Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding an appellate court's failure to rule on a negative claim in a split lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to revoke the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the appellate court erred by accepting the positive claim while leaving the negative claim unjudged, violating procedural rules. The court held that since the negative claim never reached the appellate stage, the appellate court could not have failed to rule on it, rendering the specific procedural defect argument invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9)(c) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a defect where the appellate court failed to rule on a claim that never reached its jurisdiction is inadmissible because the defect did not occur.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Χ. Μ., το γένος Δ. Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δάφνη Αναστασίου.
Της αναιρεσιβλήτου:Ξ. συζύγου Α. Σ., το γένος Ι. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτουλάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4120/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-12-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 283/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, μεταξύ άλλων και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του ιδίως κατά ιδιότητα (αγρούς, οικόπεδα κ.λ.π.) θέση, όρια, έκταση, έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την αυτότητά του.
Αντίστοιχα, δεν απαιτείται, καταρχήν, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της με αριθμό έκθ.
Κατάθεσης ... διεκδικητικής ακινήτου αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο, δηλαδή μια εδαφική λωρίδα, βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης των ..., έχει συνολικό εμβαδόν 110 τετρ. μέτρων και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του όλου ακινήτου του πωλητή Ε.
Β. Μ., και ήδη της εναγομένης, συνολικού εμβαδού 4000 τετρ. μέτρων, το οποίο εφάπτεται κατά τον τίτλο κτήσης του, δηλαδή το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαβρίας (Πόρου) Νικολάου Δημοσθ. Λάμψα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με τη μη διανοιγείσα τότε οδό ..., έχει πλευρικές διαστάσεις κατά την ανατολική μεν πλευρά έντεκα (11 μέτρων και κατά τη νοτιοδυτική δέκα (10) μέτρων και συνορεύει κατά την τελευταία μεν πλευρά του με συνεχόμενο οικόπεδο της αγοράστριας Σ.
συζ. Ι. Χ. και ήδη της ενάγουσας, κατά τις λοιπές δε πλευρές του με το υπόλοιπο συνεχόμενο ακίνητο του πωλητή. Το εν λόγω ακίνητο, όπως περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο, κατά είδος, θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις δύο (2) ορίων, εξατομικεύεται επαρκώς, ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητά του, ενώ δεν απαιτούνται άλλα επιπλέον στοιχεία, όπως λ.χ.
τα στοιχεία των όμορων ιδιοκτησιών, του οικοδομικού τετραγώνου, της πράξης εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, των λοιπών πλευρικών διαστάσεων κ.ά. Επομένως, το Εφετείο, μη απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δεν παράλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια παρά την ενώπιόν του σχετική αιτίαση της ήδη αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η περιλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία του διεκδικούμενου ακινήτου, τα οποία δεν αναφέρονταν στην ένδικη αγωγή, ως προς την ακριβή θέση, τον προσανατολισμό, τα όρια, τις πλευρικές διαστάσεις και τις όμορες ιδιοκτησίες του πιο πάνω ακινήτου και, έτσι, η απόφαση εκείνη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ταυτότητα του ακινήτου αυτού, εκτιμώμενη ως πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί προβάλλει αντιφατικότητα που ανακύπτει όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, όπως κατά το πιο πάνω άρθρο απαιτείται, αλλά από τη σύγκριση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης προς το περιεχόμενο της αγωγής.
Από τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος αυτού (τακτική χρησικτησία). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι τουλάχιστον από το έτος 1990 και εφεξής συνεχώς μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, δηλαδή, επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, η εναγομένης νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με νόμιμο συμβολαιογραφικό και μεταγραμμένο τίτλο, να αναγνωρίσει, όμως, περαιτέρω κυρία του επιδίκου όχι αυτήν τη διάδικο, αλά την αντίδικό της, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ. Ενόψει, όμως, του ότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε, επιπλέον, ότι η εναγόμενη νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη, είναι ο λόγος αυτός απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό ... άδειας περιτοίχισης οικοπέδου της μητέρας της εναγομένης Σ. Χ., καθώς, επίσης και τις με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, άδειες οικοδομής ακινήτου, με τα ενσωματωμένα σ' αυτές τοπογραφικά σκαριφήματα και διαγράμματα, που εκδόθηκαν σε αντίστοιχες αιτήσεις της εναγομένης (η πρώτη από τις οποίες μάλιστα (δεν υλοποιήθηκε), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την παραδοχή της αγωγής στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή, στις καταθέσεις των μαρτύρων, στις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικες, χωρίς να στηρίξει στα προμνημονευόμενα έγγραφα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του, αλλιώς, γιατί υπό την επίκληση της από το Εφετείο παραμόρφωσης των εν λόγω εγγράφων, δεν αποδίδεται σ' αυτό διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα, δηλαδή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και συγκεκριμένα του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων.
Από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αφορούν την εκτίμηση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το από αυτή πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση της από Νοεμβρίου 2002 τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1984 και 1992 του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ.. Ενόψει, όμως του ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το άρθρο 527 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 224 και 269 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι καταρχήν είναι απαράδεκτη η πρόταση στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, ως τέτοιοι δε ισχυρισμοί νοούνται εκείνοι που στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας και άρα, όχι εκείνοι που αποτελούν άρνηση σε τέτοια αίτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 14 περιπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο, με το να μη απορρίψει ως απαράδεκτους, αλλά, αντίθετα, να ερευνήσει τους πραγματικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας που προτάθηκαν με τον πρώτο λόγο της έφεσής της και που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, συνίσταντο δε στο ότι:
α) η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ. θυγ. Χ. Κ., σύζ. Ι. Χ., μητέρα της και οι αδελφοί της προέβησαν, κατά το έτος 1930, σε διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους, από την οποία περιήλθε στην άμεση δικαιοπάροχό της ένα οικόπεδο έκτασης 437 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση ... των ..., επί της οδού ..., β) ότι η πιο πάνω άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε αγοράσει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου άλλο ακίνητο επί των οδών ...
και ..., το οποίο ήταν ετοιμόρροπο, λόγος για τον οποίο αποφάσισε η αγοράστρια να ανεγείρει, κατά το έτος 1938, οικοδομή στο πρώτο κληρονομιαίο οικόπεδό της, μη γνωρίζοντας ότι αυτό είχε ήδη ρυμοτομηθεί, γ) ότι η ίδια υποχρεώθηκε να διακόψει την ανέγερση της οικοδομής της, εξαιτίας της έλλειψης αρτιότητας του οικοπέδου, το οποίο λόγω της ρυμοτομίας περιορίστηκε σε 142 τετρ.
μέτρα και δ) ότι για την αρτιότητα του εν λόγω οικοπέδου προέβη αυτή στην αγορά του επίδικου ακινήτου από τον Ε. Μ., ο οποίος μάλιστα της έθεσε διάφορους εκβιαστικούς όρους, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της πρότασης των πραγματικών αυτών ισχυρισμών. Ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα οικεία διαδικαστικά έγγραφα, οι πιο πάνω πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούσαν αιτιολογημένη άρνηση στην ένσταση της εναγομένης περί της ακυρότητας της πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα του επίδικου ακινήτου, που πραγματώθηκε με το νόμιμα μεταγραμμένο ...
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαβρίας (Πόρου) Νικολάου Δημοσθ. Λάμψα, λόγω της εικονικότητας της δήλωσης βούλησης των σ' αυτό συμβαλλομένων περί της εν λόγω πώλησης και μεταβίβασης και γι' αυτό δεν συνιστούν πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση ένστασης, αντένστασης ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των προσβαλλόμενων κεφαλαίων της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ίδιου κώδικα ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προέκυψαν τα ακόλουθα: Στο αγωγικό δικόγραφο που απευθυνόταν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά σωρεύθηκαν αντικειμενικά η διεκδικητική ακινήτου αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) και η αρνητική αγωγή (άρθρο 1108 ΑΚ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας, ότι η σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή υπάγεται στην υλική αρμοδιότητά του, ενώ η σωρευόμενη αρνητική αγωγή υπάγεται στην υλική αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και, συνακόλουθα, δεν είναι επιτρεπτή κατά νόμο (άρθρο 218 παρ. 1 περίπτ.
β' ΚΠολΔ) η αντικειμενική σώρευση των εν λόγω αγωγών, διέταξε κατ' εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 2 ΚΠολΔ, το χωρισμό τους και, στη συνέχεια, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την πρώτη απ' αυτές, την οποία έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, -αλλά, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη-, παρέπεμψε δε τη δεύτερη προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσης της ενάγουσας περί του μη ορθού του χωρισμού των αγωγών και παραπομπής της από αυτές αρνητικής στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Ακολούθως, το ίδιο, μετά τη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, με τους λοιπούς λόγους της οποίας έπληττε αυτή την εκκαλούμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψη της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση ως προς αυτήν την αγωγή και αφού δίκασε την τελευταία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), τη δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη.
Με τα δεδομένα αυτά, η αρνητική αγωγή δεν ήλθε στο Εφετείο προς κρίση, ώστε να μείνει τελικά αδίκαστη από εκείνο και το γεγονός αυτό να θεμελιώσει τον από τον αριθ. 9 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπέρ όχι βέβαια της εναγομένης αλλά της ενάγουσας, και γι' αυτό ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περιπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί τα παραπάνω στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά να μη διαλάβει στο διατακτικό της διάταξη περί χωρισμού των σωρευόμενων αγωγών στο αγωγικό δικόγραφο και παραπομπής της από αυτές αρνητικής αγωγή στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατέληξε αμφιβολίες περί του η αρνητική αγωγή παραπέμφθηκε ή όχι και σε ποιο αρμόδιο δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20-6-2004 αίτηση για αναίρεση της 283/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ