Legislator Case Law & Legislation
795/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on Sunday work pay but dismisses other arguments regarding contract modification.

Case Number 795/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Regional Court of Kalamata's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the employer's unilateral changes to the contract constituted a wrongful termination and that the lower court made a mathematical error in calculating Sunday work compensation. The court rejected the claim of contract modification but found the Sunday pay calculation erroneous due to a math error, ordering a remand for recalculation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 349 of the Civil Code and Article 7 of Law 2112/1920; A unilateral employer modification of employment terms does not automatically terminate the contract but allows the employee to claim damages or demand adherence to original terms, while a mere delay in wage payment is not a detrimental modification unless done fraudulently to force resignation.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification Sunday work compensation mathematical error in judgment wrongful termination claim remand for recalculation labor dispute appeal against regional court

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 652, 656, 349 of the Civil Code
Article 7 of Law 2112/1920
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 795 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 795/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κορμπή. Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Καλαμπαλίκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2005 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/2/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 15/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652 παρ.1, 656, 349 ΑΚ και 7 παρ.1 του ν.2112/1920 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν την μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του. Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ΄άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, για τη θεμελίωση της μεταξύ άλλων αξιούμενης δι'αυτής αποζημιώσεως λόγω της ως καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του θεωρηθείσας απ'αυτόν βλαπτικής μεταβολής των όρων της από τον αναιρεσείοντα εργοδότη του, διέλαβε σ'αυτή τα εξής: 'Ότι στις 20-8-1999 τον προσέλαβε ο εναγόμενος (αναιρεσείων) προκειμένου να εργασθεί στην επιχείρηση του, ανάληψη εργολαβιών δημοσίων και μη έργων, ως οδηγός φορτηγών οχημάτων βαρέως τύπου άνω των έξι τόνων, αντί συμφωνηθέντος μισθού του προβλεπομένου από τη συλλογικές συμβάσεις εργασίας ήτοι 241.700 δρχ.

συν 15.000 δρχ. λόγω του ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν πάνω από 6 τόνους και συνολικά 256.700 δρχ. συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος γάμου και του χρονοεπιδόματος' ότι ενώ όλο το διάστημα από 20-8-1999 έως και το μήνα Μάϊο του 2000 παρείχε τις υπηρεσίες του όπως επιτάσσει η μεταξύ αυτού και του εναγομένου συναφθείσα σύμβαση, ο εναγόμενος πάντα καθυστερούσε την καταβολή του μισθού του και πάντα τον πλήρωνε με μικροποσά κατά περίπτωση, έναντι του βασικού του μισθού, με την υπόσχεση ότι εν καιρώ θα λάβει και τα υπόλοιπα' ότι επειδή είχε μεγάλη ανάγκη έστω και αυτά τα λίγα χρήματα εξακολουθούσε να εργάζεται συνεπέστατα στις υποχρεώσεις του και ήλπιζε ότι σύντομα θα λάβει και τα κατά καιρούς οφειλόμενα σ'αυτόν από τον εναγόμενο' και τέλος ότι "επειδή ο εργοδότης μου καθυστερούσε την καταβολή του μισθού μου, γεγονός που δημιουργούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας θεωρώ το γεγονός αυτό καταγγελία της μεταξύ μας συναφθείσας συμβάσεως και αιτούμαι τη νόμιμο αποζημίωση που ανέρχεται στο ποσό των 299.483 δραχμών...".

Υπό τα περιστατικά αυτά, ενόψει της κατά τ'ανωτέρω έννοιας, κατά νόμο, της βλαπτικής μεταβολής της συμβάσεως εργασίας, η ένδικη αγωγή κατά το αίτημα αυτής για επιδίκαση αποζημιώσεως στον αναιρεσίβλητο λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από τον αναιρεσείοντα, δεν είναι νόμιμη. Επομένως το Εφετείο που την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια ουσιαστικά βάσιμη, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν.2112/1920 και είναι βάσιμος ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Από το άρθρο 1 παρ.2 του ν.435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 517/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σ'αυτή.

Εξάλλου κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11779/20-3-84 (ΦΕΚ Β'1), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν.1346/1983.

Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εργασίας εβδομαδιαίως, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 6 της από 16-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 133/1975 οι ώρες εργασίας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 9 ημερησίως.

Τέλος με το άρθρο 6 της 40/1985 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 19533/1985 καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι 1) για την ύπαρξη υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, όχι δε κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών. 2) Για την ύπαρξη υπερωριακής εργασίας, λαμβάνεται υπόψη η ημερήσια εργασία ήτοι όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών επί πενθημέρου, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, καθόσον δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον εργασίας ορισμένης ημέρας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή εργασία αμείβεται ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς επί πενθημέρου ή πέραν των 45 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κατά εβδομάδα εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (άρθρο 6 παρ.2 εδ.β της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ) η οποία δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.435/1976 με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%.

Τέλος η παράνομη υπερωριακή εργασία, δηλαδή η παρασχεθείσα χωρίς τη τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970 αμείβεται κατά το άρθρο 1 παρ.2 του ν.435/1976 με αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και την προσαύξηση 100% του ωρομισθίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογίες της απόφασης, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της στο οποίο η απόφαση στήριξε το συμπέρασμα της περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τους και εντεύθεν αποκλεισμού της εφαρμογής της.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου για υπερεργασία, ιδιότυπη υπερωρία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση δέχθηκε με τη προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: "Ομοίως για την εργασία του πέραν του συμβατικού οκταώρου ημερησίως ή του νομίμου εννεαώρου του ως οδηγός, αποδείχθηκε (λαμβανομένων) υπόψη και των εκατέρωθεν συνομολογούμενων ή μη ρητώς αμφισβητούμενων απ'τους διαδίκους σε συνδυασμό με τις εν γένει εγγραφές στο ημερήσιο βιβλίο δρομολογίων και τα προσκομιζόμενα αντίγραφα όσων δίσκων τοιχογράφων επικαλείται ο εκκαλών), ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-9-99 έως 31-12-99 πραγματοποίησε ο ενάγων 95 συνολικά ώρες υπερεργασίας και ιδιότυπης υπερωριακής απασχολήσεως και 63 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-5-2000 πραγματοποίησε συνολικά 14 ώρες υπερεργασίας και ιδιότυπης υπερωριακής απασχολήσεως και 5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ένεκα των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής ή μη των παραπάνω διατάξεων. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η καθ'ημέρα και εβδομάδα των άνω χρονικών περιόδων, πέραν του ημερησίου ωραρίου ή συνολική απασχόληση του αναιρεσιβλήτου ώστε να προκύπτει η παροχή απ'αυτόν υπερεργασιακής, ιδιότυπης υπερωριακής και παράνομης υπερωριακής εργασίας, ο όγκος των οποίων ανήλθε στο αριθμό ωρών που αναφέρονται στην απόφαση, καθώς και ο χρόνος παροχής εκάστης των εν λόγων εργασιών, ενόψει και του ότι με την αγωγή αξιώνεται αμοιβή για μεγαλύτερο αριθμό ωρών παροχής τέτοιων εργασιών.

Επομένως ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το υπό 3 μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Εξάλλου, δεχόμενο το Εφετείο ότι η εργασιακή σχέση των διαδίκων διήρκεσε από 15-9-99 μέχρι τέλους Μαΐου 2000 οπότε αυτή λύθηκε και ότι "το ότι η εργασιακή σύμβαση διήρκεσε κατ΄ουσίαν μέχρι το μήνα Μάϊο 2000, πέραν των άλλων συνάγεται και από το περιεχόμενο του δελτίου ασφαλιστικής ταυτότητας του ενάγοντος που ο ίδιος προσκομίζει σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα φύλλα του ημερησίου βιβλίου δρομολογίων του υπ'αρ.κυκλοφ. .....φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε αυτός (ενάγων)- ως προς τα οποία (φύλλα) ουδόλως προέκυψε παράτυπη συμπλήρωση τους εκ μέρους του τελευταίου- ότι τουλάχιστον μέχρι και το μήνα Απρίλιο 2000 υφίστατο ενεργή εργασιακή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων..." διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες περί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της διάρκειας της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, που συνάπτεται με το ύψος των οφειλόμενων στον αναιρεσίβλητο αποδοχών, στερώντας ούτω την απόφαση του νόμιμης βάσης.

Εντεύθεν ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το υπό 1 μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια είναι επίσης βάσιμος. Ωστόσο, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το υπό 2 μέρος του με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με το να δεχθεί ότι "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-9-999 μέχρι τέλος Μαΐου 2000 ο ενάγων πραγματοποίησε εργασία κατά τα Σάββατα και ειδικότερα στις 2-10-99 8,5 ωρών, 9-10-99 10 ωρών, 16-10-99 11 ωρών, 23-10-99 12 ωρών, 20-11-99, 5 ωρών, 26-11-99 10,5 ωρών, 4-12-99 11,5 ωρών, 11-12-99 7 ωρών, 18-12-99 7,5 ωρών και 8-1-00 9,5" και ακολούθως ότι "έπρεπε να λάβει ως αμοιβή του δρ. 98.489 (1.172,48Χ 72 ώρες +1.172,48 Χ6 ώρες +100% προσαύξ.) και δρχ. 13.345 (1213,2 Χ8 ώρες +1213,2 Χ 1,5 ώρες +100% προσαύξ.)", διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον ενώ δέχεται εργασία κατά Σάββατα συνολικά 92,5 ωρών επιδικάζει αμοιβή για 87,5 ώρες, πέραν του απαραδέκτου αυτού λόγου έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για προβολή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, η αναγνώριση από την προσβαλλόμενη απόφαση περισσότερων ωρών εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατά Σάββατα και η επιδίκαση αμοιβής για λιγότερες, προδήλως από εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία αυτής.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ή δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το αποδεικτικό της πόρισμα συνήγαγε από την εκτίμηση της χωρίς όρκο εξετάσεως του ενάγοντος και της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρος του εναγομένου που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται σε συνδυασμό με τις νομοτύπως ληφθείσες ενώπιον της Συμβολαιογράφου ....

υπ'αριθμ. .... τρεις ένορκες βεβαιώσεις των ...., .... και ..... που προσκομίζει ο εναγόμενος-εκκαλών, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος και τις προσκομισθείσες απ'αυτόν ως άνω ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλα τα κεφάλαιά της πλην εκείνου που αφορά επιδίκαση αμοιβών στον αναιρεσίβλητο για παρασχεθείσα κατά Σάββατα εργασία, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ.3 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 10/2005 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ