Appeal dismissed; court upheld lower court's rejection of appeal against payment order due to procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company in special liquidation against a payment order issued in a commercial dispute. The lower court found the appeal inadmissible because the payment order was based on documents failing to directly prove the debt or its satisfaction. The court ruled that the second ground of inadmissibility raised by the appellant was unfounded and correctly applied the law, rejecting the appeal in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a payment order is inadmissible if the order is issued based on documents that do not directly prove the existence or satisfaction of the claim, regardless of other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 792 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 792/2018
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστική - Γεωργική - Εξαγωγική Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στο Δήμο …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία τελεί σε ειδική εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολαΐδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….. της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1039/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8914/2001 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 22-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-11-2004 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 8914/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 24-1-2001 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1039/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-7-1997 ανακοπή της κατά της υπ' αριθμ. 2187/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένυνται, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρξει.
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των μερών δεν επιδιώκονται μεμονωμένα, χάνουν την αυτοτέλεια τους με την καταχώριση στο λογαριασμό, και τελικά το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών, που υπόκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 249 του ΑΚ εικοσαετή παραγραφή και όχι στην πενταετή, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 250 αριθμ. 1 του ΑΚ, στην οποία υπόκεινται όχι όλες οι αξιώσεις μεταξύ εμπόρων, αλλά εκείνες μόνο, που έχουν ως περιεχόμενο την καταβολή τιμήματος για χορηγηθέντα εμπορεύματα ή την καταβολή ανταλλάγματος για την εκτέλεση εργασιών και την επιμέλεια αλλότριων υποθέσεων (ΑΠ 248/2014).
Περαιτέρω, η, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη, με την ανακοπή, δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής.
Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής. Ειδικότερα, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα, για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και αν αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, γιατί έναντι των εν λόγω διατάξεων, κατισχύει ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση και δεν είναι επιτρεπτό να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζομένου στην ανωτέρω διάταξη, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης ή εκείνο των πρόσθετων λόγων έφεσης (ΑΠ 50/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 14 ΚΠολΔ αιτίαση, καθόσον το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον περί παραγραφής των τόκων μετά το οριστικό κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού ισχυρισμό της.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν διευκρινίζεται στην ένδικη ανακοπή ποιους τόκους αφορά ο λόγος αυτός, ήτοι εκείνους που έχουν ενσωματωθεί στο οριστικό κατάλοιπο ή όσους έχουν παραχθεί μετά το οριστικό κλείσιμο ήτοι τους τόκους υπερημερίας και ότι αν ήθελε θεωρηθεί, ότι ο λόγος αυτός αφορά τους τόκους υπερημερίας μετά το οριστικό κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού, ο οποίος απαραδέκτως επιχειρείται να διευκρινισθεί με τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης, αφού ο λόγος της έφεσης είναι απαράδεκτος, αν δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος ανακοπής και πάλι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται το ύψος των τόκων αυτών, ήτοι ποιο ποσό τόκων έχει παραγραφεί και έτσι δεν παρέχεται δυνατότητα άμυνας στην καθ'ης η ανακοπή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 1413/2010). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την ...1969 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη στην Αθήνα μεταξύ των διαδίκων, η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, χορήγησε στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 34.800.000 δραχμών, η οποία, δια μεταγενεστέρων αυξητικών συμβάσεων, αυξήθηκε στο ποσό των 280.000.000 δραχμών.
Με τον όρο 5 της συμβάσεως, ορίσθηκε ότι η εκ του οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως προκύπτουσα οφειλή του πιστούχου προς την Τράπεζα "αποδεικνύεται και εξ αποσπάσματος των βιβλίων της, εξηγμένου υπ' αυτής και εμφαίνουσες την από της τελευταίας αναγνωρίσεως του πιστούχου και εφεξής κίνησή του ή των οικείων της πιστώσεως λογαριασμών.
Το απόσπασμα τούτο αναγνωρίζεται από τούδε υπό του πιστούχου, ότι αποτελεί πλήρη απόδειξιν της απαιτήσεως ταύτης της Τραπέζης κατά του πιστούχου". Η πιστούχος ανακόπτουσα έκανε χρήση της ανωτέρω πίστωσης και για την εξυπηρέτησή της τηρήθηκαν οι ... λογαριασμοί, οι οποίοι, την 15-6-1991, εμφάνισαν χρεωστικά υπόλοιπα 242.588.114, 375.342.331, 140.426.539 και 278.864.003 δραχμών, αντίστοιχα, τα οποία, με τις από 30-6-1991 αντίστοιχες επιστολές της προς την πιστώτρια Τράπεζα, αναγνώρισε η ανακόπτουσα ανεπιφύλακτα.
Την 26-7-1991, η πιστώτρια Τράπεζα έκλεισε οριστικά τους Λογαριασμούς αυτούς και τα, κατά την ημερομηνία αυτή, χρεωστικά σε βάρος της ανακόπτουσας υπόλοιπα, εκ δραχμών 252.398.795, 386.726.003, 144.515.146 και 288.269.310, τα μετέφερε, τα δύο πρώτα, στον 306612-6 και, τα δύο τελευταία, στον ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, εκ των οποίων ο πρώτος, την 18-2- 1994, εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της ανακόπτουσας 614.801.161 δραχμών και ο δεύτερος την 16-12-1991 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της ανακόπτουσας 486.980.232 δραχμών, δηλαδή συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 1.101.781.393 δραχμών.
Έτσι, λοιπόν, για το ποσό αυτό των 1.101.781.393 δραχμών, μετά από αίτηση της καθ'ης η ανακοπή, εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, με την οποία η ανακόπτουσα διατάσσεται να καταβάλει στην καθ'ης η ανακοπή το ποσό αυτό, νομιμοτόκως, κατά τα εις αυτήν αναφερόμενα. Με τον πρώτο λόγω της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής (οριστικό κατάλοιπο), παρεγράφη λόγω παρελεύσεως πενταετίας, τουλάχιστον δε παρεγράφη η απαίτηση των τόκων.
Με την εκκαλουμένη ορθώς απορρίφθηκε ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του (παραγραφή του οριστικού καταλοίπου), καθόσον η απαίτηση του καταλοίπου του οριστικώς κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού είναι νέα απαίτηση και υπόκειται, ως ελέχθη, σε εικοσαετή παραγραφή, από δε την 26-7-1991 (οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών) μέχρι την 3-7-1997 που επιδόθηκε σε αυτήν (ανακόπτουσα) η διαταγή αυτή πληρωμής, δεν παρήλθε εικοσαετία.
Με την εκκαλουμένη, απορρίφθηκε ο λόγος αυτός της ανακοπής και κατά το δεύτερο σκέλος του (παραγραφή των τόκων) ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, ως απαράδεκτος, (καθόσον δεν διευκρινίζεται στην ένδικη ανακοπή ποιους τόκους αφορά ο λόγος αυτός, ήτοι εκείνους που έχουν ενσωματωθεί στο οριστικό κατάλοιπο ή τους μετά το οριστικό κλείσιμο τοιούτους ήτοι τους τόκους υπερημερίας.
Εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός αφορά τους τόκους υπερημερίας μετά το οριστικό κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού (τεσσάρων λογαριασμών εν προκειμένω), ο οποίος απαραδέκτως επιχειρείται να διευκρινισθεί με τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης, αφού ο λόγος της έφεσης είναι απαράδεκτος αν δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος ανακοπής....
και πάλι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν ορίζονται καθ' ύψος (ποσό) οι τόκοι αυτοί, ήτοι ποιο ποσό τόκων έχει παραγραφεί και έτσι δεν παρέχεται δυνατότητα άμυνας στην καθ'ης η ανακοπή...... Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, μόνο 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον περί παραγραφής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση (προδήλως και ως προς τα υποκείμενά της) και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ, κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί, μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, που οφείλεται είναι ορισμένο (δηλαδή εκκαθαρισμένο).
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ή αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη χρηματική απαίτηση εξαρτάται από αναβλητική αίρεση και ο δανειστής δεν αποδεικνύει εγγράφως, με το ίδιο το κατ' άρθρο 623 έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού), την πλήρωση της αιρέσεως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως ή της πληρώσεως της αιρέσεως και της δυνατότητας αποδείξεως τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Με την ανακοπή, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοσή της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε ή της μη έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης της αίρεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1503/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, εκτός άλλων και τα εξής: "...από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν και αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής και τα οποία προσκομίζονται και δη τα από 1-4-1996 αποσπάσματα, από τα εμπορικά βιβλία της καθ'ης η ανακοπή των ανωτέρω τεσσάρων λογαριασμών της πίστωσης αυτής, τα οποία εμφανίζουν την κίνηση αυτών από τότε (15-6-1991) που η ανακόπτουσα αναγνώρισε τα χρεωστικά σε βάρος της υπόλοιπα και τα αποσπάσματα των άνω λογαριασμών οριστικής καθυστέρησης προκύπτει, το οριστικό κλείσιμο των άνω λογαριασμών και το συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Έτσι λοιπόν, η απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και αποδεικνύεται από όλα τα άνω έγγραφα. Το γεγονός ότι η καθ'ης η ανακοπή δεν αξίωσε να της επιδικασθούν και οι τόκοι μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, με τους οποίους δεν χρέωσε τους λογαριασμούς και τους οποίους επιφυλάχθηκε να αναζητήσει στο μέλλον, δεν καθιστά την άνω απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή αβέβαιη και υπό αίρεση...".
Έτσι έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και όχι 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 5-10-2015 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2004 αίτηση αναίρεσης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου