Supreme Court dismisses appeal against court ruling on condominium management expenses and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding condominium management fees and legal costs. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts or relied on unproven matters, but the court found these claims baseless. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the condominium management board.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 101 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews whether the Second Instance Court's decision on condominium management expenses and legal costs is legally sound, dismissing appeals based on alleged failure to consider relevant facts or reliance on unproven matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 792 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 792/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ..., ως Τριμελές Συμβούλιο διαχειρίσεως της επί της οδού ... εν ... πολυκατοικίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Δημητρίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 875/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5471/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/3/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 7/3/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι και ενώσεις προσώπων, που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία. Οι ενώσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, αν και δεν έχουν νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3741/1929, ορίζει ότι: " 1) Επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας ίνα δι' ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσωσι τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις, να καθορίσωσι γενικάς συνελεύσεις και να δώσωσιν εις καθορισμένη πλειοψηφία δυναμένην να μεταβληθεί αναλόγως της σοβαρότητος των ληφθησομένων αποφάσεων, το δικαίωμα να λαμβάνει εν τω κοινώ συμφέροντι, πάσαν απόφασιν σχετικήν με την συντήρισιν, βελτίωσιν και χρήσιν των κοινών μερών της οικίας. 2) Οι συνιδιοκτήται δύνανται, εν ελλείψει παντός κανονισμού κατά τα ανωτέρω και δια παμψηφίας να ορίσωσιν ένα διαχειριστήν παρέχοντες αυτώ δικαιώματα διαχειρίσεως τα πλέον εκτεταμένα, συμπεριλαμβανομένων των της εκτελέσεως των εργασιών της συντηρήσεως, της κατανομής των δαπανών και βαρών και της επ' ονόματί του επί δικαστηρίων παραστάσεως είτε ως εναγομένου είτε ως ενάγοντος".
Επομένως, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ως άνω νόμου οι συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής, με συμφωνία, για την οποία είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων, μπορούν να ορίσουν ένα πρόσωπο ως διαχειριστή της οικοδομής, επίσης μπορούν με τον κανονισμό της πολυκατοικίας να καθορίσουν πώς θα διορίζεται ο διαχειριστής αυτός, (πότε, για ποιο διάστημα, με ποια πλειοψηφία).
Ο διοριζόμενος διαχειριστής της πολυκατοικίας, ως εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, τους εκπροσωπεί ενώπιον παντός δικαστηρίου, παριστάμενος ως ενάγων ή εναγόμενος για υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της πολυκατοικίας, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ' αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας.
Η τυχόν ακυρότητα, εξαιτίας ελαττώματος, της απόφασης της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών για την εκλογή διαχειριστή, πρέπει να προσβάλλεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 101 ΑΚ, με αγωγή, μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των έξι (6) μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Τέλος, για να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή του διαχειριστή πολυκατοικίας, υπαγόμενης στο καθεστώς του ν. 3741/1929, κατά συνιδιοκτήτη αυτής, για καταβολή κοινών δαπανών, που βαρύνουν τη χωριστή ιδιοκτησία του, πρέπει να μνημονεύονται σ' αυτή: 1) η πράξη σύστασης της οροφοκτησίας, ο κανονισμός των σχέσεων αυτών και η μεταγραφή αυτών, 2) ότι ο ενάγων είναι διαχειριστής της οικοδομής, κατόπιν νόμιμης εκλογής ή διορισμού, 3) ο τίτλος κτήσης της κυριότητας του εναγομένου στη χωριστή ιδιοκτησία του στην οικοδομή και η μεταγραφή του, 4) οι δαπάνες κατ' είδος και ποσό μηνιαίως κατά κατηγορίες και 5) το ποσοστό συμμετοχής της ιδιοκτησίας του εναγομένου σε κάθε κατηγορία των δαπανών αυτών και τα ποσά που αναλογούν κατά μήνα από τις δαπάνες αυτές στην ιδιοκτησία του, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος (ΑΠ 1489/1999, 668/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη 875/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την από 20-9-2004 έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη. Το Πρωτοδικείο είχε δεχτεί κατά ένα μέρος την από 23-4-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με τη οποία αυτοί, ως μέλη τριμελούς συμβουλίου συνιδιοκτητών (διαχείρισης) του μεγάρου "...", που βρίσκεται στην ..., στην οδό ..., είχαν ζητήσει να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να πληρώσει σ' αυτούς τις κοινές δαπάνες που βάρυναν τη χωριστή ιδιοκτησία του κατά το χρονικό διάστημα από Μάϊο 1997 μέχρι και Δεκέμβριο του 2001 και ανέρχονταν συνολικά σε 3.415,90 ευρώ.
Έκρινε, ότι η αγωγή περιείχε όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο της στοιχεία, επομένως ήταν σαφής ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 του ν. 3741/1929, 1002, 1117 και 346 ΑΚ), αλλά και κατ' ουσία βάσιμη εν μέρει, για ποσό 3.297,64 ευρώ, που επιδίκασε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της, διότι δέχτηκε ανέλεγκτα, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, και τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Η κείμενη επί της οδού ... πολυκατοικία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, ως και από τους επί μέρους όρους της ... πράξεως συστάσεως οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Αν. Βασιλόπουλου, όπως τροποποιήθηκε με την ... πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, οι οποίες πράξεις μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου του Δήμου Αθηναίων στους τόμους ...
και ..., αντίστοιχα. Οι αρχικοί ενάγοντες, (Ψ1, Ψ2 και Ψ3), με την από 1-3-2000 απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, δηλαδή πριν την άσκηση της αγωγής, είχαν εκλεγεί μέλη του τριμελούς συμβουλίου συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον κανονισμό. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 18-10-2003 έκτακτης γενικής συνέλευσης, εκλέχτηκε νέο τριμελές συμβούλιο συνιδιοκτητών.
Συγκεκριμένα, η δεύτερη ενάγουσα (Ψ2) εκλέχτηκε πρόεδρος, ο Ψ1, αντιπρόεδρος, και ο Ψ3, μέλος, οι οποίοι συνέχισαν την παρούσα δίκη, εκπροσωπώντας τους συνιδιοκτήτες ως διαχειριστές. Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) είναι κύριος της υπό στοιχεία ... οριζόντιας ιδιοκτησίας του πέμπτου ορόφου, που έχει επιφάνεια 27 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τα κοινόκτητα - κοινόχρηστα μέρη 1,29/000 και σύμφωνα με τον κανονισμό δεν κατέβαλε στους διαχειριστές της πολυκατοικίας, τις δαπάνες που βαρύνουν την άνω ιδιοκτησία του, για το επίδικο χρονικό διάστημα από Μάϊο 1997 έως και Δεκέμβριο 2001.
Ειδικότερα, οφείλει το συνολικό ποσό των 3.297,64 ευρώ, (κατά τους υπολογισμούς που αναφέρονται με λεπτομέρεια), νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Οι δαπάνες αυτές, κατ' είδος, ποσό και κατηγορία, προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις, καθώς και από τα ειδοποιητήρια - αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που η εταιρεία, στην οποία τότε η συνιδιοκτησία είχε αναθέσει την κατανομή των δαπανών, έχει εκδώσει με βάση τις αποδείξεις καταβολής κάθε επιμέρους δαπάνης, η ακρίβεια των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί από τους συνιδιοκτήτες, ενώ αυτές εγκρίθηκαν κατά τη γενική συνέλευση της πολυκατοικίας.
Ο εναγόμενος, χωρίς να αμφισβητήσει ότι είναι κύριος της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, το είδος και ύψος των κοινόχρηστων δαπανών, καθώς και τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά συμμετοχής της ιδιοκτησίας του στις κοινόχρηστες δαπάνες, ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή, γιατί α) είναι άκυρη η γενική συνέλευση με την οποία εκλέχτηκαν οι ενάγοντες ως τριμελές συμβούλιο διαχείρισης της συνιδιοκτησίας, καθόσον δεν κλήθηκε και ο ίδιος να λάβει μέρος σ' αυτήν και β) για τις δαπάνες από Μάϊο 1997 έως και Φεβρουάριο 2000, δεν νομιμοποιούνται οι ενάγοντες στην άσκηση αυτής, επειδή κατά το διάστημα τούτο δεν είχε εκλεγεί νόμιμα διαχειριστής.
Αμφότεροι οι ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι. Ο πρώτος διότι η παράλειψη αυτή δεν θίγει την εκλογή του διαχειριστή μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, που θα εκδοθεί ύστερα από άσκηση σχετικής αγωγής μέσα σε έξι (6) μήνες κατ' άρθρο 101 ΑΚ, μέχρι δε την έκδοσή της ο διαχειριστής νομιμοποιείται να εκπροσωπεί τη συνιδιοκτησία, ο δε δεύτερος διότι, εφόσον ο εναγόμενος συνομολογεί την εκλογή των εναγόντων από τη γενική συνέλευση της 1-3-2000 και την εκλογή των μελών του τριμελούς συμβουλίου συνιδιοκτητών από τη γενική συνέλευση της 18-10-2003, που συνεχίζουν την δίκη, νόμιμα αναζητούν, (κατόπιν σχετικής εντολής της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών), τις οφειλόμενες κοινόχρηστες δαπάνες και προηγούμενων της δικής τους θητείας χρονικών διαστημάτων.
Με το μοναδικό λόγο της πιο πάνω έφεσής του ο αναιρεσείων παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, για εσφαλμένη κατά τη γνώμη του απόρριψη της ένστασής του για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση της αγωγής αυτής, κατά το μέρος με το οποίο ζητήθηκαν δαπάνες κοινόχρηστες για το χρονικό διάστημα από Μάϊο 1997 μέχρι Φεβρουάριο 2000, κατά το οποίο "δεν υφίστατο νόμιμη διαχείριση, ούτε νόμιμος διαχειριστής εκλεγείς ή διορισθείς από τη γενική συνέλευση, ούτε είχε συγκληθεί γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας για λήψη αποφάσεων και εκλογή διαχειριστή".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό και την έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, με τις εξής παραδοχές: "Το πρωτόδικο δικαστήριο στην κρίση του δεν έσφαλε, καθόσον, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω απόφαση της γενικής συνέλευσης σε κάθε περίπτωση είναι έγκυρη, αφού δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε ο εκκαλών επικαλείται ότι προσβλήθηκε εντός εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 101 ΑΚ, ο ισχυρισμός ότι οι νυν διαχειριστές δεν δικαιούνται να απαιτήσουν κοινόχρηστα χρήσεως κατά την οποία δεν ήταν διαχειριστές, δηλαδή προγενέστερα της εκλογής τους, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο.
Άλλωστε η για κάποιο διάστημα έλλειψη διαχειριστή δεν εμποδίζει το νομίμως εκλεγέντα διαχειριστή να εισπράξει τις καταστάσες κατά το διάστημα αυτό ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της συνιδιοκτησίας". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ενσωματώνοντας τις ως άνω παραδοχές της πρωτόδικης στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε πράγματι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, το άρθρο 4, παρ. 1 του ν. 3741/1929, τον κανονισμό της πιο πάνω πολυκατοικίας και το άρθρο 101 ΑΚ. Εφόσον ο αναιρεσείων δέχεται και προκύπτει ότι η ως άνω πολυκατοικία διέπεται από κανονισμό δεν έχει εφαρμογή η παρ. 2 του ν. 3741/1929.
Σύμφωνα με αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες, που προβλέπονται από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι αυτό και πρέπει, οι αντίθετοι ίδιοι λόγοι του αναιρετηρίου, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
II. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ψέγει την πληττόμενη απόφαση διότι αφενός μεν "δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης" και αφ' ετέρου διότι "έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδικάσασα, ως μη όφειλε, δαπάνες κοινοχρήστων για το χρονικό διάστημα από Μάϊο 1997 έως το Φεβρουάριο του 2000".
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποια συγκεκριμένα πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο αποτελούσαν τη βάση της ένδικης αγωγής, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη τέτοια πράγματα, που προτάθηκαν.
Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
III. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5471/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ