Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding appellate court's finding of work contract over employment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the nature of her contract with a media company. The appellant argued for an employment relationship, while the lower court found the arrangement constituted a work contract based on the specific terms and lack of subordination. The court upheld this classification, rejecting the appeal's arguments regarding the absence of subordination and the inapplicability of employment protection laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court correctly classified the relationship as a work contract rather than an employment contract when the factual circumstances demonstrate the absence of subordination and the presence of autonomous execution of tasks.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΘΕΑΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ - Δ.Ε.Π.Θ.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βασιλακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30841/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1/3/2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 451/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (στους κανόνες δε αυτούς περιλαμβάνονται και οι ΣΣΕ και οι αποφάσεις των Διαιτητικών Δικαστηρίων επί συλλογικών διαφορών εργασίας) ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999 και 32/1996), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Εξάλλου: (Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν` ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρ- τημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005).
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας.
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν` ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ` αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 20, 19/2007, 18/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη
δημοτική επιχείρηση του Δήμου Θεσσαλονίκης με την επωνυμία "Δημοτική Εταιρία Πληροφόρησης Θεάματος και Επικοινωνίας", αποτελεί ΝΠΙΔ, συστάθηκε με τις 1015 και 1436/87 αποφάσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης κατά τις διατάξεις των άρθρων 245 επ. του τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα(πδ 76/1985) οι οποίες εγκρίθηκαν με την 2 5 0 2 7/9.4.1984 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών(ΦΕΚ τΒ 2 4 4/19.4.84).Έτσι οργανώθηκε και λειτούργησε διαθέτοντας τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό σταθμό .
Ο τελευταίος (ραδιοφωνικός σταθμός εκπέμπει με διαφορετικό πρόγραμμα σε τρεις συχνότητες, με τους ειδικότερους τίτλους "FM 100", "FM 100,5" και "FM 101". Η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, προσέλαβε την ενάγουσα, κατ' αρχήν, τον Ιανουάριο του 1995 με ατομική σύμβαση μίσθωσης έργου εξωτερικού συνεργάτη εκπομπής, προκειμένου να προετοιμάζει ραδιοφωνικές εκπομπές και να παρουσιάζει αυτές από το ραδιοφωνικό της σταθμό "FM 100" στη Θεσσαλονίκη, η οποία έκτοτε ανανεωνόταν συνεχώς, μετά τη λήξη κάθε σύμβασης για ορισμένο πάντοτε χρόνο, με τις προσκομιζόμενες συμβάσεις, μέχρι την 19/8/2009, που έληξε η τελευταία σύμβαση.
Για το χρονικό διάστημα 1995-1998 η ενάγουσα δεν προσκομίζει τις αντίστοιχες συμβάσεις, πλην όμως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αναφορικά με το χρόνο έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων, ενόψει και της συνομολόγησης από μέρους της εναγομένης τόσο της αρχικής όσο και των μετέπειτα συμβάσεων. Στη συνέχεια την 1/11/1999 καταρτίστηκαν δύο ατομικές συμβάσεις μίσθωσης έργου εξωτερικού συνεργάτη εκπομπής, για το χρονικό διάστημα από 1 /11/1999 μέχρι 30/6/2000 , προκειμένου η ενάγουσα να προετοιμάζει και να παρουσιάζει στο ραδιοφωνικό σταθμό της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη α) ημερησίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, την εκπομπή "Φρέσκια μέρα -κάθε μέρα", διάρκειας μίας ώρας, από ώρα 15.00 έως 16.00 και β) κάθε Κυριακή την εκπομπή "Κυριακάτικα", διάρκειας μίας ώρας επίσης, από ώρα 12.00 έως 13.00.
Το αντάλλαγμα για κάθε ημερήσια εκπομπή ορίστηκε στο ποσό των 12.500 δραχμών και για το σύνολο των εκπομπών (160) του όλου χρονικού διαστήματος σε 2. 000.000( = 160 εκπομπές Χ 12.500) δραχμές, ενώ για κάθε εκπομπή της Κυριακής σε 45.000 δραχμές και για το σύνολο των Κυριακάτικων εκπομπών(32) όλου του ως άνω χρονικού διαστήματος σε 1.440.000( = 32 εκπομπές Χ 45.000 )δραχμές.
Μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής οι διάδικοι προήλθαν στην κατάρτιση για κάθε πρόγραμμα-εκπομπή, άλλων δέκα διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες επίσης επιγράφονταν ως "ατομικές συμβάσεις έργου εξωτερικού συνεργάτη εκπομπής". Συγκεκριμένα μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν, για την εκπομπή "Φρέσκια μέρα -κάθε μέρα" οι από 31/8/2000, 1/9/2001, 1/9/2002, 2/12/2002, 1/9/2003, 1/9/2004, 18/7/2005, 31/5/2006, 1/6/2007 και 2/6/2008 έγγραφες συμβάσεις ,για τα χρονικά διαστήματα από 1/9/2000 μέχρι 15/7/2001, από 1/9/2001 μέχρι 15/7/2002, από 1/9/2002 μέχρι 30/11/2002, από 1/12/2002 μέχρι 15/7/2003, από 1/9/2003 μέχρι 15/7/2004, από 1/9/2004 μέχρι 15/7/2005, από 16/7/2005 μέχρι 15/7/2006, από 1/6/2006 μέχρι 31/5/2007, από 1/6/2007 μέχρι 31/5/2008 και από 1/6/2008 μέχρι 31/5/2009 αντίστοιχα.
Ομοίως μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν, για την εκπομπή "Κυριακάτικα", οι από 31/8/2000, 1/9/2001, 1/9/2002, 1/12/2002, 1/9/2003, 1/9/2004, 18/7/2005, 1/6/2006, 1/6/2007 και 2/6/2008 έγγραφες συμβάσεις, για τα χρονικά διαστήματα από 1/9/2000 μέχρι 15/7/2001, από 1/9/2001 μέχρι 15/7/ 2002, από 1/9/2002 μέχρι 30/11/2002, από 1/12/2002 μέχρι 15/7/2003, από 1/9/2003 μέχρι 15/7/2004, από 1/9/2004 μέχρι 15/7/2005, από 16/7/2005 μέχρι 15/7/2006, από 1/6/2006 μέχρι 31/5/2007, από 1/6/2007 μέχρι 31/5/2008 και από 1/6/2008 μέχρι 31/5/2009 αντίστοιχα.
Σ' όλες τις παραπάνω συμβάσεις, με τις οποίες ανατέθηκε στην ενάγουσα η εκτέλεση του αυτού "έργου", εμπεριέχονται οι ίδιοι, και με την ίδια διατύπωση, όροι, ενώ σε καθεμία από τις συμβάσεις αυτές, το ύψος της αμοιβής (εργολαβικό αντάλλαγμα) της ενάγουσας διαφοροποιείται και συναρτάται με τον αριθμό των ραδιοφωνικών εκπομπών που η ενάγουσα θα πραγματοποιούσε και θα αποπληρωνόταν τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο "του έργου" (με τ η'ν υπογραφή ιης σύμβασης 10%, με την παράδοση του 25% του έργου 25%, με την παράδοση του 50% του έργου 25%, με την παράδοση 75% του έργου 25% και με την ολοκλήρωση του έργου η εξόφληση) και συμφωνήθηκε εργολαβικό αντάλλαγμα α) για την εκπομπή "Φρέσκια μέρα -κάθε μέρα", για κάθε μία σύμβαση με τη σειρά που προαναφέρθηκαν σε 2.887.500 δραχμές, 8.069,60 ευρώ, 2.384,20 ευρώ, 7.480,00 ευρώ, 9.680,00 ευρώ, 9.680, ευρώ, 11.308,00 ευρώ, 12.336,00 ευρώ, 12.528,00 ευρώ και 13.520,00 ευρώ αντίστοιχα και β) για την εκπομπή "Κυριακάτικα" σε 1.890.000 δραχμές, 5.180,64 ευρώ, 1.716,78 ευρώ, 5.972,12 ευρώ, 5.972,12 ευρώ, 5.972,12 ευρώ, 9.526,40 ευρώ, 10.452,00 ευρώ, 10.452,00 ευρώ και 12.084,00 ευρώ αντίστοιχα, και καταβαλλόταν με την έκδοση του σχετικού δελτίου παροχής υπηρεσιών.
Στις συμβάσεις αυτές συμφωνήθηκε μεταξύ των άλλων ότι α)σκοπός της συμβάσεως είναι η εκτέλεση έργου στο οποίο αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι, για συγκεκριμένη ραδιοφωνική εκπομπή, που θα μεταδίδεται ή αναμεταδίδεται στο κοινό με οποιονδήποτε τεχνικό μέσο β)αντικείμενο της παρούσας συμβάσεως είναι η εκτέλεση έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, με δική της (ενάγουσας) επιμέλεια και αποκλειστική ευθύνη, του περιγραφομένου σ' αυτή έργου(όροι I παρ.2 και II παρ.
Ια της σύμβασης) γ) η ενάγουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση και εγγυάται την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, κατά τρόπο άριστο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και ότι το έργο θα κινείται μέσα στα οργανωτικά και κανονιστικά πλαίσια, όπως αυτά επιβάλλονται κάθε φορά από την αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης δ)η παροχή από την εναγομένη διευκολύνσεων (κτιριακών, τεχνικών κλπ)σε καμία περίπτωση δε μεταβάλλει το χαρακτήρα της σύμβασης ως σύμβασης έργου ε)η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη να ολοκληρώσει και παραδώσει το έργο της στις προγραμματισμένες ώρες της εκπομπής στ)η ενάγουσα δεν αποτελεί μέλος του προσωπικού της εναγομένης η)η σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση εργασίας
με οποιαδήποτε μορφή ούτε είναι δυνατή η με οποιοδήποτε τρόπο μετατροπή της σε σύμβαση εργασίας και τερματίζεται κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο της IV παρ. 3, χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς, όπως είναι φυσικό, την καταβολή κανενός είδους αποζημιώσεως με οποιαδήποτε μορφή ή συμφωνία θ) απαγορεύεται στην ενάγουσα οποιαδήποτε ενέργεια που ενδεχομένως μπορεί να βλάψει το έργο, το κύρος, την πίστη και τη φήμη της εναγομένης και δεν έχει αυτή το δικαίωμα να εργάζεται παράλληλα και σε άλλη ομοειδή επιχείρηση και ι) όλοι οι όροι της σύμβασης είναι ουσιώδεις και οποιαδήποτε τροποποίηση ή κατάργηση τους μπορεί να γίνει μόνο εγγράφως.
Στις πέντε πρώτες από τις παραπάνω συμβάσεις προστέθηκε ο όρος ότι "ο ανάδοχος έλαβε γνώση και αποδέχεται τους όρους της υπ' αριθμ. πρωτ. 770/24-4-2000 εγκυκλίου της εναγομένης η οποία αναφέρεται στα "κίνητρα για τη βελτίωση της απόδοσης-παραγωγικότητας των συνεργατών και της ακροαματικότητας των ραδιοφωνικών σταθμών", ενώ στις άλλες πέντε προστέθηκε ο όρος ότι η εναγομένη διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση α)αν κρίνει ότι η εκπομπή δεν είναι ικανοποιητική και δεν συνάδει με το ύφος του προγράμματος του ραδιοφωνικού σταθμού και β) αν η ακροαματικότητα του σταθμού τις ώρες που μεταδίδονται οι εκπομπές της ενάγουσας σημειώσει μείωση.
Από το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών προκύπτει συγκεκριμένα η φύση του ανατεθέντος στην ενάγουσα "έργου" που ήταν η παραγωγή και η παρουσίαση στο ραδιοφωνικό σταθμό Θεσσαλονίκης "FM 100" των παραπάνω προγραμμάτων(εκπομπών) και το ότι τα διάδικα μέρη απέβλεπαν αποκλειστικά στο αποτέλεσμα του έργου(πρόγραμμα- εκπομπή), ανεξάρτητα από τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παραγωγής του.
Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, η διάρκεια των οποίων παρατάθηκε με διαδοχικές συμβάσεις μέχρι 19/8/2009, η ενάγουσα παρήγαγε και παρουσίαζε στο ραδιοφωνικό σταθμό "FM 100" της Θεσσαλονίκης τα παραπάνω προγράμματα (εκπομπές) στους συμφωνηθέντες χρόνους και έλαβε για καθένα από αυτά τη συμφωνηθείσα αμοιβή(εργολαβ ι κό αντάλλαγμα) .
Οι εκπομπές αυτές, τις οποίες επιμελούνταν αυτοτελώς και αποκλειστικώς η ενάγουσα και παρουσίαζε η ίδια, αφορούσαν σε συνεντεύξεις προσώπων (καλλιτεχνών, επιστημόνων, συνδικαλιστών, πολιτικών, κ.α), τα οποία επέλεγε αποκλειστικά η ίδια με πλήρη ανεξαρτησία και πρωτοβουλία, όπως επέλεγε επίσης αυτοβούλως και ελευθέρως και τη θεματολογία των εκπομπών(θέματ α ιστορικά, επιστημονικά, πολιτικά, κοινωνιολογικά, κ.α) και συνέτασσε και επεξεργαζόταν το εισαγωγικό κείμενο - σχόλιο που εκφωνούσε στην αρχή της κάθε εκπομπής κατά τον προσφορότερο κατά την κρίση της τρόπο για την αρτιότητα της μετάδοσης τους , χωρίς καμία παρέμβαση της εναγομένης.
Καθ' όλο το χρονικό διάστημα (1995 - 2009)η ενάγουσα παρήγαγε τα παραπάνω προγράμματα και παρέδιδε αυτά στην εναγομένη χωρίς να δεσμεύεται ως προς τον τόπο που έπρεπε να βρίσκεται για να συγκεντρώνει τα θέματα που παρουσίαζε στις εκπομπές της, το χρόνο που θα διέθετε για την προετοιμασία των εκπομπών, τον τρόπο της παρουσίασης και την επιλογή των θεμάτων, καθόσον αυτή δεν είχε ωράριο εργασίας αλλά μόνο την υποχρέωση να παρουσιάσει από το ραδιοφωνικό σταθμό την καθορισμένη ημέρα και ώρα το ανατεθέν πρόγραμμα.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πήγαινε καθημερινά στα γραφεία της εναγομένης, από ώρα 12.00 μέχρι ώρα 18.00, όπου προετοίμαζε την εκπομπή που θα παρουσίαζε, πλην όμως, είχε τη δυνατότητα, ακόμη κι αν τηρούσε καθημερινά το ως άνω ωράριο, γεγονός το οποίο αμφισβητεί η εναγομένη, να μην ακολουθεί καθημερινά το ως άνω πρόγραμμα εργασίας, μπορούσε να επιλέγει τις ώρες της απασχολήσεως της και τον τόπο προετοιμασίας της εκπομπής της(ο οποίος κατά την εναγομένη ήταν η κατοικία της) χωρίς να ελέγχεται γι' αυτό από την εναγομένη.
Η μόνη χαλαρή εξάρτηση της ενάγουσας από την εναγομένη εκδηλώνεται στην υποχρέωση της οι εκπομπές της να βρίσκονται μέσα στις γενικές κατευθύνσεις, στο ύφος και στα οργανωτικά και κανονιστικά πλαίσια που υπαγορεύονταν από την εναγομένη. Ενόψει της φύσης αυτής του ανατεθέντος στην ενάγουσα "έργου", σε συνδυασμό και προς τους λοιπούς όρους των εν λόγω συμβάσεων, προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν επιδίωξαν μ' αυτές την κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας , αφού είναι σαφές, ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια, απέβλεψε, στην, από μέρους της ενάγουσας παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος.
Δηλαδή της παραγωγής και παρουσίασης από την ενάγουσα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό "FM 100" Θεσσαλονίκη των παραπάνω προγραμμάτων - εκπομπών, χωρίς πρόδηλα, κατά την παραγωγή και παρουσίαση αυτών των εκπομπών, να τελεί αυτή υπό την εξάρτηση της εναγομένης, με την έννοια της υποχρέωσής της να υπακούει στις εντολές και οδηγίες αυτής.
Αντίθετα, μάλιστα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η παραγωγή και η παρουσίαση των εκπομπών αυτών από την εναγομένη ενείχαν το στοιχείο της προσωπικής ανεξαρτησίας της τελευταίας. Κατά συνέπεια, αυτές έφεραν το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου και ορθά τα διάδικα μέρη προσέδωσαν σ' αυτή τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό.
Τούτο είναι, άλλωστε, φανερό, και από τον τρόπο καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, η οποία εξαρτήθηκε από την πρόοδο του έργου, στο τέλος κάθε "μήνα η ενάγουσα εισέπραττε ποσό ανάλογο με το σύνολο τ ων εκπομπών που παρουσίαζε, και η εξόφληση αυτού, συμφωνήθηκε, ότι θα πραγματοποιείται με την ολοκλήρωση του έργου από μέρους της, εκδίδονταν δε δελτία παροχής υπηρεσιών.
Η ενάγουσα όλο το διάστημα της συνεργασίας της με την εναγομένη δεν είχε λάβει επιδόματα εορτών και αδείας, παρότι η ίδια ισχυρίζεται ότι τα είχε αξιώσει, από κανένα όμως επίσημο έγγραφο δεν προκύπτει κάτι σχετικό, αλλά ούτε και από τους μάρτυρες της. Εάν η ενάγουσα συνδεόταν πραγματικά με την εναγομένη με τη σχέση που υποστηρίζει, λογικά θα έπρεπε να ανήκει στην κατηγορία αυτών των εργαζομένων και να απολαμβάνει όλων των προνομίων αυτής της κατηγορίας (επιδόματα εορτών κ.λπ.) και όχι να δέχεται να αμείβεται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και να στερείται των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σχέση αυτή (εξαρτημένης εργασίας)τα οποία διεκδικεί τώρα που η σύμβαση της με την εναγομένη έχει λυθεί.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να παρέχει το έργο της στο χώρο της εναγομένης, όπου διατίθετο ο αναγκαίος για την εκτέλεση του έργου εξοπλισμός και επιβοηθείτο και από ομάδα συνεργατών της εναγομένης. Άλλωστε σε όλες τις συμβάσεις που αυτή συνήψε με την εναγομένη συμφωνήθηκε ότι η παροχή από την εναγομένη στην ενάγουσα των σχετικών διευκολύνσεων σε καμία περίπτωση δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων έργου.
Δεν μεταβάλλεται, δε η αυτή κρίση του Δικαστηρίου, από το ότι της είχε απαγορευθεί η απασχόλησή της σε άλλη ομοειδή επιχείρηση. Τούτο δε διότι η απαγόρευση αυτή όχι μόνο δεν αντιβαίνει στη φύση της σύμβασης έργου, αλλά προσιδιάζει σ' αυτή, ενόψει και της φύσης του εκτελούμενου από την ενάγουσα, έργου, και αν ακόμη δεν είχε συνομολογηθεί θα δέσμευε, αυτονόητα, την ενάγουσα, γιατί δεν είναι νοητό να επιτρέπει η εναγομένη στους με αυτή συμβαλλόμενους την απασχόλησή τους με ανταγωνιστικά των δικών της προγράμματα.
Αντίθετα ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα, που διέθετε εμπειρία και γνώση από τη όλη επαγγελματική της δραστηριότητα κατά τον προηγούμενο χρόνο, αν και γνώριζε ότι δεν είχε γίνει αναγγελία της προσλήψεως της ως εργαζομένης στο ΟΑΕΔ και ασφάλιση της στο ΙΚΑ ή το Ταμείο των δημοσιογράφων, και επιπλέον η εναγομένη δεν της κατέβαλε από το 1995 και εφεξής αποζημίωση άδειας και επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα δεν διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη, ούτε προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της, αλλά πολύ αργότερα, την 1/12/2009, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό 628/2009 δελτίο εργατικής διαφοράς.
Αντίθετη με την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Δ. Κ., δημοσιογράφου, ούτε από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων Καλυψούς Τ. - Κ., Α. Β. και Κ. Σ., ακροατών, εκ των οποίων ο τελευταίος είναι και σύζυγος της θυγατέρας της ενάγουσας, οι οποίοι κατέθεσαν για γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη και κάποια από αυτά δεν είναι κρίσιμα για την προκειμένη περίπτωση, όπως για το χρόνο και τον τρόπο παρουσίασης των εκπομπών της, τα πρόσωπα που προσκαλούσε στις εκπομπές της όπως και τα θέματα τα οποία διαπραγματεύονταν, το ότι εργαζόταν πολλές ώρες για την παραγωγή των εκπομπών που παρουσίαζε (πηγή της ενημέρωσης τους ήταν η ίδια η ενάγουσα), για το ότι διεκπεραίωνε μόνη της την παραγωγή και παρουσίαση των εκπομπών της και ότι οι εκπομπές της είχαν μεγάλη ακροαματικότητα, πλην όμως για τα κρίσιμα στην προκειμένη περίπτωση περιστατικά, όπως αν υφίστατο υποχρέωση της ενάγουσας να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς τις δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της εναγομένης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, αυτοί ουδέν κατέθεσαν, σε αντίθεση με τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρα ανταπόδειξης Γ.
Κ. του Δ., οικονομικό σύμβουλο και εξωτερικό συνεργάτη της εναγομένης, ο οποίος έχει άμεση αντίληψη των όσων κατέθεσε, και γνώριζε το είδος και το περιεχόμενο των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτούργησε η μεταξύ τους σύμβαση, δεδομένου ότι όμοια σύμβαση, έργου εξωτερικού συνεργάτη διατηρούσε και ο ίδιος με την εναγομένη.
Ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών κατάρτισης και λειτουργίας των επίδικων συμβάσεων, που αποδείχθηκαν, και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις και διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συνδέουσα την ενάγουσα με την εναγομένη έννομη σχέση δεν είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά της συμβάσεως έργου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, απέρριψε, στη συνέχεια, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που συνέδεε αυτή και την αναιρεσίβλητη ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου και ζητούσε, περαιτέρω, να της επιδικασθεί το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, για αποζημίωση απολύσεως, δώρα εορτών και αποζημίωση αδείας.
Με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις και αναλυτικές αιτιολογίες, οι οποίες, χωρίς αντίφαση και κατά τρόπο απόλυτα πειστικό, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο, κατά τα άνω, οδηγήθηκε, αφού, με τις παραδοχές αυτές, οι επίδικες συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αλλά αυτά των συμβάσεων έργου.
Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά από το εφετείο γενόμενα, α) με τις επίδικες συμβάσεις, οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν σε ορισμένο αποτέλεσμα, ήτοι, στην παρουσίαση, από το ραδιόφωνο, των αναφερομένων σ' αυτές εκπομπών, β) ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας ήταν σε συνάρτηση με τις εκπομπές αυτές και οριζόταν, κάθε φορά, ανάλογα με το είδος τους, η δε καταβολή της γινόταν τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο του έργου (χωρίς να καταβάλλεται οποιαδήποτε άλλη αμοιβή, όπως επιδόματα εορτών και αδείας), γ) η αναιρεσείουσα δεν αποτελούσε μέλος του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και δ) η αναιρεσίβλητη διατηρούσε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, αν έκρινε, ότι η εκπομπή (το έργο) δεν ήταν ικανοποιητική και η ακροαματικότητα παρουσίαζε μείωση.
Περαιτέρω, γίνεται δεκτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αναιρεσείουσα είχε πλήρη ανεξαρτησία στην παρουσίαση των εκπομπών αυτών και ειδικότερα στην επιλογή των προσώπων, που παρουσίαζε, καθώς και στη θεματολογία των εκπομπών, στα κείμενα και σχόλια, χωρίς καμιά παρέμβαση της αναιρεσίβλητης και ότι είχε ελευθερία κινήσεων και δεν δεσμευόταν, ως προς το ωράριο εργασίας.
Όλα αυτά, προσδίδουν στις επίδικες συμβάσεις τον χαρακτήρα συμβάσεων έργου, γεγονός το οποίο δεν αναιρείται από την επί έτη συνεργασία των διαδίκων, προς τον άνω σκοπό και την κατάρτιση επανειλημμένων συμβάσεων, πράγμα το οποίο δικαιολογείται από το είδος και το σκοπό αυτών. Επίσης, δεν αναιρείται η κρίση αυτή, από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα ανελάμβανε την υποχρέωση οι εκπομπές της να βρίσκονται "μέσα στις γενικές κατευθύνσεις, στο ύφος και στα οργανωτικά πλαίσια, που καθορίζονταν από αυτή", γεγονός το οποίο δεν αναιρούσε, κατά τα λοιπά, το στοιχείο της προσωπικής ανεξαρτησίας της αναιρεσείουσας, κατά την προετοιμασία και παρουσίαση των ως άνω ραδιοφωνικών εκπομπών.
Άλλωστε όπως είναι κοινώς γνωστό, σε κάθε σύμβαση, ο εργοδότης καθορίζει κάποια γενικά πλαίσια και αρχές, μέσα στα οποία υποχρεώνεται να κινηθεί ο εργολάβος, ως προς το έργο, που αναλαμβάνει, να εκτελέσει.
Συνεπώς, με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, επ. και 648 Α.Κ., με το να δεχθεί ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν τον χαρακτήρα συμβάσεων έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας. Επίσης, το εφετείο, με βάση τα ανωτέρω, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112|1920, 11 του Π.Δ. 164|2004, 103 του Συντάγματος καθώς και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999|70 και άρθρου 21 Ν. 2190|1994, καθόσον η εφαρμογή των διατάξεων αυτών προϋποθέτει την ύπαρξη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, πράγμα το οποίο δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, το εφετείο, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες, που προβλέπονται από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., όπως υποστηρίζει η αναιρεσειουσα και, συνεπώς, η αίτηση, κατά τους σχετικούς λόγους αυτής, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δικ.,αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίο " η σχέση εργασίας των δημοσιογράφων-συνεργατών προγράμματος και εκπομπών ραδιοφωνίας- τηλεόρασης, που υποχρεούνται να εργάζονται με βάση το πρόγραμμα του εργοδότη, σε ορισμένο από αυτόν τόπο και χρόνο, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του, χαρακτηρίζεται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας", είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τα ως άνω εκτεθέντα, το εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τους οποίους υποστηρίζει ότι η συνδέουσα αυτήν με την αναιρεσίβλητη σχέση ήταν σύμβαση εργασίας και όχι έργου, τους οποίους και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμους. Τέλος, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο "παραμόρφωσε ως προς το αληθές περιεχόμενό τους τις ένορκες βεβαιώσεις και τους όρους των συμβάσεων" και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, στην έννοια των "εγγράφων" δεν περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, είναι απορριπτέος, ως αόριστος, εφόσον δε γίνεται επίκληση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών καθώς και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη "παραμόρφωσή" τους, ώστε να κριθεί το βάσιμο του λόγου αυτού .
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2012 αίτηση της Κ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 451|2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ