναιρεσίβλητης έγινε εξ αιτίας και μόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, στην οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες της ή αν υπήρξε απότοκος οικονομοτεχνικών λόγων, όπως οι προαναφερθείσες εσωτερικές, διαρθρωτικές αλλαγές που έγιναν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ως νέου εργοδότη, ύστερα από ειδική, οικονομική μελέτη, επ' ευκαιρία της μεταβιβάσεως και ως έμμεση συνέπεια αυτής.

Πράγματι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η δι' απορροφήσεως συγχώνευση της θυγατρικής "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ" με τη μητρική εταιρία (την αναιρεσείουσα) έγινε λόγω του ότι, κατόπιν μεταβολής της σχετικής νομοθεσίας, η τελευταία θα μπορούσε στο μέλλον να παρέχει η ίδια τις υπηρεσίες "leasing", που μέχρι τότε πρόσφερε η προς τούτο συσταθείσα θυγατρική εταιρία, ότι σύμφωνα με ειδική, οικονομική μελέτη η προσφορά των υπηρεσιών αυτών θα γινόταν καλύτερα και φθηνότερα από τη μητρική εταιρία, ότι μετά τη συγχώνευση δημιουργήθηκε στην επιχείρηση της μητρικής εταιρίας ενιαία διεύθυνση "leasing και factoring" και ότι για την επάνδρωση της διεύθυνσης αυτής μετακινήθηκαν υπάλληλοι από άλλες διευθύνσεις ή τμήματα της μητρικής εταιρίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόλυση της αναιρεσίβλητης έγινε εξ αιτίας της συγχωνεύσεως των δύο επιχειρήσεων και μόνο, χωρίς να συνδέεται με οικονομοτεχνικές αλλαγές στη διάρθρωση αυτών.

Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002, διότι δεν αιτιολόγησε με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις γιατί η δημιουργία ενιαίας διεύθυνσης "leasing και factoring" δεν συνιστά διαρθρωτική αλλαγή, γιατί η επάνδρωση της νέας διεύθυνσης από ήδη υπάρχον προσωπικό, μετά την απόλυση τεσσάρων υπαλλήλων και χωρίς την πρόσληψη νέων, δεν υποδηλώνει ανάγκη ορθολογικής αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού της επιχείρησης, το οποίο, άλλως, θα ήταν πλεονάζον και γιατί οι ενέργειες αυτές δεν συνιστούν οικονομοτεχνικό αίτιο που συνδέεται με την απόλυση της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο και τρίτο μέρος του οποίου και κατ' ορθή εκτίμηση του συνόλου του δικογράφου επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 6594/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Απριλίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ