Legislator Case Law & Legislation
794/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on bank employee salary promotion rights.

Case Number 794/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Hellenic Bank against the Athens Court of Appeals' decision. The lower court ruled that a bank employee's request for salary promotion was admissible because the mandatory three-member committee process was not a prerequisite for judicial protection. The court held that the employee's failure to obtain a binding decision from the committee did not deprive them of their constitutional right to seek judicial review of the bank's discretionary refusal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 20 para. 1 of the Constitution; Art. 559 para. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure: The failure of a mandatory administrative committee to issue a binding decision does not deprive an employee of the constitutional right to seek judicial review of the employer's discretionary refusal of a salary promotion.

Keywords

AI generated
salary promotion rights bank employee status judicial review admissibility administrative committee procedure constitutional protection rights labor dispute resolution discretionary power limits

Cited Legislation

AI generated
Art. 20 para. 1 of the Constitution
Art. 559 para. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure
Agreement between Banks and OTOE dated 30 July 1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 794 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Τράπεζες. Μισθολογική προώθηση συνδικαλιστικού στελέχους. Ερμηνεία και εφαρμογή της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 794/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κοκύρη - Χρηστίδη.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Δούναβη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1734/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5821/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, στην από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, με τον τίτλο "Συνδικαλιστικές Ρυθμίσεις" και με αντικείμενο την επίλυση ζητημάτων βαθμολογικών προαγωγών ή μισθολογικών προωθήσεων τραπεζοϋπαλλήλων που εκλέγονται ως μέλη των τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων, η οποία κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 96/28-8-1997 και της οποίας οι κανονιστικοί όροι έχουν την άμεση και αναγκαστική ισχύ του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' Οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια - απόσπαση (δηλαδή, απαλλάσσονται από την εργασία τους στην Τράπεζα για συνδικαλιστικούς λόγους), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή με τη συγκατάθεση των οικείων τραπεζών και είναι μέλη σε διοικητικά συμβούλια πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργάνων, διατηρούν κατά τη διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην Τράπεζα, από την οποία αποσπώνται.

Οι τραπεζοϋπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης), που ελάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται (...). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' Οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι ευρίσκονται σε συνδικαλιστική απόσπαση, εξελίσσονται βαθμολογικά σύμφωνα με τα ακόλουθα:

Β-1) Προαγωγή κατ' αρχαιότητα: (...) Β-2) Προαγωγή κατ' εκλογή: Για τους βαθμούς που προβλέπεται [προαγωγή] είτε κατ' αρχαιότητα και κατ' εκλογή είτε μόνον κατ' εκλογή, η κατ' εκλογή προαγωγή γίνεται (με δεδομένο ότι ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 20 της ΣΣΕ/1982) με τις παρακάτω προϋποθέσεις:

B-2.α-1) Εκλογή του τραπεζοϋπαλλήλου στη διοίκηση οποιουδήποτε από τα συνδικαλιστικά όργανα, που αναφέρονται στο παραπάνω κεφάλαιο Α, σε τρεις (3) τουλάχιστον, συνεχόμενες ή μη, τακτικές αρχαιρεσίες - αναμετρήσεις. Το δικαίωμα του τραπεζοϋπαλλήλου για την κατ' εκλογή προαγωγή αρχίζει αμέσως μετά από την τρίτη συνδικαλιστική του εκλογή και Β-2.α-2) Απόσπαση τουλάχιστον επί εικοσιτέσσερις (24), συνεχόμενους ή μη, μήνες του τραπεζοϋπαλλήλου στα παραπάνω όργανα του κεφαλαίου Α, στο βαθμό που κάθε φορά κρίνεται.

Β-2.β) Το δικαίωμα κρίσης για την κατ' εκλογή προαγωγή στον επόμενο βαθμό θεμελιώνεται με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία κτήσης (valeur) του κατεχόμενου εκάστοτε βαθμού. (...) Β-2.γ) Η κατ' εκλογή προαγωγή επέρχεται μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό και μετά από τη διαδικασία της παρακάτω παραγράφου Β-2.στ.

Β-2.δ) Οι προαγόμενοι τραπεζοϋπάλληλοι συνδικαλιστές καλύπτουν μη οργανικές θέσεις, οι οποίες ιδρύονται με την παρούσα και είναι προσωποπαγείς, μέχρι και του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή της ΕΤΕ ή του αντίστοιχου βαθμού των Οργανισμών ή Κανονισμών των λοιπών Τραπεζών. Για τις προαγωγές στους βαθμούς του Υποδιευθυντή και Διευθυντού οι συνδικαλιστές κρίνονται μαζί με τα λοιπά στελέχη των Τραπεζών, σύμφωνα με τις διατάξεις των Οργανισμών και Κανονισμών κάθε Τράπεζας.

Β-2.ε) Σε όσες Τράπεζες δεν υπάρχει βαθμολογική εξέλιξη (...). Β-2.στ) Ο δικαιούχος της παραπάνω βαθμολογικής εξέλιξης (Β-2) μέχρι και του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή υποβάλλει αίτηση στην Τράπεζά του, η οποία εντός δύο (2) μηνών και εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις τον εντάσσει στον αντίστοιχο βαθμό με χρόνο προαγωγής (valeur βαθμού) αυτόν που προκύπτει από την εφαρμογή των οριζομένων στην παράγραφο B-2.γ.

Διαφορετικά, εντός της αυτής προθεσμίας, απαντά εγγράφως στον ενδιαφερόμενο αιτιολογώντας την αρνητική της θέση. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης ή αν παρέλθει χωρίς απάντηση η πιο πάνω δίμηνη προθεσμία ο ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών να προσφύγει ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, η οποία ιδρύεται με την παρούσα και απαρτίζεται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ή τον οριζόμενο από αυτόν Υποδιοικητή (ως Πρόεδρο), από έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και από έναν εκπρόσωπο της ΟΤΟΕ.

Η Επιτροπή κρίνει με αιτιολογημένη απόφασή της για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων βαθμολογικής προαγωγής, καθώς επίσης και για το χρονικό σημείο (valeur) από το οποίο επέρχεται η βαθμολογική προαγωγή και η απόφαση της Επιτροπής είναι δεσμευτική και για τα δύο μέρη. B-2.ζ) Οι τραπεζοϋπάλληλοι, στους οποίους αφορούν οι παρούσες ρυθμίσεις, προάγονται βαθμολογικά, κατά τα ανωτέρω, μέχρι του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή.

Πέραν του βαθμού αυτού γίνεται με τις πιο κάτω προϋποθέσεις μόνον μισθολογική προώθηση αντίστοιχη των βαθμών Υποδιευθυντή και Διευθυντού. Ειδικά, για την απονομή των παραπάνω, κατ' εξαίρεση, μισθολογικών προωθήσεων Υποδιευθυντή και Διευθυντού ισχύουν τα εξής: Η μισθολογική προώθηση στους δύο αυτούς βαθμούς γίνεται με την προβλεπόμενη από την παράγραφο Β-2.στ, παραπάνω, διαδικασία και επέρχεται:

α) εφόσον ο τραπεζοϋπάλληλος έχει εκλεγεί επί έξι (6) τουλάχιστον συνεχόμενες ή μη φορές στη διοίκηση των προαναφερθέντων συνδικαλιστικών οργάνων του παραπάνω κεφαλαίου Α, β) έχει παραμείνει αποσπασμένος επί τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24), συνεχόμενους ή μη, μήνες στον προηγούμενο βαθμό και γ) έχει τουλάχιστον τρία (3) χρόνια παραμονής στον προηγούμενο βαθμό.

Β-2.η) Μεταβατικές διατάξεις (...). B-3) Οι μεταβατικές διατάξεις της παρούσας ισχύουν για έξι (6) μήνες μετά την υπογραφή της παρούσας και συγκεκριμένα μέχρι την 31 Ιανουαρίου 1998 (...). B-4) Μετά τη λήξη της συνδικαλιστικής απόσπασης (...). Β-5) Η παρούσα ρύθμιση δεν περιλαμβάνει τους κατά την υπογραφή της παρούσας συνταξιούχους συνδικαλιστές του κλάδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' (...). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' (...) Τα οικονομικά αποτελέσματα των βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικών προωθήσεων θα αρχίζουν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης κάθε ενδιαφερομένου (...)". Από τις διατάξεις αυτές και σε αναφορά προς το αντικείμενο της αγωγής συνάγεται ότι η μισθολογική προώθηση συνδικαλιστικού στελέχους με αντιστοιχία στο βαθμό του Υποδιευθυντή γίνεται κατόπιν αιτήσεως αυτού, με τη διαδικασία που καθορίζεται στην παράγραφο Β-2.στ και εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου Β-2.ζ της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ.

Ως προς τις προϋποθέσεις της μισθολογικής προώθησης, εκτός από την ύπαρξη ενεργούς συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας με την οικεία Τράπεζα, απαιτείται προηγούμενη εκλογή του υπαλλήλου επί έξι (6) φορές, τουλάχιστον, στη διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης του τραπεζικού χώρου, προηγούμενη απόσπαση του υπαλλήλου επί εικοσιτέσσερις (24) μήνες, τουλάχιστον, σε τέτοια οργάνωση και προηγούμενη παραμονή τριών (3) ετών, τουλάχιστον, στον κατεχόμενο βαθμό, δηλαδή αυτόν του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή ή αντίστοιχο.

Το αν κάποιες από τις προηγούμενες εκλογές του υπαλλήλου στη διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να χορηγηθεί σ' αυτόν βαθμολογική προαγωγή στο παρελθόν, είναι γεγονός που δεν αξιολογείται, διότι για τη βαθμολογική προαγωγή αρκούσαν τρεις (3) εκλογές (παράγραφος Β-2.α-1), ενώ για τη μισθολογική προώθηση απαιτούνται έξι (6), ήτοι οι προηγούμενες τρεις (3), που δεν αναλώνονται και άλλες τρεις (3) νεότερες.

Ο χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό προσδιορίζεται ρητώς σε τρία (3) χρόνια και δεν βρίσκεται σε συσχέτιση με τις παραγράφους Β-2.β και Β-2.γ, που αναφέρονται η πρώτη στη θεμελίωση του δικαιώματος κρίσης για κατ' εκλογή προαγωγή και η δεύτερη στην επέλευση της κατ' εκλογή προαγωγής, ενώ εν προκειμένω δεν πρόκειται για προαγωγή, αλλά για μισθολογική προώθηση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν ερμηνευθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ως πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσλήφθηκε την 19-7-1976 από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) Τράπεζα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και έκτοτε απασχολήθηκε στην υπηρεσία αυτής, όπου εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, τον οποίο κατέχει από την 30-8-2002.

Από το έτος 1996 ασχολήθηκε ενεργά με το συνδικαλισμό και εκλέχθηκε στη διοίκηση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος". Ειδικότερα, εκλέχθηκε στις αρχαιρεσίες της 5-6-1996 και 16-6-1998 ως ταμίας του διοικητικού συμβουλίου, της 24-5-2000 και 13-6-2002 ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και της 3-6-2004 και 24-5-2006 ως γενικός γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου.

Ο ενάγων, την 15-6-2006, υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση, με την οποία ζήτησε τη χορήγηση σ' αυτόν της μισθολογικής προώθησης στο βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή των σχετικών αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ. Η εναγομένη δεν απάντησε επί της αιτήσεως αυτής.

Ο ενάγων, την 26-9-2006 υπέβαλε προσφυγή στην Τριμελή Επιτροπή του άρθρου Β-2.στ της ως άνω ΣΣΕ. Επί της προσφυγής δεν εκδόθηκε απόφαση. Κατόπιν, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε την 17-4-2007. Κατά την υποβολή της αίτησής του, ο ενάγων πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της μισθολογικής προώθησης και συγκεκριμένα α) είχε εκλεγεί σε έξι (6) τακτικές αρχαιρεσίες συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της εναγομένης, β) είχε παραμείνει αποσπασμένος στα γραφεία της οργάνωσης αυτής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών μετά την προαγωγή και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου και συγκεκριμένα από 30-8-2002 μέχρι 28-9-2004 και γ) είχε διανύσει στον κατεχόμενο βαθμό χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ετών και συγκεκριμένα από 30-8-2002 μέχρι 15-6-2006.

Και, τέλος, ο ενάγων είχε αρχίσει να ασχολείται με το συνδικαλισμό πριν από την υπογραφή της ΣΣΕ που του έδινε το ασκούμενο δικαίωμα και εκλεγόταν στη διοίκηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκε και ήταν αποσπασμένος με μη αμφισβητούμενες αποφάσεις της εναγομένης, κατόπιν νομίμων αρχαιρεσιών και όχι συμπαιγνίας με τα υπόλοιπα μέλη αυτής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος πληρούσε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει την αιτούμενη μισθολογική προώθηση και τις συναφείς προς αυτήν πρόσθετες αποδοχές, χωρίς να ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του και, κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε τη 1734/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου με αίτημα τη μισθολογική προώθησή του από 15-6-2006 στο βαθμό ου Υποδιευθυντή.

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ και του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς το ότι α) για το δικαίωμα της μισθολογικής προώθησης στο βαθμό του Υποδιευθυντή απαιτούνται συνολικώς έξι (6) προηγούμενες εκλογές στη διοίκηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης, χωρίς από αυτές να αποκλείονται οι αρχαιρεσίες που είχαν ληφθεί υπ' όψη για προηγηθείσα κατ' εκλογή προαγωγή σε προηγούμενο βαθμό, β) για το δικαίωμα της αυτής μισθολογικής προώθησης απαιτείται και αρκεί χρόνος παραμονής στον προηγούμενο βαθμό τριών (3) ετών και γ) η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου δεν υπερέβαινε προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός αυτού.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, από τις διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι, ως προς τη διαδικασία της μισθολογικής προώθησης των συνδικαλιστικών στελεχών, απαιτείται πάντοτε υποβολή αίτησης του ενδιαφερόμενου προς την εργοδότρια Τράπεζα, από το χρόνο της οποίας, σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, αρχίζουν τα οικονομικά αποτελέσματα της προώθησης.

Αν η Τράπεζα απορρίψει την αίτηση ή παραλείψει να απαντήσει σ' αυτήν, προβλέπεται δικαίωμα προσφυγής του ενδιαφερόμενου σε ειδική, Τριμελή Επιτροπή, της οποίας η απόφαση είναι δεσμευτική τόσο γι' αυτόν όσο και για τον εργοδότη. Η άσκηση της προσφυγής, όμως, θεσπίζεται ως δικαίωμα του τραπεζοϋπαλλήλου και όχι ως υποχρέωση αυτού.

Κατά συνέπεια, όταν ο ενδιαφερόμενος δεν προσφύγει στην Επιτροπή ή όταν αυτή παραλείψει να αποφανθεί επί της προσφυγής εντός ευλόγου χρόνου, περιστατικό που συνεπάγεται την έλλειψη δεσμευτικής απόφασης επί του ζητήματος που έχει ανακύψει, τότε η απορριπτική απόφαση της Τράπεζας ή η παράλειψη της απάντησης αυτής επί της αιτήσεως προς μισθολογική προώθηση, ως εκδηλώσεις του διευθυντικού δικαιώματος, μπορούν να προσβληθούν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων προς έλεγχο της ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος αυτού κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 17-4-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου είχε ασκηθεί παραδεκτά, διότι αυτός, πριν από την άσκησή της, αφ' ενός υπέβαλε αίτηση προς την αναιρεσείουσα, επί της οποίας δεν έτυχε απαντήσεως και αφ' ετέρου άσκησε προσφυγή ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής, επί της οποίας δεν εκδόθηκε απόφαση εντός ευλόγου χρόνου και ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι υποχρεωτική και δεν στερεί τον υπάλληλο από το συνταγματικό δικαίωμα να ζητήσει δικαστική προστασία σε περίπτωση μη εκδόσεως αποφάσεως από την ως άνω Επιτροπή.

Κρίνοντας έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και τις σχετικές διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ και δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-1-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5821/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Απριλίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ