Legislator Case Law & Legislation
792/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land expropriation compensation decision due to statute of limitations rules.

Case Number 792/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on land expropriation compensation. The State argued the claim was time-barred, but the court held the ten-year limitation period applied because the claim stemmed from the expropriation process rather than administrative illegality. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 33, 37 of Law 2971/2001; Art. 90, 91 of Law 2362/1995; Art. 10 of Law 797/1971: Claims for compensation arising from expropriation are subject to a ten-year limitation period, not the five-year period for administrative illegality, and the statute of limitations does not run until the final determination of the compensation amount.

Keywords

AI generated
land expropriation statute of limitations compensation claim ten year period administrative illegality limitation period expropriation process

Cited Legislation

AI generated
Art. 33 of Law 2971/2001
Art. 37 of Law 2971/2001
Art. 90 para. 1 of Law 2362/1995
Art. 91 of Law 2362/1995
Art. 10 para. 1 of Law 797/1971
Art. 105 of Introductory Law to the Code of Administrative Justice
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 792 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 792/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πετρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 378/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 893/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/2/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 24/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 17-2-2009 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμό 893/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 "περί Αιγιαλού και παραλίας και άλλων διατάξεων" ορίζεται, ότι το κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Περαιτέρω, στις παραγράφους 2 έως 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται η ειδική διαδικασία για την διαπίστωση της ωφέλειας, η οποία δεν αναστέλλει τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης, ούτε επηρεάζει την συντέλεσή της και εξασφαλίζει σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των εικαζόμενων ιδιοκτητών, με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης και μετά την συντέλεση της απαλλοτρίωσης (βλ.

εισηγητική έκθεση του Ν. 2971/2001). Τέλος, στο άρθρο 37 του ιδίου νόμου ορίζεται, ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ήτοι την 19-1-2002 και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που δεν έχουν μέχρις της ισχύος του συντελεσθεί, ενώ στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη της ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η τελευταία αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του, ήτοι μέχρι 19-3-2002.

Από το γράμμα των, ως άνω, διατάξεων προκύπτει σαφώς, ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (2971/2001), καθώς και στις απαλλοτριώσεις που είναι ήδη εκκρεμείς και δεν έχουν ακόμη συντελεσθεί, κατά την έναρξη της ισχύος του. Αντιθέτως, οι, ως άνω, διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή στις απαλλοτριώσεις, οι οποίες έχουν ήδη συντελεσθεί, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/2001.

Στην τελευταία περίπτωση, η αγωγή του παρόδιου ιδιοκτήτη, περί αναγνωρίσεως, ότι δεν συντρέχει, για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του, το τεκμήριο ωφέλειας και ότι αυτός δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση, αλλά δικαιούται αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση, δηλαδή στις διατάξεις του αρθ. 17 του Συντάγματος και 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (περί πλήρους αποζημίωσης) και δικάζεται από το καθύλην πολιτικό δικαστήριο, κατά την τακτική διαδικασία, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής υπόκειται στις συνήθεις διατάξεις (άρθ. 10 παρ. 1 Ν. 797/1971-δεκατεής παραγραφή της αξίωσης προς είσπραξη της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, αρχομένη από την κατάληψη ή από την μετ' αυτή παρακατάθεση της αποζημίωσης).

Η παραπάνω αποζημίωση είναι διαφορετική από εκείνη, που ορίζεται στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ και οφείλεται για τις παράνομες πράξεις των οργάνων της διοίκησης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (βλ.

ΑΕΔ 13/92 ΕλΔνη 33, 300), καθόσον αφορά στην αξία τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που τα αρμόδια όργανα, ενεργώντας νόμιμα (κατ' εφαρμογήν του νομίμου παραπάνω τεκμηρίου), έκριναν, ότι αυτοαποζημιώνεται, ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της ασκηθείσας από το νυν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) έφεσης, κατά της υπ' αριθμ. 378/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων, περί αναγνώρισης της μη συνδρομής του (μαχητού) τεκμηρίου, ότι είναι ωφελούμενα ιδιοκτήτες και ότι έχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, για το αναφερόμενο στην αγωγή τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους και περί καταβολής σαυτούς, από το εναγόμενο υπόχρεο, Ελληνικό Δημόσιο, της αντιστοιχούσας στο τμήμα αυτό αποζημίωσης (οριστικής) της καθορισθείσας με την υπ' αριθμ. 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έκρινε παραδεκτή την αγωγή, ως δικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του καθύλην αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου και όχι κατά την ειδική διαδικασία του αρθ. 33 του Ν. 2971/2002, διότι η απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεσθεί (με παρακατάθεση της προσωρινής αποζημίωσης, το 1996), πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, που είναι, κατά το αρθ. 37 αυτού, η 19-1-2002.

Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο ορθώς αποφάνθηκε και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σαυτό πλημμέλεια της παραβίασης των ως άνω διατάξεων των αρθ. 33 και 37 του Ν. 2971/2001, διά της μη εφαρμογής αυτών, αφού οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, δεν είναι εφαρμοστέες στις απαλλοτριώσεις, οι οποίες έχουν ήδη συντελεσθεί, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται επίσης η πλημμέλεια, η προβλεπόμενη από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου) εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, δεν εφήρμοσε τις διατάξεις 90 παρ. 1 και 91 του Ν. 2362/1995 (πενταετής παραγραφή), οι οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, διότι, επίσης, κατά την άποψή του, επρόκειτο περί αξίωσης, προερχόμενης από παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ενώ εφήρμοσε τη διάταξη του αρθ. 10 παρ. 1 Ν 797/1971.

Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό έκρινε ότι: "Το εναγόμενο προέβαλε παραδεκτά ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης, που επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, ισχυριζόμενο ότι η αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995. Η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία σε κάθε περίπτωση έγινε μετά το έτος 1999, οπότε και εκδόθηκε η απόφαση που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος, μέχρι την 15-4-2004, οπότε και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή (βλ.

την υπ' αριθμ. ...έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), δεν είχε παρέλθει δεκαετία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, που ισχύει εν προκειμένω, ώστε η επίδικη αξίωση να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή. Κατ' ακολουθία απορριπτέος τυγχάνει και ο λόγος αυτός της εφέσεως".

Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του αρθ. 10 παρ. 1 του Ν. 797/1971, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί αξίωσης καταβολής αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, κατόπιν ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, η οποία σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, υπόκειται στην προβλεπόμενη από την, ως άνω, διάταξη δεκαετή παραγραφή και όχι περί αξίωσης από παράνομη πράξη των οργάνων της διοίκησης, κατ' αρθ. 105 Εισ.ΝΑΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείων Δημόσιο, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον στο δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ( αρθ. 176 & 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-2-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 893/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ