Supreme Court suspends appeal proceedings pending a Full Bench ruling on equal pay for public servants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings against a district court judgment awarding a specific salary supplement to a public servant. The government argued the award violated constitutional equality principles, while the lower court had granted the claim based on existing legislation. The court deferred the decision to avoid conflicting rulings with a pending Full Bench case on the same issue of equal pay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 321, 518, 564, 560, 249 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend appeal proceedings when a Full Bench decision is pending on a question of exceptional importance that affects the outcome of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ξαπλαντέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Οιχαλίας.
Εκδόθηκε η 9/2008 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 17-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει αφότου συμπληρώθηκε η προθεσμία της εφέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της εφέσεως και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Οιχαλίας Ν.
Μεσσηνίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 2-6-2008, από κανένα δε στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε πριν από την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της, ενώ από το υπ' αριθμ. πρωτ. 33/20-3-2014 πιστοποιητικό τελεσιδικίας της αρμόδιας Γραμματέας προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής το ένδικο μέσο της εφέσεως, γεγονός άλλωστε που συνομολογείται και από τους διαδίκους.
Από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την επ' αυτού επισημείωση περί επιδόσεώς της, της δικαστικής επιμελήτριας Ουρανίας Δημητρακοπούλου, προκύπτει, ότι η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 19-9-2011, δηλαδή μετά την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της (2-6-2008), η δε υπό κρίση αίτηση για την αναίρεση αυτής, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, κατατέθηκε στη Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Οιχαλίας στις 13-10-2011, δηλαδή εντός της εκ του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τασσομένης τριακονθήμερης προθεσμίας.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί η ένσταση της αναιρεσίβλητης ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
Επειδή κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Οιχαλίας, με την υπ' αριθμ. 9/2008 απόφασή του, δέχθηκε, ότι η μη χορήγηση στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είναι εκπαιδευτικός Κλάδου φυσικής αγωγής και εργάσθηκε ως προσωρινή αναπληρώτρια, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στο Δημοτικό Σχολείο και στο Γυμνάσιο Μελιγαλά, κατά τις σχολικές περιόδους από 1-1-2002 έως 27-12-2006, αμειβόμενη με βάση τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και του Ν. 3205/2003, της παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδάφ.
β' του Συντάγματος), εφόσον πληρούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την χορήγησή της, που είναι η υπαγωγή της στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (με το Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/2003). Ακολούθως δε το Ειρηνοδικείο, με την ως άνω απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει την επίδικη παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, 13 του Ν. 2738/1999, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003. Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επεκτάσεως ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της χορηγήσεως της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος, έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 10η Απριλίου 2014.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Επίσης, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και για τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους καταλογίζεται στο δικαστήριο της ουσίας, ότι κατά παραβίαση των αναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής μέρους των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.568 ευρώ, νομιμοτόκως με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, αντί του νόμιμου τόκου υπερημερίας 6% ετησίως, καθόσον η ευδοκίμηση ή μη και των λόγων αυτών αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση επί του ως άνω ζητήματος της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της από 13-10-2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Οιχαλίας Ν. Μεσσηνίας, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ