Supreme Court quashes appeal for lack of reasoning on equal treatment principle and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Thessaloniki Court of Appeal's decision due to insufficient reasoning regarding the principle of equal treatment. The appellant argued that an employer's voluntary severance pay scheme was not contractually binding, yet the lower court failed to specify which corporate body authorized the payment or verify if the obligation remained active in 2002. Consequently, the court found the appeal admissible and remanded the case for retrial with a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 65, 67, 68, 70 of the Civil Code; Articles 18, 22 of the Code of 2190/1920; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appellate judgment is quashed if it fails to provide adequate reasoning on the application of the principle of equal treatment, rendering further review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 793/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΣΟΗ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕ", που εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης, νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουλκίδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Μπελίτση, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11398/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3289/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1386/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 576/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/4/2007 αίτησή της και τους από 6/9/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 14/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών τόσο του κυρίου όσο και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 65,67,68 και 70 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που το εκπροσωπεί. Η οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο, ρυθμίζεται από τα άρθρα 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1 και 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920.
Καθορίζεται ειδικότερα ότι το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα που να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις, ότι το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας αυτής και γενικά στην επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα, στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρείας, με ανάλογο περιορισμό της παρ. 2 του άρθρου 18.
Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των προαναφερομένων άρθρων του ΑΚ, συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο πού διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της. Το δικαίωμα αυτής της οργανικής εκπροσωπήσεως της ΑΕ και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις παραπάνω διατάξεις να μεταβιβαστεί σε τρίτον ολικά ή εν μέρει αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό.
Εξάλλου, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της ΕΕ, προκύπτει ότι, στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση από τον εργοδότη μεταχείριση των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως, που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται η απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου.
Βάσει της αρχής αυτής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.
Οι οικειοθελείς παροχές μπορούν να διακοπούν οποτεδήποτε από τον εργοδότη αν αυτός επιφύλαξε ρητώς το δικαίωμα ανακλήσεώς τους. Η αρχή δε αυτή έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργοδότης προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους μισθωτούς για λόγους ανεξάρτητους από το είδος της εργασίας τους αλλά σχετιζόμενους με άλλες περιστάσεις όπως λ.χ.
η απομάκρυνση ή αποχώρηση αυτών από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως, οπότε αν οι ίδιες περιστάσεις συντρέχουν και για άλλους εργαζόμενους, ο εργοδότης βάσει της αρχής αυτής οφείλει να επεκτείνει την εν λόγω οικειοθελή παροχή και σ' αυτούς. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν ο εργοδότης χωρίς να έχει συμβατική ή νόμιμη υποχρέωση καταβάλλει οικειοθελώς στους εργαζόμενους που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους, επειδή συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις να λάβουν σύνταξη γήρατος, ολόκληρη την από τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως και όχι τη μειωμένη που ορίζεται από το άρθρο 8 εδ.
β' του ν. 3198/1955, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που διατηρεί στην περιοχή της ... Θεσσαλονίκης εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρολυτικού διοξειδίου του μαγγανίου, προσέλαβε στις 5-7-1976 τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης, ακολούθως δε, από το έτος 1979, που απέκτησε άδεια χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων, απασχολήθηκε με την εν λόγω ειδικότητα αντί του νομίμου μισθού.
Τις υπηρεσίες του αυτές προσέφερε μέχρι τις 27-3-2002, που η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του επειδή είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη συντάξεως γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα (δηλ. το ΙΚΑ). Κατέβαλε δε σ' αυτόν ως αποζημίωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3198/1955, ποσοστό 40% της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, αποζημιώσεως.
Από τον Οκτώβριο, όμως, του έτους 1990 και εφεξής η εναγομένη κατέβαλε σε όσους από τους εργαζομένους της αποχωρούσαν από την εργασία τους λόγω συνταξιοδοτήσεως, πλήρη αποζημίωση και όχι το 40% αυτής, όπως έπραξε με τον αναιρεσίβλητο. Συγκεκριμένα, στους συναδέλφους του τελευταίου, ....., ...., ...., ... και ..., που αποχώρησαν ή απομακρύνθηκαν από την εργασία λόγω συνταξιοδοτήσεως, κατέβαλε αυτή πλήρη την ανωτέρω αποζημίωση.
Για να δικαιολογήσει δε την προς αυτούς καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, κατήγγειλε τυπικά τις συμβάσεις εργασίας τους, ενώ κατ' ουσίαν επρόκειτο όχι για καταγγελία, αλλά για αποχώρηση λόγω συνταξιοδοτήσεως. Την οικειοθελή αυτή παροχή η αναιρεσείουσα κατέβαλε μέχρι το έτος 1997, ενώ για πρώτη φορά αρνήθηκε την καταβολή της στην εργαζομένη ......
τον Ιανουάριο του 1998 και σε όσους άλλους αποχώρησαν έκτοτε λόγω συνταξιοδοτήσεως ( ...., .... και ...), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο αναιρεσίβλητος. Η παροχή αυτή, δηλαδή της καταβολής πλήρους αποζημιώσεως στους απομακρυνόμενους ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδοτήσεως εργαζομένους της, χορηγήθηκε οικειοθελώς και όχι από νομική ή συμβατική δέσμευση, ως γενικό μέτρο, και ανεξάρτητα από τη φύση της εργασίας κάθε μισθωτού.
Δε διαμορφώθηκε όμως επιχειρησιακή συνήθεια ώστε να αποτελέσει τη βάση συμβατικής δεσμεύσεως και να αφαιρέσει από την πράξη αυτή το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θελήσεως, γιατί δε λήφθηκε νόμιμα τέτοια απόφαση από το ΔΣ της αναιρεσείουσας ούτε χορηγήθηκε με βάση σχετική εξουσιοδότηση τέτοια εξουσία σε αρμόδιο όργανό της από το ΔΣ αυτής, αλλά ως οικειοθελής παροχή έπρεπε η αναιρεσείουσα για όσο χρόνο τη χορηγούσε στο προσωπικό της, να μην εξαιρεί με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κάποιον εργαζόμενο.
Καταλήγοντας το Εφετείο έκρινε ότι η εξαίρεση του αναιρεσιβλήτου από τη οικειοθελή αυτή παροχή δε δικαιολογείται από κάποιο ειδικό και σοβαρό λόγο και συνεπώς δεν είναι δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση. Απέρριψε δε ακολούθως την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Με όσα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση, ενόψει και της αρνήσεως από την αναιρεσείουσα της ως άνω οικειοθελούς παροχής, ποιο όργανο αποφάσισε την καταβολή της εν λόγω παροχής, ήτοι αν η σχετική απόφαση λήφθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ή από άλλο πρόσωπο, μέλος του ΔΣ ή τρίτο στο οποίο ανατέθηκε νομίμως η οργανική εκπροσώπηση αυτής.
Επίσης, ενώ αναφέρεται ότι η πιο πάνω οικειοθελής παροχή ήταν ελευθέρως ανακλητή από την αναιρεσείουσα, και ότι διεκόπη το έτος 1998, μη χορηγηθείσα έκτοτε σε κανέναν άλλο εργαζόμενο απομακρυνθέντα ή αποχωρήσαντα από την εργασία του στην εταιρεία λόγω συνταξιοδοτήσεως, δεν διευκρινίζεται πως το έτος 2002, που απομακρύνθηκε ο αναιρεσίβλητος, η εν λόγω παροχή, όπως και η αντίστοιχη υποχρέωση της αναιρεσείουσας να την επεκτείνει και στον αναιρεσίβλητο, ήταν ακόμη ενεργός.
Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. αριθμ. 576/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ