Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding jurisdiction and new claims not raised in first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on appeal, ruling that the appeal was procedurally inadmissible. The appellant failed to properly cite jurisdictional errors regarding the First Instance Court and raised substantive claims like statute of limitations that were not legally presented during the initial proceedings. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560 of the Code of Civil Procedure; Article 527 and 562 of the Code of Civil Procedure: An appeal must specifically cite jurisdictional errors of the appellate court; claims not raised in the first instance are inadmissible unless specific statutory exceptions apply.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο κατ’ άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου πρέπει να αναφέρεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Αναιρετικός λόγος που στηρίζεται σε ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας είναι απαράδεκτος. ΟΤΕ. Εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων κατά την ένταξη υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 793/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου -Πηλίχου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 259/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8582/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-5-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (...) 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα (...)", συνάγεται ότι κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, μπορεί παραδεκτώς να προβληθεί λόγος αναίρεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα μόνο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όχι δε και του Ειρηνοδικείου.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ, "Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται (...) 2) οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους". Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι τόσο το Ειρηνοδικείο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δεν ήσαν καθ' ύλην αρμόδια να κρίνουν την ένδικη αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή περιοδικών παροχών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά μεν το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου είναι απαράδεκτος, διότι η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά δε το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι αβάσιμος, διότι για την εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που στρεφόταν κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης, αν προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση επιβάλλεται από την καλή πίστη στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη.
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όμως, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, οπότε η ανισότητα ελέγχεται με βάση το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' αυτού. Εξ άλλου, με την από 14-3-1985 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ της ΟΤΕ-ΑΕ, ως εργοδότη και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ως συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων, όπως τροποποιήθηκε με την από 10-5-1985 ΕΣΣΕ (κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμούς 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985), θεσμοθετήθηκε και έχει εφαρμογή στο τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ-ΑΕ το λεγόμενο "ενιαίο μισθολόγιο", σύμφωνα με το οποίο το υπηρετούν προσωπικό, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει, εντάσσεται και εξελίσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ).
Η ένταξη στα ΜΚ γίνεται με βάση τη στάθμη της εκπαίδευσης εκάστου υπαλλήλου και το συνολικό χρόνο της υπηρεσίας του στην ΟΤΕ-ΑΕ. Ανάλογα με τη στάθμη της εκπαίδευσης, το προσωπικό διακρίνεται σε μισθολογικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), η ΑΡ3 (ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης) και η ΑΤ4 (ανώτατη τετραετούς εκπαίδευσης).
Με τον όρο 11 παρ.1 του μισθολογίου, ως μεταβατική ρύθμιση, ορίσθηκε ότι το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 στους κλάδους Ι, II και III του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ήτοι το Διοικητικό, Οικονομικό και Τεχνικό προσωπικό, εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τους τίτλους σπουδών, ανεξάρτητα προς το αν οι τίτλοι αυτοί αναγνωρίζονται από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ ως τυπικά προσόντα.
Ακολούθως, υπογράφηκε η από 21-3-1989 ΕΣΣΕ (δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 13468/1989 Εργασίας), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το ενιαίο μισθολόγιο του 1985 και προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ2 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 11ο και καταληκτικό το 25ο, το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 12ο και καταληκτικό το 26ο και το προσωπικό της κατηγορίας ΑΤ4 εξελίσσεται σε 16 ΜΚ με εισαγωγικό το 13ο και καταληκτικό το 28ο.
Η ως άνω, μεταβατική ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε μεν την 1-1-1985, αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού γι' αυτές τις κατηγορίες των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του όρου 2 του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών που λαμβάνονται υπ' όψη για τη διάκριση κάθε κατηγορίας είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Ειδικά, όμως, για το προσωπικό που είχε πτυχίο της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ-ΟΤΕ), αν και ο χρόνος απόκτησης του πτυχίου ήταν δεκαοκτώ (18) μήνες και, κατ' αρχήν, δικαιολογούσε κατάταξη στην κατηγορία ΑΡ2, ορίσθηκε με τον όρο 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ ότι εξελίσσεται όπως το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3.
Αργότερα, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αναμορφώθηκαν οι ως άνω κατηγορίες του προσωπικού και ορίσθηκε ότι, από 1-4-1999, το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης διετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής διετούς εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ2), το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης τριετούς ή τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ3) και το προσωπικό με πτυχίο ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΠΕ4 (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΤ4).
Τέλος, με την από 25-6-2001 ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι στην κατηγορία ΤΕ εντάσσεται το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης ή τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς φοίτησης, καθώς και το προσωπικό με πτυχίο σχολών διετούς φοίτησης που προβλέπονται από το άρθρο 7 κεφ.Β1Ι του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι πτυχίο ΤΕΙ τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Λογιστικής ή Πληροφορικής ή Εμπορίας και Διαφήμισης ή άλλο ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), την 20-11-1974, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΟΤΕ ΑΕ (ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διοικητικός υπάλληλος και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, με τον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ/6 του Διοικητικού Κλάδου.
Κατά την πρόσληψή του, πέραν του απολυτηρίου λυκείου, κατείχε πτυχίο Ραδιοτηλεγραφητή των αντίστοιχων Σχολών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οι οποίες σε μεταγενέστερο χρόνο εξελίχθηκαν σε Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού Ραδιοτηλεγραφητών τριετούς φοίτησης (π.δ. 538/84/21-11-1984), ανήκουσες στη βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, δηλαδή ήταν κάτοχος τίτλου ισότιμου, σύμφωνα και με σχετική γνωμοδότηση του [καταργημένου πλέον με το ν. 3328/2005] Συμβουλίου Ισοτιμιών του Υπουργείου Παιδείας, με τα πτυχία των άλλοτε Κέντρων Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΚΑΤΕΕ), μετέπειτα KATE και ήδη ΤΕΙ.
Στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι και την 30-8-2001, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης, κατέχοντας κατά τον ανωτέρω χρόνο το βαθμό Δ/Α. Περαιτέρω, η εναγομένη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και τις 2024/1987 και 2143/1989 αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, (α) τους υπηρετούντες την 1-1-1985 πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, μόνιμους και έκτακτους, καθώς και όσους υπηρετούσαν την 1-1-1985, αλλά κατέστησαν πτυχιούχοι των εν λόγω Ακαδημιών μετά την ημερομηνία αυτή, όπως τους Γ.
Ψ., Σ. Κ., Ε. Α., Δ. Δ. και Κ. Κ., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δύο ετών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΤ4 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΠΕ4 και (β) τους κατά την 1-1-1985 υπηρετούντες πτυχιούχους της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής (ΑΤΣ-ΟΤΕ), όπως τους Ε. Λ., Ν. Μ., Α. Α. και Θ. Φ., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δέκα οκτώ μηνών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ.
Με τον τρόπο αυτό, κατά την ένταξη των αποφοίτων των Παιδαγωγικών Ακαδημιών διετούς φοίτησης, η εναγομένη προέβη σε οικειοθελή παροχή δυνάμει της 2143/1989 αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου, με την οποία επέκτεινε και σ' αυτούς την ισχύ της ευνοϊκής, μεταβατικής διάταξης του όρου 11 του μισθολογίου, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι οι εν λόγω Ακαδημίες είχαν μετατραπεί, στο μεταξύ, σε Ανώτατες Σχολές τετραετούς φοίτησης.
Και κατά την ένταξη των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η εναγομένη ενήργησε προς εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, εν όψει της ρητής διάταξης του όρου 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη των αποφοίτων της σχολής αυτής ήταν ανάλογη εκείνης του προσωπικού με πτυχίο ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης (αρχικά ΑΡ3 και μετέπειτα ΤΕ).
Τον ενάγοντα, όμως, που επίσης υπηρετούσε κατά την 1-1-1985, τον ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ2 (ανωτέρα εκπαίδευση διετούς φοίτησης) και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής εκπαίδευσης διετούς φοίτησης), οπότε αυτός εξελίχθηκε στα μισθολογικά κλιμάκια της εν λόγω κατηγορίας με τις αντίστοιχες αποδοχές.
Για την κατάταξη του ενάγοντος, η εναγομένη δεν έλαβε υπ' όψη το γεγονός ότι και αυτός διέθετε τίτλο σπουδών ισότιμο με πτυχίο Ανώτερης Σχολής Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία είχε καταστεί στο μεταξύ τριετούς φοίτησης. Έτσι, δεν αναγνώρισε στον ενάγοντα το σύνολο των ετών φοίτησης, τα οποία δικαιολογούσε το πτυχίο που κατείχε και τον εξαίρεσε [τηρουμένων των αναλογιών] από την παροχή που χορήγησε εκουσίως προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών με διετείς σπουδές, παρά το γεγονός ότι αυτός καταλαμβανόταν από τη ρύθμιση της μεταβατικής διάταξης του όρου 11 παρ.12 του μισθολογίου, δεδομένου ότι κατά την 1-1-1985 διέθετε ήδη την ιδιότητα του μόνιμου υπάλληλου, ανήκε στον ίδιο κλάδο και εκτελούσε την ίδια εργασία με τα ανωτέρω πρόσωπα, κάτω από όμοιες συνθήκες, χωρίς η εν λόγω εξαίρεση να δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και να είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη.
Και όσον αφορά στην κατάταξη του ενάγοντος σε κατηγορία κατώτερη εκείνης των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η προβλεπόμενη για τους τελευταίους στον όρο 3 παρ.7 του ενιαίου μισθολογίου μισθολογική κατάταξη σε κατηγορία ανώτερη από εκείνη που αντιστοιχούσε στη στάθμη εκπαίδευσης και στα έτη σπουδών τους και, επομένως, η προνομιακή μεταχείριση που τους επιφύλασσε η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ με τον εν λόγω όρο της, έστω και αν το πτυχίο τους ήταν από εκείνα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, δεν δικαιολογείται ούτε από τα οριζόμενα στις πάγιες διατάξεις της ίδιας ΕΣΣΕ, με την οποία καθιερώθηκε η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων βάσει της στάθμης της εκπαίδευσής τους, ούτε από τα προβλεπόμενα στη μεταβατική διάταξη του όρου 11 παρ.12 αυτού, κατά την οποία η ένταξη στο μισθολόγιο γίνεται βάσει των τυπικών προσόντων του τακτικού προσωπικού που υπηρετούσε την 1-1-1985, ανεξαρτήτως του εάν ο τίτλος σπουδών τους αναγνωρίζεται ή όχι από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Επί πλέον, δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν αποδεικνύεται ότι οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι διέθεταν εξειδικευμένη κατάρτιση για τις υπηρεσίες που παρείχαν στην εναγόμενη, περιστατικό το οποίο, άλλωστε, δεν επικαλέστηκε η τελευταία. Εξ άλλου, εν όψει της εφαρμογής της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, το μισθολόγιο αποσυνδέθηκε από το βαθμολόγιο και, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι πτυχιούχοι της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και της ΑΤΣ-ΟΤΕ κατά τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ μπορούσαν να εξελιχθούν ως το βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ οι κάτοχοι πτυχίων Ραδιοτηλεγραφητή ως το βαθμό του Τομεάρχη, δεν συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, ειδικό και σοβαρό λόγο για την εν λόγω διαφοροποίηση ως προς τη μισθολογική κατάταξη των συγκεκριμένων υπαλλήλων, που παρείχαν ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ενάγοντα, ο οποίος, μάλιστα, διέθετε σε σχέση με τους πτυχιούχους της ΑΤΣ-ΟΤΕ περισσότερα τυπικά προσόντα ως προς τα έτη φοίτησης, ενώ σε σύγκριση με τους αποφοίτους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών ανάλογα τυπικά προσόντα, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, δεν επιδιώκει την πλήρη εξομοίωση του με αυτούς, μέσω της κατάταξης του στην κατηγορία των ανωτέρω (ΑΤ4 και ΠΕ4), αλλά την ένταξη του στην κατηγορία ΑΤ3 και ΤΕ.
Επομένως, η μη κατ' ουσίαν εφαρμογή του όρου 11 παρ.12 του ενιαίου μισθολογίου στην περίπτωση του ενάγοντος με τη μη λήψη υπ' όψη του ότι αυτός θεωρείτο πλέον απόφοιτος ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης (στοιχείο το οποίο, αντιθέτως, λήφθηκε υπ' όψη κατά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης στην περίπτωση των αποφοίτων Παιδαγωγικών Ακαδημιών και τη χορήγηση προς αυτούς οικειοθελούς παροχής της ως άνω μορφής) και η ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς τη μισθολογική κατάταξη τόσο των αποφοίτων Παιδαγωγικών Ακαδημιών, όσο και των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, χωρίς να συντρέχει ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος που να τη δικαιολογεί, συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, όσον αφορά την οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών (άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ) και παραβίαση της αρχής της ισότητας, όσον αφορά την εις εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης παροχή προς τους αποφοίτους της ΑΤΣ-ΟΤΕ (άρθρα 4 παρ.1 σε συνδυασμό με 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος), δεδομένου ότι η εν λόγω δυσμενής για τον ενάγοντα διαφοροποίηση, ο οποίος παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες και υπό όμοιες συνθήκες με τους προαναφερόμενους, δεν κρίνεται εύλογη και δίκαιη.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να έχει ενταχθεί από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ και να έχει λάβει τις μισθολογικές διαφορές που ζητούσε με την αγωγή. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 259/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή.
Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των νόμων και των ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωριστούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259).
Η καταχώρηση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Ο διάδικος, που ως εκκαλών προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, ο λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, προϋπόθεση την οποία ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως με την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης η αναιρεσείουσα (τότε εναγομένη) αρνήθηκε την αγωγή και ζήτησε την απόρριψή της, ενώ κατά τα λοιπά αναφέρθηκε στις προτάσεις της, που κατατέθηκαν επί της έδρας.
Ως εκ τούτου, ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε νομίμως τους ισχυρισμούς αφ' ενός περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου (τότε ενάγοντος) και αφ' ετέρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της δικαστικής επιδίωξης αυτών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμους τους εν λόγω ουσιώδεις ισχυρισμούς, χωρίς να ερευνήσει αν η προβολή τους από την αναιρεσείουσα (τότε εκκαλούσα) με λόγο έφεσης ενώπιόν του είχε γίνει νομίμως, ήτοι με την επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 527 αρ.2 και 3 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 249, 250 αρ.17, 253, 281 και 937 ΑΚ απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς περί παραγραφής και περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-6-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 8582/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ