Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds regarding employer's failure to pay wages during employee's absence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a technical company against a final labor court judgment. The company argued that the lower court erred in finding the employee legally unemployed during the employer's period of inactivity and thus entitled to back wages. The court held that the employee had not voluntarily remained unemployed during this period and that the employer's failure to pay was justified under the relevant labor code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1), 554 of the Code of Civil Procedure; Articles 281, 656(1)(a) of the Civil Code: An appeal against a final judgment rendered in absentia is admissible only after the fifteen-day period for filing a complaint for nullity has expired, and the substantive ruling on wage arrears during employer inactivity stands if the employee did not voluntarily remain unemployed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Λυμπερδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2024 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24-4-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παράγραφος 1 και 554 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η οριστική απόφαση του Εφετείου, η οποία εκδόθηκε ερήμην ενός από τους διαδίκους, μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, αφότου έπαυσε πλέον να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, διότι - εκτός άλλων - παρήλθε η προθεσμία των δέκα πέντε (15) ημερών που προβλέπεται από άρθρο 503 αριθμός 1 του ΚΠολΔ για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου.
Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης του Εφετείου που εκδόθηκε ερήμην είτε του εκκαλούντος, είτε του εφεσιβλήτου, επειδή έκτοτε η απόφαση του Εφετείου γίνεται τελεσίδικη και μπορεί επομένως να προσβληθεί με αναίρεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 165/2023 ). Το άρθρο εξάλλου 524 παράγραφος 3 εδάφιο α του ΚΠολΔ ορίζει ότι "[σ]ε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή.".
Η απόρριψη της έφεσης στην προκειμένη περίπτωση είναι απόρριψη επί της ουσίας και όχι κατά τους τύπους, επειδή, μολονότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι, διότι το δικαστήριο δεν έχει κατά το νόμο την εξουσία να εκδώσει αντίθετη απόφαση.
Αν επομένως η έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορριφθεί, επειδή ο εκκαλών δικάσθηκε ερήμην, με αναίρεση προσβάλλεται μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και στην οποία πλέον ενσωματώνεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Για το λόγο αυτό τα σφάλματα της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της απόφασης, την οποία εξέδωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προϋπόθεση ότι μπορούν να ιδρύσουν και λόγους αναίρεσης (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 2/2022). Με την από 24-4-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/24-4-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 70/1-3-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έδρα την Παιανία Αττικής, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3, 621 και 622 του ΚΠολΔ) επί της από 4-4-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 98/6-4-2023 εφέσεως, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 6/13-2-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου στις 2-4-2024 (βλ. τη σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Ι. Π. στο σώμα της απόφασης που προαναφέρθηκε) η δε αναίρεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 29-4-2024, μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 1 και 566 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ).
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών της δίκης (άρθρο 562 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Σ.
Σ. του Α., κάτοικος ..., στην από ...-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έδρα την Παιανία Αττικής - εξέθεσε τα εξής:
Ότι στις 16-7-2016 είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε στις 16-10-2016, αλλά έκτοτε μετατράπηκε σε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι προσέφερε προσηκόντως την εργασία του στην αναιρεσείουσα έναντι ορισμένου μηνιαίου μισθού έως και την 3-4-2019, όταν η εργοδότριά του τον απέλυσε ακύρως και έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται την εργασία του, την οποία ο ίδιος προσέφερε σε αυτή και ότι, τέλος, για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα είχε περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη.
Ο αναιρεσίβλητος με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει νομιμότοκα για το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2020 έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2022 κατά το οποίο δεν τον απασχολούσε α) μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 27.840 Ευρώ, β) το επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 1.080 Ευρώ, γ) το επίδομα Χριστουγέννων των ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 2.160 Ευρώ και ε) τις αποδοχές άδειας των ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 1.080 Ευρώ.
Η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε αιτιολογημένα την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, επικαλέσθηκε ότι δεν ενεχόταν έναντί του συμβατικά προς καταβολή οποιασδήποτε παροχής, επειδή α) η υπερημερία της είχε παύσει, διότι η σύμβαση που είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είχε λήξει στις 7-3-2020 και β) ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει τις αξιώσεις του εναντίον της καταχρηστικά και, ειδικότερα, για το λόγο ότι κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της είχε παραμείνει ηθελημένα και, συγκεκριμένα, αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος για να αξιώνει από αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα την καταβολή μισθών υπερημερίας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε τη υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 α και 621 επ. του ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 6/13-2-2022 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε προβάλει η αναιρεσείουσα για να απαντήσει στην αγωγή, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε να αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο α) μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 27.840 Ευρώ, β) το επίδομα εορτής Πάσχα των ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 1.080 Ευρώ, γ) το επίδομα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 2.160 Ευρώ και ε) τις αποδοχές άδειας των ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 1.080 Ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: "(...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα (...): Τη 16-07-2016, στο Βόλο Μαγνησίας, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, αρχικώς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι με διάρκεια από τη 16-07-2016 έως τη 16-10-2016, η οποία ακολούθως μετετράπη σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου ν' απασχοληθεί ως υπάλληλος (...) στο Γ.Ν.
Βόλου "ΑΧΙΛΛΟΠΟΥΛΕΙΟ", όπου η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει το έργο (...). Κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, απασχολείτο από Τρίτη έως Σάββατο και από ώρα 08:00 έως ώρα 16:15 ημερησίως, αντί μηνιαίου μισθού 720,00 ευρώ. Η δε απασχόλησή του λάμβανε χώρα στις εγκαταστάσεις του ανωτέρω Νοσοκομείου (...) για την εκπλήρωση της υπ' αριθμ. ...
έγγραφης συμβάσεως έργου, που είχε συνάψει το τελευταίο ως εργοδότης με την εναγομένη ως εργολάβο. Την 03-04-2019 η εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας, πλην όμως η ως άνω καταγγελία κηρύχθηκε άκυρη ως καταχρηστική με τη με αριθμό 27/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 343/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση έκρινε με ισχύ δεδικασμένου, το οποίο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, τόσο την φύση της ένδικης σύμβασης, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όσο την ακυρότητα της από 03.04.2019 καταγγελίας σύμβασης εργασίας αλλά και το ύψος του καταβαλλόμενου μισθού κατά το χρόνο της καταγγελίας (...).
Ως εκ τούτου, εφόσον η από 03.04.2019 καταγγελία είναι άκυρη, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται. Επομένως, η εναγομένη, η οποία λόγω της από 03.04.2019 έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντας, υποχρεούται (...) λόγω της υπερημερίας της να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας για το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα από 08.02.2020 έως και 31.10.2022.
Η εναγόμενη με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι η ένδικη εργασιακή σχέση ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με το προαναφερόμενο έργο και ως εκ τούτου είχε ημερομηνία λήξης, η οποία ταυτίζεται με την ημερομηνία λήξης της σύμβασης έργου με το Νοσοκομείο Βόλου. Ότι, δηλαδή, η ένδικη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, παρά τις αλλεπάλληλες και διαδοχικές ανανεώσεις, εξακολουθούσε να είναι ορισμένου χρόνου και ως εκ τούτου έληξε αυτοδικαίως στις 07.03.2020.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ωστόσο, τυγχάνει απαράδεκτος (...) καθώς καταλαμβάνεται από το αρνητικό δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση. Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αναζήτηση της συνέχισης της ένδικης εργασιακής σχέσης εκ μέρους του ενάγοντος μετά την 07.03.2020, ήτοι μετά τη λήξη της σύμβασης έργου με το Νοσοκομείο Βόλου και η αναζήτηση μισθών υπερημερίας για το ένδικο χρονικό διάστημα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι η ίδια μετά την ανωτέρω ημεροχρονολογία δεν δραστηριοποιείται σε οποιοδήποτε έργο στην περιοχή, ενώ επιπροσθέτως έληξαν όλες οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων του νομού Μαγνησίας που είχαν καταρτισθεί για να εξυπηρετήσουν το συγκεκριμένο έργο.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει μη νόμιμος, διότι τα παραπάνω επικαλούμενα περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν οποιαδήποτε υπέρβαση των ορίων που επιβάλουν οι αρχές του άρθρου 281 Α.Κ., δεδομένου ότι έχει η ένδικη σύμβαση εξακολουθεί (...) να είναι ενεργή ως μη καταγγελθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Σε κάθε δε περίπτωση, η εναγομένη κατά την ολοκλήρωση του έργου που είχε αναλάβει στην περιοχή του Βόλου, είχε δικαίωμα να καταγγείλει και την ένδικη σύμβαση εργασίας, ενέργεια στην οποία δεν προέβη. Επιπλέον, μετά την ολοκλήρωση του έργου στην περιοχή του νομού Μαγνησίας, μπορούσε να απασχολήσει τον ενάγοντα σε οποιοδήποτε άλλο έργο στην περιφέρεια, δοθέντος ότι ο ενάγων αποδέχεται μεταβολή του ορισθέντος με την ένδικη σύμβαση εργασίας τόπου παροχής εργασίας.
Τέλος, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά την αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, διότι δεν φρόντισε να ανεύρει άλλη εργασία. Ο ισχυρισμός αυτός κατά το σκέλος, με το οποίο η εναγομένη αξιώνει από τον ενάγοντα να ανεύρει οποιαδήποτε άλλη εργασία, που δεν αφορά στο αντικείμενό εργασίας του, για να απαλλάξει τον εργοδότη από την πληρωμή των οφειλόμενων σε αυτόν μισθών υπερημερίας, δεν είναι νόμιμος.
Επιπλέον, κατά το σκέλος που αφορά στην προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας με την ειδικότητα του θερμαστή ο ισχυρισμός απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων παρέμεινε θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα υπερημερίας της εναγομένης, προκειμένου να εισπράττει από αυτήν, χωρίς να εργάζεται, μισθούς υπερημερίας.
Αντιθέτως (...) προκύπτει ότι ο ενάγων επεδίωξε να εργασθεί με την ειδικότητα του θερμαστή στην εταιρία "Α.", η οποία συμμετείχε στο διαγωνισμό για την ανάθεση του έργου επισκευής και συντήρησης των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του νοσοκομείου Βόλου, για την περίοδο μετά την 07.03.2020 , πλην όμως δεν κατακυρώθηκε σε αυτήν το έργο.
Κατόπιν τούτων, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει από την ένδικη σύμβαση εργασίας μισθούς υπερημερίας για το ένδικο χρονικό διάστημα από 08.02.2020 έως 31.10.2022 και ειδικότερα τα αναφερόμενα κατωτέρω χρηματικά ποσά για τις ακόλουθες αιτίες, ενόψει του ότι ο μεικτός μηνιαίος μισθός του ανερχόταν κατά εκείνο το χρονικό διάστημα σε 720,00 ευρώ, γεγονός που έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση:
α) μέρος του μισθού του μηνός Φεβρουάριου 2020, ποσού 480,00 (...) ευρώ β) μισθοί των μηνών Μαρτίου του έτους 2020 έως Οκτωβρίου του έτους 2022 συνολικού ποσού 23.040,00 (...), γ) δώρα Πάσχα ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 1.080,00 (...) ευρώ, δ) δώρα Χριστουγέννων ετών 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 2.160,00 (...) ευρώ και ε) επίδομα αδείας 2020, 2021 και 2022 συνολικού ποσού 1.080,00 (...) ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επί μέρους ποσό (...).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή θα πρέπει, να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη (...).". Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 4-4-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 98/6-4-2023 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και έστρεψε κατά του αναιρεσιβλήτου - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 520 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο εφεσίβλητος-ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εναντίον της.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 70/1-3-2024 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη, επειδή η εκκαλούσα είχε ερημοδικασθεί ( άρθρα 591 και 524 παράγραφος 3 εδάφιο α του ΚΠολΔ).
Η απόφαση επομένως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην προκειμένη περίπτωση στην αναιρεσιβαλλομένη. Η διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 εδάφιο α του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (...)".
Ο λόγος αυτός ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κρίση για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ανεξάρτητα αν ασχολήθηκε με το ζήτημα μετά από ένσταση διαδίκου ή αυτεπάγγελτα (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 859/2024).
Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση παράγει δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων προσώπων, όταν το αντικείμενο της νέας αυτής δίκης έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην πρώτη δίκη, όταν, δηλαδή, στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, εκτός αν στο μεταξύ μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς.
Η τελεσίδικη, περαιτέρω, δικαστική απόφαση, η οποία έκρινε επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, παράγει δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη ως προς το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από την απόφαση στην έννομη σχέση, ως το κύρος της σύμβασης εργασίας και ως προς το κύρος της καταγγελίας της (ΑΠ 742/2022, ΑΠ 794/2020, ΑΠ 394/2015, ΑΠ 25/2014).
Από τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 330 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο επεκτείνεται και στις καταχρηστικές καταλυτικές ενστάσεις, οι οποίες δεν προτάθηκαν στη δίκη, μολονότι ήταν δυνατόν να προταθούν σε αυτή, επειδή είχαν ήδη γεννηθεί όλα τα περιστατικά, τα οποία μπορούσαν να συγκροτήσουν την ιστορική τους βάση και να θεμελιώσουν το αίτημά τους (ΑΠ 536/2023).
Η ένσταση, τέλος, που προβάλλει ο εργοδότης, ο οποίος ενάγεται για καταβολή αποδοχών σύμφωνα με το άρθρο 656 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΑΚ ότι η υπερημερία του έχει παύσει, διότι η σύμβαση που τον συνέδεε με τον ενάγοντα-εργαζόμενο είχε ορισμένη χρονική διάρκεια και ότι για το λόγο αυτό είχε λήξει, πριν περιέλθει σε υπερημερία, αποτελεί καταλυτική ένσταση κατά της αγωγής (ΑΠ 931/1990).
Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1, 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση που είχε προβάλει ως απάντηση στην αγωγή ότι δεν ενεχόταν συμβατικά έναντι του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή των επιδίκων αποδοχών, διότι η σύμβαση εργασίας που είχαν καταρτίσει είχε ορισμένη χρονική διάρκεια και για το λόγο αυτό είχε λήξει στις 7-3-2020 με συνέπεια έκτοτε να παύσει η υπερημερία της ως προς την αποδοχή της εργασίας του, με την παρά το νόμο παραδοχή ότι με την υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου - η οποία είχε εκδοθεί επί της από 21-6-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 34/25-6-2019 προηγούμενης αγωγής του αναιρεσιβλήτου εναντίον της με όμοια ιστορική και νομική αιτία - είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου το προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης ότι η σύμβαση εργασίας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο είχε αόριστη χρονική διάρκεια με συνέπεια να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας, όπως ειδικότερα αναφέρει σε αυτόν Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών και λοιπών εγγραφών της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:
Ο αναιρεσίβλητος-εργαζόμενος είχε ασκήσει αρχικά κατά της αναιρεσείουσας-εργοδότριας την από 21-6-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 34/25-6-2019 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και είχε στρέψει κατά της αναιρεσείουσας. Ο αναιρεσίβλητος στην - προηγούμενη της ένδικης - αγωγή του αυτή είχε επικαλεσθεί α) ότι στις 16-7-2016 είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είχε λήξει στις 16-10-2016, αλλά έκτοτε είχε μετατραπεί σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, β) ότι προσέφερε προσηκόντως την εργασία του στην αναιρεσείουσα έως και την 3-4-2019, όταν η εργοδότριά του τον απέλυσε ακύρως και έπαυσε έκτοτε να τον απασχολεί και γ) ότι για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα είχε περιέλθει σε υπερημερία δανειστή.
Ο αναιρεσίβλητος με το ιστορικό αυτό είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως και 7-2-2020. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου εξέδωσε επί της αγωγής που προαναφέρθηκε την υπ' αριθμό 27/2020 οριστική απόφαση με την οποία δέχθηκε α) ότι ο αναιρεσίβλητος από 16-10-2016 και εφεξής συνδεόταν με την αναιρεσείουσα με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) ότι η αναιρεσείουσα στις 3-4-2019 είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση αυτή και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του και γ) ότι για το λόγο αυτό είχε περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη με συνέπεια να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας συγκεκριμένου χρηματικού ποσού για το χρονικό διάστημα που δεν τον απασχολούσε και, συγκεκριμένα, από 3-4-2019 έως και 7-2-2020.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 343/12-8-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την από 9-11-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 282/12-11-2020 έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατ' αυτής. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε στη συνέχεια κατά της αναιρεσείουσας την υπό κρίση από ...-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022, δεύτερη, αγωγή του με όμοια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη από αυτές και ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα μισθούς υπερημερίας για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνέχιζε να μην τον απασχολεί και, συγκεκριμένα, από 8-2-2020 έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2022 και, επιπλέον, το επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2020, 2021 και 2022, το επίδομα Χριστουγέννων των ετών 2020, 2021 και 2022 και τις αποδοχές άδειας των ετών 2020, 2021 και 2022.
Η αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου πρότεινε παραδεκτά την ένσταση ότι η υπερημερία της είχε παύσει και συνεπώς δεν ενεχόταν συμβατικά έναντι του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή οποιαδήποτε μισθολογικής παροχής, διότι η σύμβαση εργασίας, την οποία είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο, είχε ορισμένη χρονική διάρκεια και για το λόγο αυτό είχε λήξει στις 7-3-2020, δηλαδή, πριν περιέλθει - κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου - σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι με την υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βόλου η επίδικη σύμβαση είχε χαρακτηρισθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με συνέπεια το δεδικασμένο, το οποίο απέρρεε από την απόφαση αυτή και δέσμευε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως προς τη νομική φύση της σύμβασης, επεκτεινόταν και στην ένσταση που προαναφέρθηκε.
Η υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ωστόσο, παρήγαγε πράγματι δεδικασμένο ως προς τα εξής : α) ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) ότι η αναιρεσείουσα-εργοδότης στις 3-4-2019 είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση αυτή και γ) ότι η αναιρεσείουσα έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του αναιρεσιβλήτου με συνέπεια να περιέλθει σε υπερημερία δανειστή και να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσείοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-4-2019 έως και 7-2-2020.
Το Δικαστήριο της ουσίας δεσμευόταν από το δεδικασμένο που είχε παραχθεί από την υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ως το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας της και ως προς τη μη αποδοχή της εργασίας, την οποία ήταν δυνατό να παράσχει σε αυτή ο αναιρεσίβλητος, διότι τα ζητήματα αυτά αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση για να κριθεί η βασιμότητα της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου εναντίον της και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 7-2-2020 και εφεξής.
Το δεδικασμένο από την απόφαση που προαναφέρθηκε επεκτεινόταν και στην ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα για να απαντήσει στην ένδικη, δεύτερη, αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, είχε νόμιμα, με άλλο τρόπο, λυθεί μετά την περιέλευσή της σε υπερημερία εργοδότη με συνέπεια να μην ενέχεται έκτοτε συμβατικά έναντι του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή μισθών υπερημερίας (άρθρο 330 εδάφιο 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 915/2001).
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι από την υπ' αριθμό 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου είχε παραχθεί δεδικασμένο ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με την αναιρεσείουσα από 16-10-2016 και εφεξής με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά από αυτό απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα ότι η υπερημερία της είχε παύσει, επειδή η ένδικη σύμβαση είχε καταρτισθεί εξ αρχής ως σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία είχε λήξει στις 7-3-2020, και επομένως έκτοτε δεν ενεχόταν σε καταβολή προς τον αναιρεσίβλητο μισθών υπερημερίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παράγραφος 1, 324, 330 εδάφιο β και 331 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023).
Το δικαίωμα, εξάλλου, του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας από τον εργοδότη του κατά το άρθρο 656 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΑΚ υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Η άσκηση, δηλαδή, του συγκεκριμένου δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, παραμένει ηθελημένα άνεργος, δηλαδή, ειδικότερα, όταν αποφεύγει αδικαιολόγητα και κακόβουλα - και όχι από αμέλεια - να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει σε άλλον εργοδότη με σκοπό να εισπράττει μισθούς υπερημερίας από τον εργοδότη του, χωρίς να εργάζεται.
Η ένσταση που προβάλλει ο εργοδότης σε περίπτωση που ενάγεται από τον εργαζόμενο προς καταβολή μισθών υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 656 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΑΚ, ευδοκιμεί, όταν ο ενιστάμενος-εργοδότης επικαλείται και αποδεικνύει α) ότι ο εργαζόμενος μπορούσε να παράσχει συγκεκριμένη εργασία σε άλλον εργοδότη, τον οποίο δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζει β) τους λόγους για τους οποίους ο εργαζόμενος αδικαιολόγητα και από κακοβουλία δεν εργάσθηκε σε άλλον εργοδότη και γ) τη συγκεκριμένη ωφέλεια, την οποία θα αποκόμιζε ο εργαζόμενος από την παροχή εργασίας του σε άλλον εργοδότη, δηλαδή τις αποδοχές που θα λάμβανε από την παροχή της εργασίας του αυτής (ΑΠ 777/2024).
Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (ΑΠ 777/2024, ΑΠ 221/2023). Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.
Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση α) έκρινε ότι ο ισχυρισμός της, τον οποίο είχε προβάλει επικουρικά για να απαντήσει στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της, ότι ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του είχε αιτηθεί την καταβολή μισθών υπερημερίας, μολονότι η σύμβασή τους ως ορισμένου χρόνου είχε λήξει στις 7-3-2020 με αποτέλεσμα έκτοτε να παύσει η υπερημερία της να μην ενέχεται συμβατικά έναντί του προς καταβολή οποιασδήποτε παροχής δεν μπορούσε να θεμελιώσει νόμιμη ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ με συνέπεια να τον απορρίψει ως νομικά αβάσιμο, μολονότι επρόκειτο για νόμιμο και βάσιμο ισχυρισμό, ο οποίος θα επέφερε ως έννομη συνέπεια την απόρριψη της αγωγής εναντίον της και β) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένστασή της, την οποία επίσης είχε επικαλεσθεί επικουρικά για να απαντήσει στην αγωγή, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της ηθελημένα δεν είχε εξεύρει άλλη εργασία με μοναδικό σκοπό να αξιώσει από αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας, μολονότι η παραδοχή αυτή αρκούσε για να κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει καταχρηστικά την αξίωσή του εναντίον της και ότι συνεπώς είναι αβάσιμη η απαίτησή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας.
Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών και παραδοχών της υπ' αριθμό 6/13-2-2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε α) ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με την αναιρεσείουσα με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου - και όχι ορισμένου χρόνου, όπως αβάσιμα είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα - η οποία, επειδή τον είχε απολύσει ακύρως στις 3-4-2019, είχε περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία δανειστή και ενεχόταν επομένως συμβατικά έναντί του προς καταβολή μισθών υπερημερίας με συνέπεια να απορρίψει ως νομικά αβάσιμο τον πρώτο ισχυρισμό που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα για να απαντήσει στην αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον της και β) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε πράγματι τη δυνατότητα εκείνη τη χρονική περίοδο να ανεύρει άλλη εργασία ως θερμαστής και να εργασθεί με τη συγκεκριμένη ειδικότητα σε άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, και ότι δεν παρέμεινε ηθελημένα, δηλαδή αδικαιολόγητα και κακόβουλα, άνεργος για να υποχρεώσει με τον τρόπο αυτό την αναιρεσείουσα να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, χωρίς να παράσχει σε αυτή οποιαδήποτε εργασία.
Ο πρώτος, ωστόσο, ισχυρισμός, τον οποίο είχε προβάλει η αναιρεσείουσα για να απαντήσει στην ένδικη αγωγή, πράγματι δεν μπορούσε να θεμελιώσει ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ, επειδή ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή είχε αιτηθεί από αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2020 έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2022, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα συνέχιζε να μην αποδέχεται την εργασία του αναιρεσιβλήτου και να τελεί επομένως σε υπερημερία εργοδότη, η οποία δεν είχε παύσει στις 7-3-2020, διότι η σύμβαση εργασίας τους ως αορίστου χρόνου εξακολουθούσε να είναι ενεργός και δεν είχε λυθεί έγκυρα με κάποιο άλλο τρόπο.
Η παραδοχή εξάλλου του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε παραμείνει κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσείουσας ηθελημένα άνεργος, δηλαδή ότι δεν είχε αποφύγει αδικαιολόγητα και από κακοβουλία να ανεύρει εργασία σε άλλον εργοδότη και να παράσχει σε αυτόν εργασία με την ειδικότητα με την οποία εργαζόταν και στην αναιρεσείουσα αρκούσε - σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - να μην εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 656 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΑΚ.
Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 656 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΑΚ με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο 1, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/24-4-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 70/1-3-2024 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ