Supreme Court allows appeal against insurance liability verdict due to insufficient factual findings on causation and contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding insurance liability for a traffic accident. The court found the lower court's judgment insufficient because it failed to clarify how the truck's overloading specifically caused the driver's 20% liability or prevented necessary evasive maneuvers. Consequently, the appeal was granted in part, the case was remitted for retrial, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299, 573, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if it fails to substantiate the causal link between specific facts and the allocation of liability percentages in a tort case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 792 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 792/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Αν. Ασφ. Εταιρία, νέα επωνυμία της ALLIANZ ΑΕΓΑ, μετά νόμιμης τροποποίησης, νομίμως εκπροσωπούμενης, εδρεύουσας στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Κοπακάκη και κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου ως προς τον 13ο των αναιρεσιβλήτων Λέοντα Κωνσταντίνου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Χ. Π., συζ. Λ., 2. Ε. Χ. Λ., 3. Ε. Π., Ν. Π., Κ. Π., Ν. -Χ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος, 4. Ε. συζ. Χ. Π., όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5. Δ. Ζ. Β., 6. Σ. συζ. Δ. Β., 7. Ε. Β., 8. Χ. Β., εκπροσωπούμενων των υπό στοιχεία 7 και 8, ως ανηλίκων, από τους ασκούντας την γονική μέριμνα γονείς των Δ. και Σ. Β., 9. Ε. Κ. χήρας Ζ. Β., 10. Χ. Α. Δ., 11. Γ. Κ. συζ. Χ. Δ., κατοίκων ... των υπό στοιχεία 1-9 και Αμφιθέας των υπό στοιχεία 10-11, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαου Ζέρβα και κατέθεσαν προτάσεις. 12. Χ. Κ. Λ. και 13. Κ. Α. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-8-2004 και 23-6-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 30-8-2004 και 23-6-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, οι αποφάσεις:7/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2009 του Εφετείου Αθηνών ( Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 26-1-2011 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 περ. α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 5ου,6ου,7ου,8ου,9ου,10ου και 11ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), πριν προχωρήσει αυτό στην προφορική συζήτησή της. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, εκπροσωπούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Εμμανουήλ Κοπανάκη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δημόσια συνεδρίασή του και κατά τη συζήτηση της από 13-5-2009 αίτησή της για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), δήλωσε ότι, δυνάμει της ειδικής εντολής που δόθηκε σ' αυτόν από την εντολέα του αναιρεσείουσα με το υπ' αριθμ. .../25-1-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Φλωρά-Ψάρρη, παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης της ως προς τον αναιρεσίβλητο Κ. Λ. του Α. (τελευταίου των αναιρεσιβλήτων), η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί πως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς τον αναιρεσίβλητο Κ. Λ. του Α., ο οποίος δεν παραιτήθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ως άνω συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμ. 5550, 5549, 5548, 5547, 5546, 5545 και 5544/17-9-2010 και 5564/21-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ...
προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου (4.2.2011) και κλήση για εμφάνιση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, Πέμπτη και δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν γη υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής, μετά νόμιμη αναβολή από την ως άνω αρχικά ορισμένη δικάσιμο.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων (άρθρα 575 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της, ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά Τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που αποτελεί αντικείμενο έρευνας της παρούσας αναιρετικής δίκης, δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-10-2003 περί ώρα 8:45 π.μ. στο 1° χιλιόμετρο της οδού Πούρνου - Πισσώνα στη νήσο Εύβοια, ο Κ.
Λ. οδηγούσε με συνοδηγό (στο πίσω κάθισμα) το Ζ. Β., τη δίκυκλη μοτ/τα με αριθμό κυκλ. ... με κατεύθυνση προς Πούρνο. Προπορευόταν οδηγώντας επίσης δίκυκλη μοτ/τα με τον ίδιο προορισμό ο συνάδελφος στη βιομηχανία αλλαντικών, που εργαζόταν ο Λ. στο Πούρνο, Γ. Κ.. Στο σημείο εκείνο, για τα οχήματα της κατευθύνσεως αυτής ακολουθεί δεξιά στροφή, που λόγω της παρακείμενης βλάστησης, η ορατότητα των διερχομένων οδηγών είναι περιορισμένη, ενώ το πλάτος του οδοστρώματος είναι μέτρα 5,10.
Όμως παρά την ύπαρξη της διπλής διαχωριστικής γραμμής, της μειωμένης ορατότητας και του επικίνδυνου του δρόμου λόγω της στενότητας του ο Κ. Λ. επιχείρησε να προσπεράσει την προπορευόμενη μοτ/τα πριν τη στροφή αυξάνοντας την ταχύτητα της μοτ/τας του με αποτέλεσμα αυτή να ξεφύγει από την πορεία της τη στιγμή κατά την οποία εισερχόταν στη δεξιά στροφή και να βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα, Κατά τον αυτό χρόνο και στον αυτό τόπο στο αντίθετο ρεύμα εκινείτο το με αριθμ.
κυκλ. ... δημοσίας χρήσεως φορτηγό, που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος Χ. Γ., ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου με κατεύθυνση προς Πισσώνα. Το φορτίο του ως άνω φορτηγού υπερέβαινε το μέγιστο επιτρεπόμενο κατά 8,5 τόνους. Αποτέλεσμα της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς του Κ. Λ. ήταν να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού στο ρεύμα κυκλοφορίας του τελευταίου.
Σε ελάχιστο χρόνο, συνεπεία της σφοδρότητας της συγκρούσεως, εξέπνευσε ο δεκαεξάχρονος τότε Κ. Λ., συνεπεία κακώσεων του θώρακος, της κοιλίας, των σπλάχνων και των κάτω άκρων, καθώς και ο συνεπιβαίνων δεκαπεντάχρονος τότε Ζ. Β., συνεπεία κακώσεων της κεφαλής, αφού δεν έφερε στην κεφαλή του προστατευτικό κράνος, κακώσεων του θώρακος, της κοιλίας και σπλάχνων (βλ.
τις από 27-10-2003 αντίστοιχες ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας και νεκροτομής της ιατροδικαστική Δ. Τ.). Οι κακώσεις που προκλήθηκαν κατά το ένδικο ατύχημα, αποτέλεσαν τη μόνη γενεσιουργό αιτία θανάτου τους ...
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι: "υπαίτιος για τη σύγκρουση είναι ο οδηγός της μοτ/τας Κ. Λ., διότι ενήργησε προσπέραση του προπορευόμενου οχήματος εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα, ενώ αυτό στο σημείο εκείνο απαγορευόταν λόγω της δεξιάς κυρτής άνευ ορατότητας στροφής και της διπλής διαχωριστικής γραμμής (άρθρα 5 παρ. 3° και 8°, 16 παρ. 4, 17 παρ. 1 και 4 Ν. 2696/1999).
Επιπλέον η ορατότητα ήταν γι' αυτόν περιορισμένη (βλ. σχεδιάγραμμα Τροχαίας) και για το λόγο αυτό όφειλε να είναι προσεκτικότερος στις κινήσεις του, αφού στερούνταν οπτικού πεδίου ικανού, ώστε να είναι σε θέση να διαπιστώσει εάν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν οχήματα που να του δίνουν την ευχέρεια να επιχειρήσει την προσπέραση της προπορευόμενης μοτοσυκλέτας.
Όμως στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του β' εναγομένου οδηγού του φορτηγού, η οποία συνίσταται στο γεγονός το οποίο στερούσε τα περιθώρια αντίδρασης δια τροχοπεδήσεως, μειώσεως ταχύτητας ή γενικά αποφευκτικών ελιγμών. Η υπερφόρτωση του οχήματος εμπόδιζε τη ορθή μηχανική και κινητική λειτουργία του φορτηγού, αφού υπήρχε σημαντική υπέρβαση των εργοστασιακών του προδιαγραφών με αποτέλεσμα από δική υπαιτιότητα να μην είναι σε θέση με τους χειρισμούς του να αντιδράσει κατά το δοκούν.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ανέρχεται σε 20%, Οι ενάγοντες-εγκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος σε ποσοστό 45% είναι ο οδηγός του φορτηγού και μετά τα προαναφερόμενα θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός τους αυτός και ο σχετικός λόγος εφέσεως".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς, ανεπαρκείς και όχι πλήρεις αιτιολογίες αναφορικώς με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων. Συγκεκριμένως η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την συνυπαιτιότητα για το ατύχημα και τη θανάτωση των επιβατών στη δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά ποσοστό 20% στον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου στην παραδοχή ότι το φορτηγό αυτοκίνητο εν γνώσει του οδηγού του ήταν υπέρβαρο κατά 8,5 τόνους, γεγονός που του στερούσε τα περιθώρια αντίδρασης με τροχοπέδηση, μείωση ταχύτητας ή γενικά αποφευκτικών ελιγμών.
Όμως δεν διευκρινίζει η απόφαση τα ακόλουθα: α) κατά πόσο το υπέρβαρο του φορτίου συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος στο προσδιορισθέν για τον οδηγό του φορτηγού ποσοστό του 20% τη στιγμή που η απόφαση δέχεται ότι το πλάτος του οδοστρώματος ήταν 5,10 μ. και επομένως το φορτηγό κατελάμβανε λόγω του πλάτους του σχεδόν όλο το ρεύμα πορείας του, β) ποια ήταν η ταχύτητα του φορτηγού οχήματος και κατά πόσο η μείωση της από τον οδηγό παρακωλύθηκε από το επί πλέον φορτίο και γ) αν η μείωση της ταχύτητας ήταν δυνατό να αποτρέψει ή να περιορίσει τις συνέπειες του ατυχήματος.
Δεν διευκρινίζει προσθέτως η απόφαση του Εφετείου ποίους δυνατούς εκ των περιστάσεων αποφευκτικούς ελιγμούς μπορούσε να επιχειρήσει ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου και κατά τι αυτοί παρεμποδίσθηκαν μόνο από το γεγονός του υπέρβαρου του φορτίου. Επομένως είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά τα ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η ύπαρξη συνυπαιτιότητας ή μη του οδηγού Χ. Γ. και συνακόλουθα της συνευθύνης του ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας επηρεάζει την υποχρέωση όλων των προαναφερομένων προσώπων προς αποζημίωση όλων αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα για την επιδίκαση της τελευταίας ή μη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης τους για το θάνατο κατά το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα των Κ. Λ. και Κ. Β., παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4055/2012). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι δώδεκα (12) πρώτοι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 13-5-2009 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας υπό την επωνυμία ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ 6/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας)ως προς τον αναιρεσίβλητο Κ. Λ. του Α..
Αναιρεί την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δώδεκα (12) πρώτους αναιρεσιβλήτους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει όλους τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πλην του τελευταίου, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ