Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations interruption via partial payment and conduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The lower court found that the insurer's partial payments and correspondence constituted an acknowledgment of debt, interrupting the statute of limitations. The court rejected the insurer's arguments regarding the ambiguity of these actions and the lack of knowledge by the insurer, ruling that the evidence clearly demonstrated an interruption of the limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArt. 260 A.C.; Art. 559 no. 1 C.P.D.; The statute of limitations is interrupted by any act by the debtor showing awareness of the creditor's claim, including partial payments, and such interruption cannot be challenged on appeal if clearly established by the lower court's findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 794 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 794/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία VICTORIA (ΒΙΚΤΩΡΙΑ) Α.Ε.Ε. Ζημιών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόστολου Καραγκουνίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γερμανικού ασφαλιστικού οργανισμού κοινής ωφελείας με την επωνυμία "DEUTSCHE RENTENVERSICHERUNG"("ΝΤΟΪΤΣΕΡΕΝΤΕΝΦΕΡΖΙΧΕΡΟΥΝΓ" : ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ), που εδρεύει στην Στουτγάρδη της Γερμανίας, όπως μετονομάσθηκε ο γερμανικός ασφαλιστικός οργανισμός κοινής ωφελείας με την επωνυμία "LANDESVERSICHERUNGSANSTALT BADEN WURTTEMBERG", με ίδια έδρα όπως νόμιμα εκπροσωπείται και εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Φραντζέσκας Κουνάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:8422/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2186/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 28-1-2011 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην έδρα Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 260 ΑΚ που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίζει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο", σαφώς συνάγεται ότι δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης του οφειλέτη γενόμενη προς το σκοπό δέσμευσης και παραγωγής υποχρέωσης, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, βρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει (ΑΠ 1018/2011).
Αλλά και η μερική καταβολή από τον οφειλέτη του οφειλομένου χρέους στον δανειστή, ενέχει αναγνώριση του χρέους, διότι είναι ενέργεια απέναντι στον δανειστή, εμφαίνουσα γνώση του οφειλέτη σχετικά με την ύπαρξη του χρέους του (ΑΠ 924/1977). Για τον εξώδικο τρόπο διακοπής της παραγραφής που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη, αρκεί πάσα εκδήλωση του υποχρέου έναντι του δικαιούχου αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του, είτε ρητή, είτε σιωπηρή, χωρίς να περιβληθεί κάποιο τύπο, έστω και αν δεν γίνει σκόπιμα προς ανάληψη της υποχρέωσης (ΑΠ 68/2001).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της π ρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2186/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, εκτός των άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκειμένης αναιρετικής δίκης, τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω θανών, ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου του 55 ετών, εργάζονταν κατά τα προηγούμενα έτη στη Γερμανία και ήταν εκ του νόμου ασφαλισμένος στον ενάγοντα ασφαλιστικό οργανισμό για συνταξιοδότηση, σε περίπτωση θανάτου λόγω ατυχήματος, με αριθμό ασφαλισμένου 23 190341Μ 005 [βλ.
την από 13.5.1998 απόφαση συνταξιοδότησης του ανωτέρω οργανισμού, προς τη σύζυγο του θανόντα, όπου και οι σχετικές αναφορές για τον τελευταίο]. Η ανωτέρω ασφαλιστική κάλυψη ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο του θανάτου του, κατά τον οποίο τελούσε σε γάμο με την Α. Μ.. Ο ενάγων ασφαλιστικής οργανισμός ως υποχρεωμένος εκ του νόμου, κατέβαλε στη σύζυγο του θανόντα ασφαλισμένου του σύνταξη, από την ημερομηνία του θανάτου αυτού. [12.1.1996] η οποία κατά το διάστημα από 12.1.1996 έως 30.4.2001 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 14.919,21 γερμανικών μάρκων, το οποίο, όπως συνομολογεί ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στα δικαιώματα της συζύγου του ασφαλισμένου του, κατ' άρθρο 116 του Κοινωνικού Ασφαλιστικού Νόμου του γερμανικού δικαίου, το κατέβαλε σ' αυτόν η δεύτερη εναγομένη σε τρεις τμηματικές καταβολές.
Ειδικότερα αυτή κατέβαλε το ποσό των 4.241,76 γερμανικών μάρκων την 16.1.1998, το ποσό των 4.440,47 γερμανικών μάρκων την 29.1.1999, γεγονός που η ίδια η δεύτερη εναγομένη αναφέρει στο από 11.2.1999 έγγραφο της προς τον ενάγοντα [βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση πιο πάνω έγγραφο σε μετάφραση] και το υπόλοιπο ποσό 6.236,98 γερμανικών μάρκων, κατά την ομολογία του ενάγοντα την 11.2.1999.
Πέραν των ανωτέρω ποσών άλλη καταβολή δεν πραγματοποιήθηκε, από μέρους της δεύτερης εναγομένης προς τον ενάγοντα. Ο τελευταίος κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2001 μέχρις 31.1.2004 κατέβαλε στην σύζυγο του θανόντος ασφαλισμένου του ως σύνταξη το συνολικό ποσό των 4260,86 ευρώ [βλ προσκ με επίκληση αριθ. Λογ. 286/...
βιβλιάριο λογαριασμού ταμιευτηρίου της ΕΤΕ, στο όνομα της Α. Μ., χήρας του ανωτέρω ασφαλισμένου του ενάγοντος]. Βεβαίως ως προς την ανωτέρω απαίτηση του ενάγοντος η δεύτερη εναγομένη προέβαλε την ένσταση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ 2 του Ν. 489/1976, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον όπως αποδείχθηκε η επίδικη σύγκρουση συνέβη την 12.1.1996, ο δε χρόνος παραγραφής αρχίζει από την επομένη, ήτοι από 13.1.1996 και λήγει την 13.1.1998, η δε ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 10.2.2004 και επιδόθηκε στη δεύτερη εναγομένη την 11.2.2004 και συνεπώς σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη πρέπει να γίνει δεκτή η διετής παραγραφή, προερχόμενη από την ευθύνη του ασφαλιστή.
Περαιτέρω όμως λόγω του ότι η αγωγή αυτή, έχει ως βάση τη σωρευτική αναδοχή χρέους ως προς τη δεύτερη εναγομένη, η τελευταία προέβαλε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής κατ' άρθρο 937 ΑΚ. Ο ενάγων από μέρους του προέβαλε τη νόμιμη αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής αυτής με την αναγνώριση εκ μέρους της [δεύτερης εναγομένης] κατ' άρθρο 260 ΑΚ της αξιώσεως και της ενάρξεως από το χρονικό σημείο εκείνο νέας παραγραφής.
Όπως προαναφέρθηκε η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε προς τον ενάγοντα στις 12.2.1999 το υπόλοιπο ποσό των 6236,98 γερμανικών μάρκων και με επιστολή της προς αυτόν ζήτησε όπως την ενημερώσει για το υπόλοιπο ποσό και για το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα γινόταν η πληρωμή [βλ προσκομιζόμενη με επίκληση σε μετάφραση από 11.2.99 επιστολή της δεύτερης εναγομένης από 11.2.1999 που υπογράφει ο υπεύθυνος του κλάδου ζημιών, Α.
Σ.]. Η ανωτέρω ενέργεια της δεύτερης εναγομένης κατά την κρίση του Δικαστηρίου συνιστά εκ μέρους της αναγνώριση του χρέους της, περιέχουσα υλικές ενέργειες αυτής, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη και από την επομένη της 11.2.1999 ήτοι από 12.2.1999 άρχεται νέα πενταετής παραγραφής, η οποία τελειούται την 12.2.2004, επομένως όταν η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ' αυτήν την 11.2.2004 δεν είχε παρέλθει ακόμη η πενταετία και πρέπει αφού γίνει δεκτή η αντένσταση του ενάγοντα να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η προβληθείσα ένσταση εκ μέρους της δεύτερης εναγομένη".
Από τις ίδια πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 260 ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων για να αιτιολογηθεί η παραδοχή ότι με τις προαναφερθείσες ενέργειες του προστηθέντος υπαλλήλου της αιρεσείουσας, δηλαδή τις επί μέρους τρεις καταβολές της στις 16-1-1998, 29-1-1999 και 12-2-1999 προς τον αναιρεσίβλητο, και της αποστολής της από 11-2-1999 επιστολής της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, με την οποία η αναιρεσείουσα αναγνώρισε το υπόλοιπο της ένδικης τότε απαίτησης του αναιρεσιβλήτου εκ 4260 ευρώ, μέχρι του οποίου η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κρίθηκε από το Εφετείο ορισμένη και νόμιμη.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το λόγο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τη διάταξη των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή κατ' αντικειμενική κρίση μεσολάβησε το διακοπτικό γεγονός της παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου που κρίθηκε κατ' ουσίαν η αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας της ίδιας αξίωσης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση- με το ότι κατά το χρόνο που έγινε η προαναφερθείσα αναγνώριση δεν μπορούσε να έχει κατ' αντικειμενική κρίση γνώση της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου οργανισμού που εξικνείται κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2004 έως 30-6-2006, ως προς το οποίο η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κρίθηκε αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από της αποδείξεως πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται η αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, κατά το λόγο αναίρεσης αυτόν, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία ή να γίνει δεκτή αυτή ως αβάσιμη στην ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ως αποτέλεσμα της παραγραφής ύστερα από την προηγηθείσα αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας με τις συνθήκες που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, χωρίς την ορθή εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν και εμμέσως διέγνωσε ότι υπήρχε αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις αναγνώρισης της αξίωσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού αυτό το κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης και τις κρίσιμες περί τούτου παραδοχές της, όπως αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, δεν προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς το εάν πράγματι οι ενέργειες των προστιθέντων της αναιρεσείουσας κατά τις τρεις επί μέρους καταβολές προς τον αναιρεσίβλητο και η αποστολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας της από 11-2-1999 επιστολής προς τον αναιρεσίβλητο, συνιστούν πράγματι αναγνώριση του ενδίκου χρέους της, που τότε κρινόταν κατ' ουσίαν.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου οργανισμού (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ). όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2009 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA (ΒΙΚΤΩΡΙΑ) Α.Ε.Ε. Ζημιών" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2186/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ