Supreme Court allows appeal against labor accident judgment, ordering restitution of 70,970 euros and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final labor accident judgment, overturning the lower court's decision. The appellant argued that the employer failed to provide necessary safety measures, causing the accident, and sought restitution of 70,970 euros paid under the previous ruling. The court found the employer negligent and ordered the employer to return the money with interest, while also awarding legal costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932 of the Civil Code; Article 16, paragraph 1 of Law 551/1915: Compensation for moral damage in labor accidents requires only general negligence by the employer, not specific intent or violation of safety regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 793/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ ΚΑΝ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΩΝ", που εδρεύει στη Μαγούλα Ελευσίνας Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. .... και 3. ....., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαντούβαλο, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Καλαμπαλίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1310/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4166/2005 αναβλητική και 564/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/3/2006 αίτησή τους και τους από 26/5/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης καθώς και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της παρούσας 1ης αναιρεσείουσας, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι΄ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Εξάλλου, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσας σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λ.π.), και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία, γι΄ αυτό και δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας.
Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία, Πρόεδρος του ΔΣ της οποίας είναι ο δεύτερος αναιρεσείων και διευθύνων σύμβουλος ο τρίτος, είναι βιομηχανική εταιρία και δραστηριοποιείται στον κλάδο της κυτιοποιϊας, κατασκευάζουσα και εμπορευόμενη δοχεία και λευκοσίδηρο, έχοντας ως έδρα τη Μαγούλα Αττικής.
Τον Μάϊο του 1986 προσέλαβε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την αναιρεσίβλητη, για να απασχοληθεί σ' αυτήν ως εργάτρια στην ως άνω επιχείρησή της. Από την έναρξη της συμβάσεως εργασίας της, ανετέθη στην αναιρεσίβλητη από τους εκπροσώπους και προστηθέντες προϊσταμένους της εταιρίας, να εργαστεί ως χειρίστρια πρεσών κοπής και διαμόρφωσης πλακών λευκοσιδήρου.
Με την ειδικότητα αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της στους αναιρεσείοντες μέχρι τις 23-11-2001, οπότε υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο αριστερό χέρι της, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Την προαναφερθείσα ημερομηνία και περί ώρα 20.00, η αναιρεσίβλητη εργαζόταν στην απογευματινή βάρδια, ως χειρίστρια της κοπτικής- διαμορφωτικής πρέσας πάτου, τύπου Φ290.
Πλέον συγκεκριμένα έπαιρνε με το δεξί της χέρι, μία κάθε φορά, λωρίδα λευκοσιδήρου από ένα πακέτο τέτοιων λωρίδων, το οποίο βρισκόταν στα δεξιά από τη θέση εργασίας της στο πλάϊ της πρέσας. Ακολούθως σταθεροποιούσε το προς κατεργασία έλασμα με τα δύο χέρια της, ώστε αυτό να τοποθετηθεί στην κατάλληλη θέση για κοπή και διαμόρφωση.
Το σημείο κατεργασίας ήταν προσβάσιμο από την εργαζομένη, καθώς την ημέρα τουλάχιστον του ατυχήματος δεν υπήρχε κάποιο προστατευτικό μέσο ή μηχανισμός. Η απόσταση του εμβόλου της πρέσας από την μήτρα ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να χωράνε στην επικίνδυνη ζώνη τα δάκτυλα της χειρίστριας. Ο χειρισμός εξάλλου της πρέσας γινόταν μόνο με τη χρήση ποδομοχλού, γιατί δεν υπήρχε από κατασκευής σύστημα χειρισμού με ταυτόχρονη απασχόληση και των δύο χεριών.
Με το πάτημα του ποδομοχλού το έμβολο της πρέσας κατέβαινε επιτυγχάνοντας την επιθυμητή διαμόρφωση. Η λειτουργία της συγκεκριμένης πρέσας επέτρεπε την αδιάκοπη παλινδρομική κίνηση του εμβόλου από το άνω στο κάτω νεκρό σημείο και αντίστροφα, όταν ο ποδομοχλός ήταν συνεχώς πατημένος. Το έτοιμο προϊόν, ένα καπάκι, κανονικά απομακρυνόταν πίσω από το έμβολο.
Όμως μερικές φορές κολλούσε στο έμβολο, με αποτέλεσμα να απαιτείται επιπλέον ώθηση για την απομάκρυνσή του. Αυτό συνέβαινε κυρίως για το λόγο ότι δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος μηχανισμός ή κατασκευή που να βοηθά στην απομάκρυνση του καπακιού από το σημείο κατεργασίας. Από το καθένα τέτοιο έλασμα μπορούσαν να παραχθούν 2-3 κομμάτια.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη τοποθέτησε το έλασμα κάτω από το έμβολο και πίεσε με το δεξί της πόδι τον ποδομοχλό, όπως, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, ήταν επιβεβλημένο να γίνει για να λειτουργήσει ο μηχανισμός της πρέσας. Στη δεύτερη επανάληψη της κίνησης αυτής, το κομμάτι κόλλησε στο έμβολο και ενώ η αναιρεσίβλητη προσπαθούσε με το αριστερό της χέρι να το απομακρύνει, το έμβολο κατέβηκε με αποτέλεσμα να ακρωτηριασθούν τα τέσσερα δάκτυλα του χεριού της.
Μετά τον τραυματισμό της διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η επανασυγκόλληση των δακτύλων, λόγω της πολτοποίησής τους και έγινε χειρουργική διαμόρφωση των κολοβομάτων του δείκτου, του μέσου και του παραμέσου δακτύλου. Εξαιτίας του τραυματισμού της κατέστη ανάπηρη σε ποσοστό 67%.
Επίσης υπέστη σοβαρή ψυχολογική πίεση και περιέπεσε σε κατάθλιψη. Η επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο προς το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν είχαν φροντίσει για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας, που προβλέπονται από το ΠΔ 395/1994, όπως αυτό τροποποιήθηκε.
Ειδικότερα δεν είχαν μεριμνήσει α) για την τοποθέτηση προφυλακτήρα μπροστά από τα κινούμενα στοιχεία, για την προστασία των χεριών του χειριστή της πρέσας ή σύστημα που να εμποδίζει την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη ή να σταματά την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες περιοχές, β) δεν υπήρχε σύστημα προφύλαξης των χεριών του χειριστή της πρέσας, δηλαδή ούτε σταθερός προφυλακτήρας, ούτε φωτοηλεκτρικός μηχανισμός διακοπής της λειτουργίας εάν τυχόν εισήρχετο οτιδήποτε στο διάκενο διάστημα κάτω από το έμβολο ή παρέμεινε ανοικτή η θυρίδα, ούτε σύστημα ασφαλούς προσαγωγής και απαγωγής των τεμαχίων λευκοσιδήρου, τα οποία πολλές φορές κολλούσαν στο έμβολο και η απομάκρυνσή τους γινόταν αναγκαστικά με τη χρήση των χεριών.
Το προαναφερθέν εργατικό ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην υπαιτιότητα (αμέλεια) των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσείουσας και των προστηθέντων απ' αυτήν υπευθύνων νομίμων εκπροσώπων της (δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων) και λοιπών προϊσταμένων της αναιρεσείουσας. Δεν αποδείχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα και μάλιστα σε ποσοστό 99% της αναιρεσίβλητης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το παραπάνω εργατικό ατύχημα το ποσό των 200000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ως προς την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στον τραυματισμό της, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις καθώς και τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού ως προς το ζήτημα αυτό του συντρέχοντος πταίσματος διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, χωρίς όμως να διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν συντρέχει τέτοια συνυπαιτιότητα, αφού αυτή προσπάθησε με το χέρι της να απομακρύνει το κομμάτι που κόλλησε στο έμβολο και δεν χρησιμοποίησε λαβίδα για το σκοπό αυτό, ούτε έκλεισε την πρέσα πριν κάνει οποιαδήποτε παρέμβαση, ούτε ζήτησε τη συνδρομή κάποιου υπευθύνου, απορρίπτοντας έτσι χωρίς αιτιολογία τους σχετικά προβληθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το παραπάνω ζήτημα της συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.
Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Συνεπώς το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα για την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να αποδώσει σ' αυτούς το ποσόν των 70970 ευρώ, το οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν σε αυτήν, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τους προσθέτους λόγους και τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 7-2-2007 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες από 22-7-2004 και 4-4-2006 έγγραφες αποδείξεις, αποδεικνύεται ότι, στην αναιρεσίβλητη έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, το συνολικό ποσόν των 70970 ευρώ, που δεν αμφισβητεί η τελευταία, σε εκτέλεση της 1310/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή και της προσβαλλόμενης απόφασης, που την επικύρωσε. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στους αναιρεσείοντες, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 564/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στους αναιρεσείοντες εβδομήντα χιλιάδες εννιακόσια εβδομήντα (70970) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη επίδοση της παρούσας απόφασης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ