Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of new arguments and failure to appear at hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against lower court decisions regarding tax matters. The appellant failed to appear at the scheduled hearing, yet the court proceeded to judge the case based on the written submissions and the principle that the case list entry constitutes a summons. The court rejected the appeal arguments as unfounded and barred the new defense of statute of limitations raised for the first time before the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553 § 1, 559, 560, 562 § 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not admit new dilatory objections or defenses that were not raised before the court of first instance, as it reviews the decision based on the proceedings conducted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 792 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 792/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Ι. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και ήδη από την Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ" (Α.Α.Δ.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2263/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2347/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2015 αίτησή του και τους από 20/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 15/1/2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις: α) .../22-02-2019, β) .../22-01-2019 και, γ) .../22.01.2019 εκθέσεις επιδόσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτησή της για τη δικάσιμο της 01-04-2019, τις οποίες συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Δ. Ν. Α. και τις: α) ...27.02.2019, β) .../27.022.019 και, γ) .../27.02.2019 εκθέσεις επιδόσεως του από 20-02-2019, με αριθμό κατάθεσης 23/2019 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση αυτών κατά την ίδια, ως άνω, δικάσιμο, που συνέταξε ο ίδιος Δικαστικός Επιμελητής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της, για την παραπάνω δικάσιμο (της 01-04-2019), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, παρόντων αμφοτέρων των διαδίκων, όπως τούτο προκύπτει από το οικείο πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στην οποία, όμως, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ενόψει τούτων και, δοθέντος ότι δεν απαιτείτο κλήτευση του αναιρεσείοντος για την παρούσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. δ' ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρών ο αναιρεσείων, ο οποίος, σημειωτέον, όπως προκύπτει από το, υπάρχον στο φάκελο της προκειμένης δικογραφίας, .../2018 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Μ.
Ν. Π., έχει δώσει τη σχετική πληρεξουσιότητά του προς το δικηγόρο Δημήτριο Κούτσικα, που υπέγραψε την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους της και παραστάθηκε στην προαναφερθείσα δικάσιμο, κατά την οποίαν αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την παρούσα (άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 495, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου, σε πρωτότυπο, στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν δε με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή τυπικά η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 901/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ενεστώσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι: α) με την κρινόμενη, από 22-12-2015 (αρ. κατ. 1208/2015), αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η υπ' αριθμ. 2263/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθμ. 2347/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία και με την τελευταία, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε, κατ' ουσίαν, η από 27-11-2012 (αρ.
κατ. 7598/3-11-2012) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης, με την οποίαν είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή του (αναιρεσείοντος), ως ουσιαστικά αβάσιμη. Και, β) το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατατέθηκε μόνο στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 24-12-2015 (αριθμ. κατάθεσης 1208/2015), όχι δε και σ' αυτή του πρωτοβάθμιου, όπως απαιτείται, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη (άρθρα 566 αρ. 2 σε συνδ. 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Πέραν του ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι η πρωτόδικη απόφαση, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη, με την οποίαν απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η κατ' αυτής έφεση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα, την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπόκειται σε αναίρεση.
Συνακόλουθα και οι από 20/02/2019 πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκαν, με ιδιαίτερο δικόγραφο, καθόσον στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτοι, διότι η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε, νομότυπα, κατά τ' ανωτέρω, με την ένδικη αίτηση (ΑΠ 786/2003, ΑΠ 247/1977). Καθόσον, όμως η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι της, στρέφονται, κατά της 2347/2013, τελεσίδικης, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, τα δικόγραφα αυτά πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 87 του ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" ορίζονται τα εξής: (παρ. 1): "Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία)", (παρ. 2 περ.
γ') "χρέη προς το Δημόσιον .... εκ συμβάσεων .... υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον", (παρ. 4) "χρέη προς το Δημόσιον, προερχόμενα εξ απαιτήσεων περιελθουσών εις τούτο εξ οιουδήποτε λόγου, αίτινες δεν είχαν παραγραφεί εν τω προσώπω του δικαιοπαρόχου μέχρι της μεταβιβάσεώς των εις το Δημόσιον, παραγράφονται μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβαιώθησαν εις το Δημόσιον Ταμείον".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αξίωση του Δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σε αυτό από οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, όχι δε στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων, που προκύπτουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το Δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο.
Η πενταετής δε αυτή παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους (το οποίο κατ' άρθρο 5 παρ. 2 του ν.δ. 321/1969 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου ημερολογιακού έτους), μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση του Δημοσίου και συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του επομένου ημερολογιακού έτους (ΑΠ 747/2012, 915/2004, 181/2004, 1270/2003, 125/2001).
Απαιτήσεις τρίτων που περιήλθαν στο Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία, κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 87 του ίδιου ν. δ/τος, αποτελούν και οι έναντι των εκ δανείου πρωτοφειλετών και των υπέρ αυτών εγγυητών απαιτήσεις τραπεζών, από τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τις, κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 747/1945 και α.ν. 9/1967, εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οπότε με τη μη εξόφληση του δανείου και την εκ του λόγου αυτού και μόνο βεβαίωση της οφειλής από το εγγυηθέν Δημόσιο, τούτο υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας, κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού (ΑΠ 1769/2001).
Το ν.δ. 321/1969 καταργήθηκε με το άρθρο 113 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού... κ.λ.π.". Κατά το άρθρο 65 παρ. 5 του τελευταίου αυτού νόμου (2362/1995), που άρχισε να ισχύει από 1-1-1996: "απαιτήσεις του Δημοσίου, ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή εννοία από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο, μετά την εν στενή εννοία βεβαίωσή τους, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία, που έχουν βεβαιωθεί στις Δ.Ο.Υ. μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του". Κατά δε τη γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ. α. ν. 2362/1995, "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγυήσεως σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα του πιστωτού, υπόκεινται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-1996) σε 10ετή παραγραφή. Κατ' απόκλιση, όμως, από την προαναφερθείσα γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ.
α' του ίδιου, ως άνω, νόμου, οι απαιτήσεις του Δημοσίου, από την προαναφερθείσα αιτία, που έχουν βεβαιωθεί στις ΔΟΥ μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού (01-01-1996) και δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου η παραγραφή ήταν 5ετής, παραγράφονται μετά την παρέλευση 10 ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του, δηλαδή στις 31-12-2005 (ΑΠ 138/2019, ΑΠ 1712/2013, ΑΠ 747/2012).
Η ρύθμιση αυτή (άρθρου 65 παρ. 5 του ν. 2362/1995), δεν είναι αντισυνταγματική, αφού δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος, ούτε προσβάλλει την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι η ορισθείσα από αυτή χρονική διάρκεια της παραγραφής των αναφερομένων σ' αυτήν αξιώσεων του Δημοσίου, είναι εύλογη και εκ των προτέρων προβλεπτή (ΑΠ 266/2013, ΑΠ 915/2004).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 264 και 266 του ΑΚ η αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση διακόπτει την παραγραφή, η οποία αρχίζει και πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή αν επακολουθήσουν αντιρρήσεις κατά της απαίτησης από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.
Περάτωση της πτώχευσης, κατά την ως άνω έννοια, επέρχεται με την τελεσίδικη επικύρωση του συμβιβασμού (597 - 624 ΕΝ), την ένωση των πιστωτών και την εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας (625 επ. - 660 ΕΝ), όχι δε και με την παύση των εργασιών της (ΑΠ 181/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 παρ. 3 του "Πτωχευτικού Κώδικα", που κυρώθηκε με το ν. 3588/2007 και, κατ' άρθρο 180 αυτού, άρχισε να ισχύει από τις 16-09-2007, "Μετά παρέλευση δέκα (10) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παραγράφου 2".
Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "...περατώνεται η πτώχευση, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και του εισηγητή". Ενώ, κατά τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 182 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα "Οι διατάξεις του άρθρου 166 παρ. 3 εφαρμόζονται και επί εκκρεμών πτωχεύσεων, εφόσον από την κήρυξη της πτώχευσης παρήλθε διάστημα είκοσι (20) ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η περάτωση της πτωχεύσεως, που κηρύσσεται υπό την ισχύ του νέου "Πτωχευτικού Κώδικα", επέρχεται χωρίς άλλη διατύπωση μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών, από την κήρυξή της. Κατ' εξαίρεση, όμως, προκειμένου περί πτωχεύσεων, που ήταν ήδη εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του (16-9-2007), η πτώχευση περατώνεται, εφόσον από την κήρυξή της παρήλθε διάστημα είκοσι (20) ετών.
Κατά τη βούληση του νομοθέτη του ως άνω "Πτωχευτικού Κώδικα", όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Αιτιολογική Έκθεση, που τον συνοδεύει, "Η επέκταση του χρόνου σε είκοσι έτη αποκλειστικά και μόνο για τις εκκρεμείς πτωχεύσεις, κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να περατωθούν ολοσχερώς εκκρεμότητες, που βράδυναν λόγω αδράνειας ή παρελκυστικών πρακτικών ή εξ άλλων λόγων".
Συνεπώς, στην περίπτωση, που η πτώχευση ήταν εκκρεμής κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του νέου "Πτωχευτικού Κώδικα", η περάτωσή της επέρχεται με την πάροδο 20ετίας, από την κήρυξή της (ΑΠ 446/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 138/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, παρατιθέμενο κατ' ακριβή αντιγραφή, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα γενικώς και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα εξής:
Δυνάμει της ...-7-1989 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και σε εκτέλεση αυτής, η πρώτη (τράπεζα) χορήγησε στη δεύτερη δάνειο, υπό μορφή πιστώσεως, ύψους 18.000.000 δρχ., με βάση τους στην ως άνω σύμβαση όρους.
Σε ασφάλεια του ποσού της συμβάσεως αυτής παρασχέθηκε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Με την ...-7-1989 πρόσθετη πράξη, που καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω τράπεζας και του ενάγοντος, ο δεύτερος εγγυήθηκε προς την πρώτη (τράπεζα) υπέρ της οφειλέτιδας εταιρείας ("... Α.Ε."), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μετ' αυτής, για την τήρηση των όρων της ως άνω συμβάσεως και την ολοσχερή εξόφληση του ποσού του δανείου, κατά κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς και υπερημερίας και έξοδα, παραιτήθηκε δε από τις εκ των άρθρων 855, 862, 863, 866, 867 και 868 του Α.Κ.
ενστάσεις, υπό τους όρους, που ρητά διατυπώθηκαν στην ανωτέρω πρόσθετη πράξη - σύμβαση, Η παραπάνω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, δυνάμει της 3721/28-11-1991 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ως ημέρα παύσης πληρωμών ορίστηκε η 5η Ιανουαρίου 1991. Η πτώχευση επέφερε, αυτοδικαίως, το κλείσιμο του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, με συνέπεια να καταστεί άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το υφιστάμενο υπόλοιπο.
Στη συνέχεια, λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως του εναγόμενου (Ελληνικού Δημοσίου), αυτό κατέβαλε στην τράπεζα την οφειλή της πιστούχου εταιρείας, με συνέπεια να υποκατασταθεί, χωρίς άλλη διατύπωση, σε όλα τα δικαιώματα της τράπεζας έναντι της οφειλέτιδας αλλά και του εγγυητή (ενάγοντος), ο οποίος, κατά τα στην ανωτέρω σύμβαση, ευθύνεται, πλέον, αυτοτελώς και εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτιδα, σαν η εγγύηση να είχε παρασχεθεί απευθείας στο εναγόμενο.
Το εναγόμενο βεβαίωσε τις οφειλές της ως άνω εταιρείας, συνολικού ποσού 322.477,83 €, με τις .../18-6-1991, .../1-8-1994 και .../1-11-1994 ταμειακές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου (βεβαίωση εν στενή εννοία), γεγονός, το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Μετά ταύτα, το Ελληνικό Δημόσιο υποκαταστάθηκε, εκ του νόμου, στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας έναντι τόσον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας όσον και του εγγυητή (ενάγοντος).
Έτσι, με αφετηρία το τέλος του έτους, κατά το οποίο έλαβε χώρα η ως άνω εν στενή εννοία βεβαίωση (ήτοι από 1-1-1992 και 1-1-1995), άρχισε η πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων του εναγόμενου κατά της ανωτέρω εταιρείας και του ενάγοντος, κατ' άρθρο 87 § 1 ν.δ. 321/1969. Ο Προϊστάμενος της ..., ως εκπρόσωπος του εναγομένου, υπέβαλε τις .../3-2-1991, .../13-10-1994 και .../16-1-1995 αναγγελίες των απαιτήσεων τούτου προς επαλήθευση στην πτώχευση της ως άνω εταιρείας, γεγονός, το οποίο δεν αμφισβητεί ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με συνέπεια τη διακοπή της ως άνω παραγραφής.
Το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός ενεργεί τόσον ως προς την πτωχεύσασα εταιρεία, όσον και κατά του ενάγοντος - εγγυητή. Εν τω μεταξύ, με την 1897/13-4-1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως. Το γεγονός αυτό δεν επέφερε, υπό τις προϊσχύουσες διατάξεις του Εμπορικού Νόμου, που προαναφέρονται, την περάτωση της πτωχεύσεως, ώστε να αρχίσει εκ νέου η (πενταετής) παραγραφή των επίδικων αξιώσεων, κατ' άρθρο 266 ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λοιπόν, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και, συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του ενάγοντος-εκκαλούντος είναι αβάσιμες. Οι ως άνω διατάξεις του Εμπορικού Νόμου, εξάλλου, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην πτώχευση της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, η οποία συνέχιζε να εκκρεμεί και μετά την έναρξη ισχύος του νέου πτωχευτικού κώδικα (16-9-2007), κατ' άρθρο 182 § 2 του ν. 3588/2007.
Η πτώχευση, όμως, της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας περατώθηκε, αυτοδικαίως, στις 28-11-2011, ήτοι μετά την πάροδο εικοσαετίας από την κήρυξή της, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της § 3 του άρθρου 182, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των §§ 2 και 3 του άρθρου 166 του ίδιου νόμου, που προαναφέρονται, όπως, κατ' ορθή κρίση, δέχθηκε και η εκκαλουμένη.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, παραπονούμενος κατ' αυτής, υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη της § 3 του άρθρου 166 του ν. 3588/2007 και να δεχθεί ότι η περάτωση της πτώχευσης επήλθε στις 28-11-2006, ήτοι μετά 15ετία από την κήρυξή της. Οι αιτιάσεις αυτές του εκκαλούντος είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται μόνον στις πτωχευτικές διαδικασίες, που άρχισαν μετά την έναρξη ισχύος του ν, 3588/2007 και διέπονται απ' αυτόν.
Αντίθετα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στις εκκρεμούσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου πτωχεύσεις, όπως αυτή της εταιρείας "... Α.Ε." - που, όπως προαναφέρεται, διέπεται από τις προϊσχύουσες διατάξεις του Εμπορικού Νόμου - έχει εφαρμογή, αποκλειστικά, η ειδική διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 182 του ν. 3588/2007, με την οποία αίρονται οι δυσμενείς συνέπειες και επιπτώσεις των επί μακρόν αδρανών πτωχεύσεων.
Από της άνω ημερομηνίας (28-11-2011) άρχισε εκ νέου η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων του εναγομένου κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και του ενάγοντος, η οποία είναι, πλέον, δεκαετής, εφόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από 1-1-1996, έπαυσε η ισχύς του ν.δ. 321/1969 και, έκτοτε, άρχισε να ισχύει και να εφαρμόζεται ο ν. 2362/1995, δεδομένου ότι μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή τους.
Με τα δεδομένα αυτά, οι επίδικες αξιώσεις του εναγομένου σε βάρος τόσον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας όσον και του ενάγοντος δεν είναι παραγεγραμμένες, αλλά ενεργείς και δικαστικά επιδιώξιμες. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία και πρέπει ν' αντικατασταθεί με την απόφαση αυτή, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εκκαλούντος κρίνονται ως αβάσιμες.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση έφεση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσία αβάσιμη...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και αφού δέχθηκε ότι: α) Η διάρκεια της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά του ήδη αναιρεσείοντος, είναι δεκαετής και όχι πενταετής, γιατί αυτές καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση του ως άνω άρθρου 65 του Ν. 2362/1995, δεδομένου ότι βεβαιώθηκαν στην αρμόδια ΔΟΥ στις 18-06-1991, 01-08-1994 και 01-11-1994 και δεν είχαν υποκύψει σε πενταετή παραγραφή την 01-01-1996, όταν άρχισε να ισχύει η ως άνω διάταξη, που επιμήκυνε την προθεσμία παραγραφής, των μη παραγεγραμμένων, μέχρι τότε, τέτοιας φύσεως αξιώσεων του Δημοσίου, από πενταετή σε δεκαετή.
β) Αυτή η δεκαετής προθεσμία παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, διακόπηκε με τις: .../3-2-1991, .../13-10-1994 και .../16-1-1995 αναγγελίες του στην πτώχευση της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, από τους εν λόγω χρόνους αυτών (αναγγελιών). γ) Η περάτωση της πτώχευσης της τελευταίας δεν επήλθε με την παύση των εργασιών της, στις 13-04-1994, αλλά στις 28-11-2011, δηλαδή, μετά την πάροδο εικοσαετίας, από την κήρυξή της, στις 28-11-1991, κατά τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 182 παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), με την οποία ορίζεται η περάτωση των εκκρεμών πτωχεύσεων, κατά την έναρξη της εφαρμογής του, στις 16-09-2007, όπως και η ένδικη.
δ) Η ως άνω δεκαετής προθεσμία παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, που διακόπηκε με τις προαναφεθείσες πτωχευτικές αναγγελίες του πρώτου στην ένδικη πτώχευση, άρχισε νέα διαδρομή, από τον ως άνω χρόνο περάτωσης της ένδικης πτώχευσης, δηλαδή από τις 28-11-2011. Και, ε) Η προθεσμία αυτή δεν είχε συμπληρωθεί (ούτε, καν, αρχίσει η διαδρομή της), κατά το χρόνο άσκησης της, από 28-09-2011, με αρ.
κατ. ...44/9245/29-09-2011, ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, με την οποίαν ο αναιρεσείων ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν οφείλονται, από αυτόν, στο αναιρεσίβλητο, γιατί είχαν υποκύψει στην πενταετή, όπως υποστηρίζει, παραγραφή. Απέρριψε, (το Εφετείο) στη συνέχεια, την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποίαν είχε απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω αγωγή, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους αναφερόμενους σ'αυτή κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι και εφαρμόστηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε παραβίασε, με την εφαρμογή (ειδικά) της ως άνω διατάξεως του άρθρου 65 του Ν. 2362/1995, τις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25.
Επομένως, αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι, όπως και ο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου των προσθέτων λόγων, μοναδικός και συμπληρωματικός των ως άνω αναιρετικών λόγων, πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Αναφορικά, τέλος, με την προβαλλομένη, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με τον πρόσθετο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ένσταση του αναιρεσείοντος περί της επιγενόμενης, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, η οποία, όπως αυτός ισχυρίζεται, συμπληρώθηκε στις 28-11-2016, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Από τα άρθρα 552 και 553 § 1 του ΚΠολΔ, κατά τα οποία αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών και τελεσιδίκων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας για τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ιδίου Κώδικα, περιοριστικώς, λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς το άρθρο 562 παρ. 2 αυτού, κατά το οποίο είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η προβολή ενώπιον του Αρείου Πάγου ενστάσεων, που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς της επιδίκου απαιτήσεως, είτε αυτοί γεννήθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είτε προϋπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, διότι ο Άρειος Πάγος δικάζει όχι την υπόθεση, αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση όπως αυτή διεξήχθη ενώπιον του ουσιαστικού δικαστηρίου, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων, περί των οποίων δεν κλήθηκε να κρίνει τούτο (ΑΠ 1761/2005, ΑΠ 605/1995).
Επομένως, η ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος, που διατυπώθηκε, για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, με τους προσθέτους λόγους της αναίρεσής του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙV. Αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός και πρόσθετος λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, για αναίρεση των αποφάσεων: α) 2347/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, β) 2263/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε το τελευταίο, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2015 αίτηση και τους από 20/02/2019 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση των αποφάσεων: α) 2347/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, β) 2263/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ