Legislator Case Law & Legislation
793/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on car accident liability, upholding lower court's factual assessment of driver's conduct.

Case Number 793/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Athens Court of Appeal's judgment regarding liability for a car accident. The appellants, including parents of the minor driver who had now become an adult, argued procedural flaws and evidentiary errors. The court rejected these claims, finding the lower court correctly applied the law and properly assessed the facts that the driver acted with due care while the pedestrian's sudden movement made avoidance impossible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12, 38 of Law 2696/1999; Articles 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged errors in the assessment of evidence or lack of reasoning is inadmissible if the lower court's decision is supported by the facts and law.

Keywords

AI generated
car accident liability assessment of evidence appeal admissibility civil procedure driver negligence pedestrian movement court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of Law 2696/1999
Article 38 of Law 2696/1999
Article 300 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 793 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 793/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χας Α. Λ., το γένος Ν. Κ., 2) Α. χας Γ. Κ., το γένος Α. Λ., 3) Α. συζ. Β. Β., το γένος Α. Λ., 4) Β. Β. του Η., 5) Ε. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 6) Β. Β. και Α. Λ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Α. Β. και 7) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ζιάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Β. (υπό στοιχ. 6), τη γονική μέριμνα του οποίου ασκούσαν οι γονείς του, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 1-2-2022 δήλωση, καθώς και με τις από 12-10-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2008 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. 1 έως και 6 των αναιρεσειόντων και των Γ. Κ. του Χ. και Δ. Λ. του Χ., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-6-2009 αγωγή του ήδη 7ου αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3114/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5452/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2013 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1037/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Εκδόθηκε η 1494/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 21-10-2016 (αρ. κατ. 897/2019) αίτηση αναίρεσης, (ασκηθείσα όσον αφορά τον έκτο αναιρεσείοντα, τότε ανήλικο, από τους ασκούντες την γονική μέριμνα του προσώπου του γονείς του) κατά της υπ' αρ. 1494/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφάλισής του, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).Όσον αφορά, ειδικότερα, τον έκτο αναιρεσείοντα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα.

Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, όσον αφορά τον έκτο αναιρεσείοντα Α. Β., ανήλικο κατά το χρονικό σημείο άσκησης της αναίρεσης, από τους ασκούντες την γονική μέριμνα του προσώπου του γονείς του. Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου ο ως άνω ανήλικος αναιρεσείων, ο οποίος γεννήθηκε στις 25-8-2003, δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκε στις 25-8-2021 (ήτοι μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 25-10-2016) και ότι συνεχίζει πλέον ατομικά τη δίκη στο όνομά του.

Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα ως έκτος αναιρεσείων και όχι διά των ως άνω, μέχρι την ενηλικίωσή του, νομίμων αντιπροσώπων του. Κατά συνέπεια, η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά από τον έκτο αναιρεσείοντα, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατ' άρθρ. 286 ΚΠολΔ (ΑΠ 363/2018).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης και κατά το μέρος που αφορά στους παριστάμενους διαδίκους προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24-4-2008 και με αρ. κατάθεσης 94610/5030/2008 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες, ήδη έξι πρώτοι των αναιρεσειόντων (ως και ο Γ.

Κ. και Δ. Λ. μη διάδικοι στην προκειμένη αναιρετική δίκη), και με την από 26-6-2009 με αριθμό κατάθεσης 149058/6970/2009 αγωγή ο ενάγων, ήδη έβδομος αναιρεσείων, ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, στρεφόμενοι κατά του Α. Σ., της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...." και της αναιρεσίβλητης (ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ισχυρίστηκαν, ότι από υπαιτιότητα του Α.

Σ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της τότε δεύτερης εναγομένης, ως άνω Ε.Π.Ε., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τότε τρίτη εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη, προκλήθηκε κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, στην περιοχή του Πειραιά, την 3-10-2006, αυτοκινητικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Α.

Λ. συζύγου της πρώτης αναιρεσείουσας, πατέρα της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσειουσών, πεθερού του τέταρτου αναιρεσείοντος και παππού των λοιπών. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ζήτησαν, μεταξύ άλλων, μετά την τροπή του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης να καταβάλει σε κάθε ένα εξ αυτών τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες διακρίσεις και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 3114/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι παραπάνω αγωγές, θεωρήθηκε, ότι δεν ασκήθηκαν ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους και απορρίφθηκαν ως προς την αναιρεσίβλητη, αφού κρίθηκε ότι υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο θανών.

Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες εκκαλούντες άσκησαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την από 15-9-2010 με αριθμό κατάθεσης 8422/2010 έφεσή τους επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 5452/2012 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3114/2010 απόφαση, διακρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση και αφού έγινε δεκτό ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο θανών, οι ως άνω αγωγές, που συνεκδικάστηκαν, έγιναν μερικά δεκτές στην ουσία τους.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε, ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 30-4-2013 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθμό 1037/2014 απόφαση, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και σε αυτή που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1494/2016 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 3-10-2006 περί ώρα 8:45' στην οδό Αλιπέδου στον Πειραιά, λίγο πριν το ύψος της συμβολής της με την οδό Μουτσοπούλου.

Η οδός Αλιπέδου, είναι μονής κατεύθυνσης κυκλοφορίας με φορά από Φάληρο προς Πειραιά και έχει πλάτος οδοστρώματος επτά (7) μέτρων, κατανεμημένο ισομερώς σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με μονή διακεκομμένη γραμμή. Στο σημείο αυτό, παρουσιάζει ελαφρά καμπύλη αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων και ελαφρά κατωφέρεια, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι των 60 χιλιομέτρων ωριαίως (Χ/Ω).

Επίσης υπάρχει αερογέφυρα πεζών, που συνδέει τα εκατέρωθεν του οδοστρώματος πεζοδρόμια ώστε να διέρχονται οι πεζοί από το ένα στο απέναντι. Κατά των ανωτέρω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η ορατότητα καλή, επικρατούσε η μέρα και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή των δε πεζών αραιά (βλ. την από 3-10-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα Α.Τ.

Πειραιά και το συνοδεύον αυτή με την ίδια ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Κατά τον ως άνω χρόνο ο Α. Σ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εφεσίβλητο εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού Αλιπέδου με κατεύθυνση τη φορά αυτής προς Πειραιά, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο των 60 Χ/Ω, λόγω και της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης και η οποία ανερχόταν σε 50 - 55 Χ/Ω.

Μόλις πέρασε το σημείο της ως άνω οδού, όπου βρίσκεται η συνδέουσα τα εκατέρωθεν πεζοδρόμια αερογέφυρα πεζών, και έφτασε στο σημείο αυτής λίγο πριν το ύψος της συμβολής της με την οδό Μουτσοπούλου, ο Α. Λ., σύζυγος της πρώτης των εκκαλούντων, πατέρας της δεύτερης και τρίτης, πεθερός του πέμπτου, παππούς της έκτης, του εκπροσωπούμενου από τους γονείς του ανήλικου έβδομου και του ένατου εξ αυτών (οι λοιποί εκκαλούντες - 4ος και 8ος - δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη της παραπομπής κατά τα ανωτέρω), γεννηθείς το έτος 1934, ευρισκόμενος επί του δεξιού πεζοδρομίου σε σχέση με την κατεύθυνση κυκλοφορίας της ως άνω οδού Αλιπέδου, επιχείρησε αιφνιδίως να διασχίσει καθέτως την οδό αυτή (Αλιπέδου) με σκοπό να φθάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και, αφού διέσχισε πρώτα τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού και εισήλθε μόλις στην αριστερή λωρίδα αυτής, όπου εκινείτο, εξ αριστερών του, κανονικά ο ανωτέρω οδηγός του αυτοκινήτου Α.

Σ., ο τελευταίος, αντιληφθείς την κίνηση αυτού, τροχοπέδησε και επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως, δεδομένου ότι η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μικρή, δεν κατάφερε να τον αποφύγει αλλά επέσε επ' αυτού με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματός του με αποτέλεσμα αυτός (πεζός) να εκτιναχθεί στον αέρα και εν συνεχεία να πέσει στο δεξιό μέρος του παρμπρίζ του αυτοκινήτου και κατόπιν στο οδόστρωμα, και να υποστεί εκτεταμένες σωματικές βλάβες.

Κατόπιν τούτου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας, όπου νοσηλεύτηκε έως 30-11-2006. Στις 06. 02.2007 απεβίωσε. Οι πιο πάνω συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα προκύπτουν από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την κατάθεση της, τρίτης σε σχέση με τους διαδίκους, έχουσα ιδία αντίληψη ως αυτόπτης μάρτυρας, οδηγού Ε.

Ζ., η οποία εκινείτο με το αυτοκίνητο της επί της ως άνω οδού Αλιπέδου, ακριβώς πίσω δεξιά από το εμπλακέν στο ατύχημα οδηγούμενο από τον ανωτέρω Α. Σ. αυτοκίνητο, τόσο ενώπιον του ανθ/μου Δ. Στεφανίδη του Τ.Τ. Πειραιά στις 19.10.2006, στην οποία ρητώς καταθέτει ότι: "... κινούμουν ... στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Δίπλα μου και λόγο πιο μπροστά μου εκκινείτο ένα άλλο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Σε κάποιο σημείο της οδού όπου ο δρόμος έχει ελαφρά κατωφέρεια αντιλήφθηκα μία σκιά να βρίσκεται στην πορεία του άλλου αυτοκινήτου και ξαφνικά το αυτοκίνητο τροχοπέδησε και κτύπησε ένα πεζό ...", όσο και ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που περιέχεται στο ταυτάριθμα με την ΒΤ 6710/2012 απόφαση αυτού, που έκρινε επί της, εις βάρος του Α.

Σ., κατηγορίας της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας εις βάρος του Α. Λ., όπου αναφέρει χαρακτηριστικά "... Όπως οδηγούσα είδα μία σκιά που πετάχτηκε μπροστά από το αυτοκίνητο του κατ/νου. Το αυτοκίνητο του κατ/νου έκανε έναν ελιγμό αριστερά και έπεσε πάνω στον άνθρωπο ... ο άνθρωπος έπεσε πάνω στο δεξιό μπροστινό μέρος του παρμπρίζ και μετά έπεσε στο πάτωμα. ...

Πήγαινα με 50 - 55 Χιλ την ώρα. Το ίδιο και εκείνος. Το όριο ήταν 60 χιλ. Δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι εκείνη την ώρα που διέσχιζαν τον δρόμο. Υπήρχε ροή κανονικά...".Υπό τα περιστατικά αυτά, το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ανωτέρω συγγενούς των εναγόντων πεζού Α. Λ., ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής στην οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο κάθε μέσος συνετός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες συνθήκες (άρθρο 330 εδ.

β ΑΚ), απερίσκεπτα επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, από σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης τόσο πεζών όσο που να ρυθμίζει την ευγενή κυκλοφορία, ενώ στο σημείο ακριβώς προ του ατυχήματος υπήρχε αερογέφυρα πεζών, που διήρχετο πάνω από το οδόστρωμα, ώστε να διέρχονται οι πεζοί στο απέναντι πεζοδρόμιο, την οποία δεν χρησιμοποίησε, και χωρίς να ελέγξει και βεβαιωθεί προηγουμένως ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος από απόψεως κινήσεως οχημάτων και μπορεί να πράξει τούτο ακινδύνως γι' αυτό και δεν αντιλήφθηκε τον οδηγό του αυτοκινήτου, μολονότι θα μπορούσε να τον είχε δει, παραβαίνοντας έτσι τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 εδ ε του Κ.Ο.Κ.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε καμία υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού αυτός οδηγούσε, με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με την επιτρεπόμενη και προσαρμοσμένη στις συνθήκες κυκλοφορίας ταχύτητα, και το απρόβλεπτο και αιφνίδιο της εμφανίσεως του πεζού και η προς αυτόν κίνηση του από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, κατέστησε αδύνατη την αποφυγή της επ' αυτού πτώσεως παρά τις ενδεδειγμένες, κατά τις περιστάσεις, ενέργειες αυτού (τροχοπέδηση και ελιγμό αριστερά, ενόψει της εκ δεξιών του πορείας του πεζού), ενώ ήταν αδύνατον να ενεργήσει οποιαδήποτε άλλη αποφευκτική ενέργεια, λόγω και της αυξημένης κίνησης των οχημάτων επί της οδού.

Η ως άνω οδηγική συμπεριφορά του ανωτέρω οδηγού είναι αυτή που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 Α.Κ. ως και αυτές των άρθρων 12 και 38 ν. 2696/1999,είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου, όσον αφορά την υπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του πεζού, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού αναπτύσσονται με επάρκεια και σαφήνεια οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η συμπεριφορά του πεζού, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του, ως και η υπαιτιότητα, που του αποδίδεται, καθώς και η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Επομένως είναι απορριπτέες οι με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδιδόμενες από τους αναιρεσείοντες στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι: 1) δεν αιτιολογείται, για ποιο λόγο ο οδηγός είχε αναπτύξει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, όταν οι επικρατούσες, γνωστές, στον οδηγό συνθήκες (συχνή διάσχιση του οδοστρώματος από πεζούς) επέβαλαν τον μετριασμό της, 2) δεν αναφέρεται η απόσταση που χώριζε το αυτοκίνητο από τον πεζό, όταν ο τελευταίος κατήλθε στο οδόστρωμα και άρχισε να το διασχίζει, 3) δεν αναφέρεται με ποιόν τρόπο ο πεζός συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, αν και, όταν αυτός κατήλθε στο οδόστρωμα, αυτό ήταν ελεύθερο από οχήματα και είχε ήδη διασχίσει πριν το ατύχημα το μεγαλύτερο μέρος του, 4) δεν αναφέρεται, αν ο πεζός είχε δυνατότητα να αντιληφθεί ότι το αυτοκίνητο έβαινε με μεγάλη ταχύτητα, πριν αυτό φθάσει στο ανώτατο σημείο της κατωφέρειας της οδού, δηλαδή σαράντα μέτρα από το σημείο που βρισκόταν αυτός (πεζός) και εν όψει του ότι, πριν το σημείο αυτό, λόγω της προηγουμένης ανωφέρειας της οδού, το αυτοκίνητο δεν ήταν ορατό από τον πεζό, 5) από ποια απόσταση αντιλήφθηκε ο οδηγός τον πεζό, 6) από ποιο στοιχείο προκύπτει, ότι ο οδηγός τροχοπέδησε και γιατί έκανε ελιγμό προς τα αριστερά και όχι προς τα δεξιά, αν και ο πεζός είχε ήδη διασχίσει όλη την δεξιά λωρίδα και μέρος της αριστερής και 7) δεν αναφέρεται πότε άρχισε και σε πόση απόσταση σταμάτησε η διαδικασία τροχοπέδησης και για ποιό λόγο δεν κατέστη δυνατόν να ακινητοποιηθεί έγκαιρα το όχημα, αν και έγινε δεκτό ότι ο πεζός ήταν ηλικιωμένος και, επομένως, ο οδηγός είχε μεγαλύτερο χρόνο στην διάθεση του να τον αντιληφθεί.

Η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών, δεν ήταν αναγκαία, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του θανόντος πεζού, διότι αυτός από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επιχείρησε απερίσκεπτα να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο, όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών ούτε φωτεινός σηματοδότης, που να ρυθμίζει την κυκλοφορία, ενώ στο σημείο ακριβώς πριν το ατύχημα υπήρχε αερογέφυρα πεζών, που διήρχετο πάνω από το οδόστρωμα και την οποία, αν και μπορούσε να χρησιμοποιήσει, δεν το έπραξε και συνέχισε την πορεία του χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των επ' αυτού κινουμένων οχημάτων και να βεβαιωθεί, ότι μπορεί να διασχίσει το οδόστρωμα ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α.

Σ., ενώ αντίθετα δεν δέχτηκε, ότι συνέτρεχε οποιαδήποτε υπαιτότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, με την επιτρεπομένη και προσαρμοσμένη στις συνθήκες που επικρατούσαν ταχύτητα, η δε απρόβλεπτη και αιφνίδια κίνηση του πεζού από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κατέστησε αδύνατη την αποφυγή από αυτόν του ατυχήματος, παρά τις ενδεδειγμένες ενέργειές του (τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα αριστερά, εν όψει της εκ δεξιών του πορείας του πεζού) και μη δυναμένου να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη αποφευκτική ενέργεια λόγω και της αυξημένης επί της οδού κίνησης οχημάτων, στηρίζουν πλήρως το πόρισμά της.

Οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και συνεπώς απαραδέκτως προτείνονται.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών, αλλά ούτε και της παραθέσεως ανεπαρκών ή αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ως και ο δεύτερος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 12 και 38 ν. 2696/1999, 300, 330 και 914 Α.Κ. οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε. Επομένως, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2016 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 897/2016) αίτηση για αναίρεση της 1494/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ