Legislator Case Law & Legislation
792/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax seizure auction costs allocation due to insufficient factual clarification by lower court.

Case Number 792/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a First Instance Court decision regarding the allocation of costs in a tax enforcement auction. The State argued the lower court failed to clarify whether the taxpayer had filed specific tax protests and why the State was not granted priority status in the auction distribution. Consequently, the Court annulled the contested portion of the lower court's judgment and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932, 971, 975 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a lower court decision allocating enforcement costs is void if it fails to substantiate the factual basis regarding pending tax protests or the priority status of the State in the distribution of auction proceeds.

Keywords

AI generated
tax enforcement auction enforcement costs allocation State priority status tax protest filing Supreme Court annulment remittal for retrial civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 932, 971 and 975 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 792 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 792/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει επίσης στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τους Προϊσταμένους της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και Ν. Μουδανιών, κατοίκους Θεσσαλονίκης και Μουδανιών, αντίστοιχα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία -Λουΐζα Μπακαλάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε α) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-1-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νούσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30-10-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24568/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1104/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 932, 971 και 975 του ΚΠολΔ, από το πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό αναγκαστικώς κατασχεμένων ακινήτων, προαφαιρούνται, προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, όλα τα έξοδα εκτελέσεως. Σ' αυτά, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, περιλαμβάνονται οι δαπάνες, που γίνονται για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος όλων των δανειστών και αφορούν τη προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, την κατάσχεση, τη συντήρηση του κατασχεθέντος, τον πλειστηριασμό και την κατάταξη, δηλαδή όλες οι δαπάνες, που είναι αναγκαίες για τη διεξαγωγή της όλης εκτελεστικής διαδικασίας από τα πρώτα έξοδα για τη λήψη απογράφου, μέχρι την αποπεράτωσή της.

Επομένως, έξοδα εκτελέσεως, τα οποία, κατά τις παραπάνω διατάξεις, προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, είναι εκείνα με τα οποία η εκτέλεση ήχθη σε πέρας με πλειστηριασμό, αφού η προαφαίρεση γίνεται από το πλειστηρίασμα, που προέκυψε από την εκτέλεση, όχι δε και τα έξοδα εκτελέσεως η οποία δεν ολοκληρώθηκε με πλειστηριασμό ή εγκαταλείφθηκε και έτσι δεν απέδωσε πλειστηρίασμα, από το οποίο και μόνον προαφαιρούνται, κατά τα ανωτέρω, και τα έξοδα.

Επομένως, και στην περίπτωση κατασχέσεως, βάσει ενιαίας - κοινής εκθέσεως, περισσοτέρων ακινήτων, για ορισμένα από τα οποία δεν ολοκληρώθηκε η εκτέλεση με πλειστηριασμό, τα έξοδα εκτελέσεως που αφορούν τα ακίνητα αυτά δεν θα αφαιρεθούν από το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό των λοιπών ακινήτων (ΑΠ 238/2006).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι αυτή του άρθρου 536 ΚΠολΔ (ΑΠ 394/2002), είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο της ανακοπής του κατά του ένδικου πίνακα κατατάξεως, σύμφωνα με τον οποίο στα έξοδα του δικαστικού επιμελητή, που προαφαιρέθηκαν, περιλαμβάνονταν κατά ένα μέρος και έξοδα που αφορούσαν συγκατασχεθέν με την ίδια (ενιαία) έκθεση κατασχέσεως ακίνητο του οφειλέτη, ως προς το οποίο όμως δεν ακολούθησε πλειστηριασμός, με τις παραδοχές ότι "δεν αποδείχθηκε ότι στα έξοδα αυτά περιλαμβάνεται ο,τιδήποτε αφορούσε αποκλειστικά το μη εκπλειστηριασθέν ακίνητο".

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, "κρίνοντας ότι οι διαλαμβανόμενοι στην ανακοπή της ισχυρισμοί ήταν αναπόδεικτοι", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 932, 971 και 975 ΚΠολΔ, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει σε τί συνίσταται το ερμηνευτικό σφάλμα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων του Εφετείου ότι στα ένδικα έξοδα εκτελέσεως δεν περιλαμβάνονταν "ο,τιδήποτε αφορούσε αποκλειστικά το μη εκπλειστηριασθέν ακίνητο". Τέλος, η εμπεριεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο (κρίνοντας ότι ο λόγος αυτής της ανακοπής του αναιρεσείοντος δεν ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμος) δεν εξαφάνισε την εκκαλούμενη αλλά απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, πρωτίστως είναι απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με την κρίση του αυτή, εξάλλου, το Εφετείο δεν κατέστησε επιβλαβέστερη τη θέση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, αφού περιορίστηκε στην απόρριψη του ως άνω λόγου εφέσεως και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση για να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το λόγο της ανακοπής, για τον οποίο έτσι παραμένει ισχυρή η κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως ότι είναι μη νόμιμος, κρίση ευμενέστερη εκείνης περί ουσιαστικής αβασιμότητας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο λόγος της ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής με σκοπό την αποβολή άλλου, που κατετάγη, και την αντίστοιχη κατάταξη αυτού στη θέση του, μπορεί να συνίσταται και σε μόνη την άρνηση της απαίτησης του καταταγέντος ή του προνομιακού χαρακτήρα της, οπότε ο καθού η ανακοπή φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης των γενεσιουργών της απαίτησής του γεγονότων, καθώς και εκείνων που προσδίνουν σ` αυτή προνομιακό χαρακτήρα, γιατί διαφορετικά (δηλαδή αν ο καθού η ανακοπή δεν επικαλεσθεί κατά την πρώτη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τρόπο σαφή και ορισμένο αυτά τα γεγονότα ή δεν τα αποδείξει) γίνεται δεκτή η ανακοπή (ΑΠ 1441/2017, ΑΠ ...8/2011).

Υπό την ισχύ του προγενεστέρου των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) νομοθετικού καθεστώτος, που εφαρμόζεται εν προκειμένω (άρθρα 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 7 του ν.δ/τος 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", ως ίσχυαν), προβλεπόταν, ως όρος νομιμότητας για τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλέτου του Δημοσίου, η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση του χρέους, δηλαδή η καταχώρισή του στο οικείο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων, διενεργούμενη μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά του νομίμου τίτλου ή την απόρριψη της ασκηθείσης κατ' αυτού προσφυγής.

Ήδη, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4174/2013 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, "Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα πραγματοποιείται δυνάμει εκτελεστού τίτλου." Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, Εκτελεστοί τίτλοι από το νόμο είναι:

α) στην περίπτωση άμεσου προσδιορισμού φόρου, ο προσδιορισμός του φόρου, όπως προκύπτει ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης,

β) στην περίπτωση διοικητικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προσδιορισμού του φόρου,

γ) στην περίπτωση εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, η πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου,

δ) στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου,

ε) στην περίπτωση προληπτικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προληπτικού προσδιορισμού του φόρου,

στ) σε περίπτωση έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης, η απόφαση αυτή,

ζ) σε περίπτωση επιβολής προστίμων οι αντίστοιχες πράξεις,

η) σε περίπτωση ενδικοφανούς προσφυγής, η απόφαση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης,

θ) σε περίπτωση Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού, η απόφαση Αμοιβαίου Διακανονισμού". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι ως άνω διοικητικές πράξεις για τη βεβαίωση οφειλής στο Δημόσιο Ταμείο, ως τίτλοι εκτελεστοί, αποτελούν πλήρη απόδειξη για την ύπαρξη της απαιτήσεως του Δημοσίου έναντι του οφειλέτη, όχι όμως και έναντι τρίτων, οι οποίοι αμφισβητούν με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, την στηριζόμενη στην ως άνω βεβαίωση της απαιτήσεως του Δημοσίου, για την οποία απαίτηση το τελευταίο αναγγέλθηκε σε διενεργηθέντα με επιμέλεια άλλου δανειστή και με διαφορετικό εκτελεστό τίτλο πλειστηριασμό κατά του ίδιου οφειλέτη (πρβλ ΑΠ ...8/2011, ΑΠ 1353/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ.1 εδ. β' του ΚΕΔΕ, με την προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο αυτού ανακοπή στα πλαίσια διοικητικής εκτελέσεως, επιτρέπεται η ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου προβολή "πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου".

Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εάν ο θιγόμενος από την εκτέλεση απαιτήσεως του Δημοσίου για φόρους δεν έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απαίτηση αυτή ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου ή διοικητικής επιτροπής, όπως όταν είναι τρίτος στην αντίστοιχη έννομη σχέση, τότε μπορεί ασκώντας ανακοπή στα πλαίσια της επισπευδόμενης εκτέλεσης ενώπιον των διοικητικών ή πολιτικών δικαστηρίων, ανάλογα με το είδος της δίκης που εισάγεται με την ανακοπή, να ζητήσει τον έλεγχο της απαιτήσεως του Δημοσίου, ο οποίος τότε γίνεται παρεμπιπτόντως, αρκεί να μην έχει εκδοθεί επί της απαιτήσεως αυτής τελεσίδικη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εν προκειμένω, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με τη συνεκδικασθείσα ανακοπή της (κατά του ιδίου ως άνω πίνακα κατατάξεως) ζήτησε την υπέρ αυτής μεταρρύθμιση του πίνακα με την αποβολή του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου αφενός επικαλούμενη την αοριστία της αναγγελίας των από φόρους απαιτήσεων του τελευταίου και αφετέρου αρνούμενη τη βασιμότητα και τον προνομιακό χαρακτήρα αυτών.

Επί της ανακοπής αυτής το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση του Κ. Τ. του Σ. και προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά του Ι. Γ. του Δ., με βάση την υπ' αριθ. ...22/2006 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ποσού 26.802,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, κατασχέθηκε αναγκαστικά η ακίνητη περιουσία του ανωτέρω οφειλέτη, αποτελούμενη από ...,συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθ.

….80/24-7-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Κ.... Με την υπ' αριθ. ...89/25-1-2008 πράξη της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Μ. Ά. περί συνέχισης του πλειστηριασμού, επί τη βάσει της προαναφερθείσας κατασχετήριας έκθεσης, από την ανακόπτουσα...

ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", και προς ικανοποίηση απαίτησής της κατά του καθ' ου η εκτέλεση, ύψους 1.554.397,01 ευρώ, με βάση την υπ' αριθ. …98/2006 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός των προαναφερθέντων υπό στοιχ. α' και β' ακινήτων στις 25-6-2008, αντί επιτευχθέντος πλειστηριάσματος ύψους 125.000,00 ευρώ για το υπό στοιχ.

α' ακίνητο και ύψους 130.000,00 ευρώ για το υπό στοιχ. β' ακίνητο, συντάχθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθ. ….48/25-6-2008 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακίνητης περιουσίας της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, μεταξύ άλλων, οι απαιτήσεις: α1)Του ...Ελληνικού Δημοσίου, δια της Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, ποσού 13.033.113,74 ευρώ, που αφορά οφειλές του καθ' ου η προκείμενη αναγκαστική εκτέλεση κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε., όπως αυτές προκύπτουν από τον επισυναπτόμενο στην υπ' αριθ. πρωτ. ...69/363/24-6-2008 αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου Πίνακα Χρεών, α2) Του ... Ελληνικού Δημοσίου, διά της Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, ποσού 830.440,81 ευρώ, που αφορά οφειλές του καθ' ου η προκείμενη αναγκαστική εκτέλεση κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε., όπως αυτές προκύπτουν από τον επισυναπτόμενο στην υπ' αριθ.

Ειδ. Βιβλ. 67/26-6-2008 αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου Πίνακα Χρεών, και β) της ανακόπτουσας ...επισπεύδουσας δανείστριας τράπεζας, με την από 22-1-2008 αναγγελία της, ποσού 1.554.397,01 ευρώ, που απορρέει από την προαναφερθείσα ' υπ' αριθ. 39498/2006 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...

Για την εξασφάλιση της ανωτέρω απαίτησής της η ανακόπτουσα πιστώτρια εταιρία ενέγραψε με βάση την προαναφερθείσα Διαταγή Πληρωμής, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου …. επί του υπό στοιχ. α' προαναφερθέντος κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος ακινήτου: 1) στις 17-11-2006 προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 60.000,00 ευρώ, ...

και 2)στις 29-11-2006 προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 40.000,00 ευρώ, ... και επί του υπό στοιχ. β' προαναφερθέντος κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος ακινήτου: 1) στις 17-11-2006 προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 60.000,00 ευρώ, ... και 2)στις 29-11-2006 προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 40.000,00 ευρώ... Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα συνολικού ποσού 255.000,00 ευρώ δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, η παραπάνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 24449/11-9-2008 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο προαφαίρεσε ως έξοδα το συνολικό ποσό των 7.023, 07 ευρώ...

στο εναπομείναν, μετά την αφαίρεση των ως άνω εξόδων εκτελέσεως, ποσό του πλειστηριάσματος, ύψους 247.976,93 ευρώ, κατέταξε, μεταξύ άλλων: α) Τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 77.066,31 ευρώ προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής της, β)Τη Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 4.910,49 ευρώ προς μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής της, ενώ την ανακόπτουσα τραπεζική εταιρία δεν κατέταξε......

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αναγγελίες του Ελληνικού Δημοσίου περιείχαν όλα τα απαιτούμενα... στοιχεία, που επέτρεπαν στην Τράπεζα Πειραιώς να αμυνθεί και στο δικαστήριο να κρίνει επί της βασιμότητας ή μη αυτών. Ειδικότερα, στις αναγγελίες αυτές αναγράφεται το συνολικό ποσό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, και ότι αυτές είναι προνομιακές, κατά το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, ενώ στους πίνακες απαιτήσεων (χρεών) που παρατίθενται και ενσωματώνονται τόσο στις αναγγελίες, αναγράφεται ότι οι απαιτήσεις αυτές είναι ληξιπρόθεσμες, κατ' άρθρο 5 του ΚΕΔΕ, το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη, ο Α.Φ.Μ.

αυτού, ο αριθμός και ο χρόνος βεβαίωσης του κάθε χρέους και το οικονομικό έτος στο οποίο ανάγονται, η ιδιότητα με βάση την οποία οφείλει, ως Διευθύνων Σύμβουλος για τα Ν.Π. με Α.Φ.Μ. ...928, ...379 και ...418 για τις απαιτήσεις της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Ν.Π. με Α.Φ.Μ. ...379 για τις απαιτήσεις της Δ.Ο.Υ.

Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής και το είδος και το ποσό του κάθε χρέους κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις, που περιγράφονται είτε ολογράφως, είτε με ευχερώς αναγνωρίσιμη συντομογραφία, όπως "ΛΟΙΠΟΙ ΕΜΜΕΣΟΙ ΠΟΛ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗ", "Φ.Π.Α. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒ", "Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΦΥΓΗ", "Φ.Μ.Α.Π.", "Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΦΥΓΗ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΦΠΑ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ.

ΠΡΟΣ", "Ε.Δ.Ε. ΕΞΟΔΑ Δ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΔΙ", για τα 65 συνολικά χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, ποσού 13.033.133,74 ευρώ και "ΕΙΣΟΔΗΜΑ Ν.Π. ΠΡΟ", "Φ.Π.Α. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΟΡΙΣΤΙΚΗ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΟΑ 1144/9", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΥΠ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ", "ΛΟΙΠΟΙ ΦΟΡΟΙ ΕΙΔΙΚΟ", "Ε.Δ.Ε. ΕΞΟΔΑ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ Δ", "ΜΙΣΘΩΜΑΤΑ ΑΚΙΝΗΤΗΣ", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΥΠ.

ΕΡΓΑΣΙΑΣ", "ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΦΟΡΟΙ", "ΥΠΕΡΑΞΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", "Φ.Μ.Α.Π.", "ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ. ΠΡΟ", "Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΦΥΓΗ", "ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗ", "Φ.Π.Α. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠ", για τα 50 συνολικά χρέη προς τη Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, ποσού 830.440,81 ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο οι αναγγελίες του Ελληνικού Δημοσίου ήταν πλήρως ορισμένες, καθόσον στο δικόγραφο αυτών εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτησή του πραγματικά περιστατικά, περιέχουν δε όλα τα προσδιοριστικά αυτής στοιχεία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, και ο αντίθετος ισχυρισμός της ανακόπτουσας στην υπό στοιχείο Β ανακοπή-εφεσίβλητης είναι αβάσιμος.

Ωστόσο, τις απαιτήσεις αυτές του Ελληνικού Δημοσίου αμφισβήτησε παραδεκτά η ανακόπτουσα Τράπεζα Πειραιώς με τον

λόγο της .. ανακοπής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τον οποίο και επαναφέρει με τις προτάσεις της στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εφεσίβλητη, τα οποία [Δικαστήρια] έχουν δικαιοδοσία να ερευνήσουν το ζήτημα αυτό παρεμπιπτόντως, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ένδικη ανακοπή της κατά του πίνακα κατάταξης, ενόψει του ότι η ανακόπτουσα στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στο διοικητικό δικαστήριο...

και συνεπώς έφερε το Ελληνικό Δημόσιο το βάρος απόδειξης αυτών. Με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο προσδιόρισε σε ποιό νομικό πρόσωπο αντιστοιχούσε ο καθένας Α.Φ.Μ. και συγκεκριμένα: ο Α.Φ.Μ. ...928 στην εταιρία με την επωνυμία "....", ο Α.Φ.Μ. ...379 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και ο Α.Φ.Μ. ...418 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.". Προσδιόρισε επίσης το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έφερε την προσωπική ευθύνη ο καθ' ου η εκτέλεση Ι. Γ. του Δ. για τα χρέη των άνω εταιρειών, ως εκ της ιδιότητάς του, του διευθύνοντος συμβούλου και αντιπροέδρου του Δ. Σ. αυτών. Ωστόσο, δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε ότι έχει κριθεί η νομιμότητα των καταλογιστών αυτών πράξεων, ούτε καν προσκόμισε κάποια απόφαση για τις προσφυγές που έχουν ασκηθεί επί χρεών ύψους 6.324.920,00 ευρώ, χωρίς προσαυξήσεις, προς τη Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και επί χρεών ύψους 431.405,00 ευρώ, χωρίς προσαυξήσεις, προς τη Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, για να ερευνηθεί ακολούθως αν υφίσταται πράγματι η πρόσθετη προσωπική υποχρέωση του Ι. Γ. του Δ. για τα άνω χρέη, μετά την αμφισβήτησή τους εκ μέρους της ανακόπτουσας ... με την.. ανακοπή της, κατά τη συζήτηση της ως άνω ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μέχρι την οποία ήταν δυνατή η επίκληση αυτών και η προσκόμιση οποιουδήποτε στοιχείου για την απόδειξή τους..." Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε βάσιμο το λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και μεταρρυθμίζοντας τον πίνακα με την αποβολή του αναιρεσείοντος, στη θέση του οποίου κατέταξε την αναιρεσίβλητη.

Με τις παραδοχές και κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και κατέστησε έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της βασιμότητας των απαιτήσεων από φόρους που ανήγγειλε το αναιρεσείον Δημόσιο, με αποτέλεσμα να παραβιάσει εκ πλαγίου τις, αναφερόμενες στη νομική σκέψη, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 585, 933, 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 7 του ν.δ/τος 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", ως ίσχυαν πριν τροποποιηθούν με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013).

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι το αναιρεσείον Δημόσιο ανήγγειλε με επαρκή σαφήνεια ότι οι κατά του οφειλέτη Ι. Γ. απαιτήσεις του είναι βεβαιωμένοι και ληξιπρόθεσμοι φόροι, που όφειλαν τα νομικά πρόσωπα "...", "..." και "... ΑΕ", των οποίων νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος και αντιπρόεδρος) ήταν ο οφειλέτης Ι.

Γούμενος, με αποτέλεσμα (κατά τις ισχύουσες τότε διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3 του ν. 2238/2000 και 115 παρ. 1 ν. 2238/1994, ήδη άρθρο 50 ν. 4174/2013) να ευθύνεται και αυτός προσωπικά εις ολόκληρον και αλληλέγγυα με τα ως άνω νομικά πρόσωπα, λόγο για τον οποίο οι ως άνω φόροι καταλογίσθηκαν και σ' αυτόν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε "ότι έχει κριθεί η νομιμότητα των καταλογιστών αυτών πράξεων, ούτε καν (το Δημόσιο) προσκόμισε κάποια απόφαση για τις προσφυγές που έχουν ασκηθεί επί χρεών ύψους 6.324.920,00 ευρώ, χωρίς προσαυξήσεις, προς τη Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και επί χρεών ύψους 431.405,00 ευρώ, χωρίς προσαυξήσεις, προς τη Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής, για να ερευνηθεί ακολούθως αν υφίσταται πράγματι η πρόσθετη προσωπική υποχρέωση του Ι. Γ. του Δ. για τα άνω χρέη". Ωστόσο, παραλείπει να προσδιορίσει, σε τι ακριβώς έγκειται, μετά τις διευκρινίσεις του Δημοσίου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ειδικότερη αμφισβήτηση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, πέραν της αρχικής γενικής αμφισβήτησης, αναφορικά με τη νομιμότητα και βασιμότητα των βεβαιωθέντων χρεών του οφειλέτη Ι.

Γούμενου από φόρους (όπως είχε δικαίωμα να πράξει ως τρίτη μη νομιμοποιούμενη να προσβάλλει τον κατά του οφειλέτη διοικητικό εκτελεστό τίτλο), ώστε η συγκεκριμένη αυτή αμφισβήτηση να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από το πολιτικό δικαστήριο. Ούτε διασαφηνίζει επακριβώς αν κατά των βεβαιωθεισών οφειλών ή έστω μερικών απ' αυτές ασκήθηκε πράγματι προσφυγή από κάποιον (συν)οφειλέτη στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, με ποιο λόγο και ποιο το δικαστικό αποτέλεσμα.

Τέλος, ενώ κάνει την (έστω αόριστη) αναφορά "για τις προσφυγές που έχουν ασκηθεί επί χρεών ύψους 6.324.920,00 ευρώ, χωρίς προσαυξήσεις, προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και επί χρεών ύψους 431.405,00 ευρώ, χωρίς προσαυξήσεις, προς τη Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής", δηλαδή ενώ κάνει λόγο για αμφισβήτηση με προσφυγές φόρων συνολικού ποσού 6.756.325 ευρώ (6.324.920+431.405), εν τούτοις δεν εξηγεί γιατί το αναιρεσείον Δημόσιο δεν έπρεπε να καταταγεί προνομιακά στο πλειστηρίασμα των 255.000 ευρώ για το υπόλοιπο των απαιτήσεών του ύψους 4.065.038,35 ευρώ από τους λοιπούς αναγγελθέντες φόρους της Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Θεσσαλονίκης όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής που δεν έχουν αμφισβητηθεί με προσφυγή, δεδομένου η αναγγελία έγινε συνολικά για φόρους και προσαυξήσεις 13.863.554,54 ευρώ (13.033.113,74 η Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και 830.440,80 η Δ.Ο.Υ. Μουδανιών).

Συνεπώς είναι βάσιμη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετική αναιρετική αιτίαση του Ελληνικού Δημοσίου, εμπεριεχόμενη στο δεύτερο λόγο τη αιτήσεως, όπως συμπληρώνεται κατά τις άνω ελλείψεις και ασάφειες στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην από 30.10.2008 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της, στα όρια όμως του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1104/2017 απόφαση του Mονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην από 30.10.2008 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτή που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ