Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling prior judgment established liability conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against a lower court's judgment regarding a statute of limitations defense. The plaintiff argued the five-year limitation period began in 1993, but the court found the lower court correctly determined it started in 1997 when the specific bonus was granted. The court held that the prior final judgment on the same tortious act created res judicata regarding the employer's liability, making the plaintiff's claim time-barred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; A final judgment on a tort establishes res judicata regarding the conditions of the tort and the defendant's liability, preventing a new claim based on the same cause of action if the limitation period has expired from the date the specific damage became foreseeable and actionable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 792 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 792/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7388/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 12/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Εντεύθεν, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως, που θεμελιώνεται σε αδικοπραξία, την οποία συνιστά και η, κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ΟΤΕ Α.Ε., παράλειψη προαγωγής και τοποθετήσεως μισθωτού της σε κενή οργανική θέση υποδιευθυντή, στην οποία προήγαγε και τοποθέτησε άλλον, με υποδεέστερα προσόντα, συνάδελφό του, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του παραλειφθέντος μισθωτού, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση άλλης απαίτησής του με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή την αδικοπραξία του εργοδότη του, αποτελεί ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την υπαιτιότητα του εργοδότη δεδικασμένο στη νέα δίκη, ως προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης με αυτή προς διάγνωση έννομης σχέσης.
Εξάλλου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ, που λήφθηκε στην υπ'αριθ. 2524/2-9-1997 συνεδρίασή του, χορηγήθηκε από 1-8-1997 επίδομα ανωτάτου προσωπικού απ0ό 75.000 δρχ. μηνιαίως στο πρόσωπο με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, που κατέχει ή κατείχε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω για ένα τουλάχιστον έτος.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, προϋποθέσεις για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος, το οποίο με την ίδια χαρακτηρίσθηκε ότι αποτελεί τακτική αποδοχή και το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε από 1-4-1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου, είναι α) ο βαθμός διευθυντή ή υποδιευθυντή και β) η κατοχή θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω κατά το χρόνο χορήγησής του ή κατά το παρελθόν για ένα τουλάχιστον έτος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν.1082/1980, η αναγνώριση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε βαθμό, στον οποίο δικαιούτο να προαχθεί βάσει του διέποντος την εργασιακή του σχέση κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι η προαγωγή αυτού πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε κατά την απόφαση να προαχθεί (Ολ.ΑΠ 4/1993).
Τέλος, με τις διατάξεις της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ σχετικά με τη διαδικασία πληρώσεως των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα και άνω και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων αυτών πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων, β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστές βαρύτητας, που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.
Ορίζεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από τα προσδιοριζόμενα κατά περίπτωση όργανα του εργοδότη, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, ότι η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού, που επιλέχθηκε, γίνεται για διετή θητεία, η οποία μπορεί να παραταθεί και όχι το προσωπικό με βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή, που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης ή δεν επιλέσθηκε γι'αυτή, τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση και διεύθυνση αντίστοιχα και εκτελεί ειδικό έργο, το οποίο προσδιορίζεται κατά περίπτωση με εγκύκλιο του Διευθύνοντα Συμβούλου και τη σύμφωνα γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ.
Οι ρυθμίσεις αυτές, που προϋπήρξαν της ανωτέρω αποφάσεως του ΔΣ του ΟΤΕ, δεν μεταβάλλουν τις προϋποθέσεις του χορηγηθέντος με αυτή επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, η χορήγηση του οποίου δεν εξαρτήθηκε από το αν η επί ένα τουλάχιστον έτος κατοχή της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω συμπίπτει με το χρόνο ισχύος της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 28-7-1972 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με βάση τον ισχύοντα ΓΚΠ-ΟΤΕ κατατάχθηκε στο βαθμό ΠΥ2/ΤΑ-ΤΛ του κλάδου τηλεπικοινωνιακών μηχανικών.
Με την υπ'αριθ. 9888/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή από τη 1-1-1993, διότι υπερείχε καταφανώς έναντι των αναφερομένων στην απόφαση αυτή συναδέλφων του, που είχαν προαχθεί. Επίσης κρίθηκε με την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος θα ασκούσε κατά πάσα πιθανότητα τα αντίστοιχα καθήκοντα του υποδιευθυντή και του επιδικάσθηκε, λόγω της αδικοπραξίας, ως αποζημίωση, το αναφερόμενο ποσό για τη ζημία, που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι 31-5-1995 από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, από τη στέρηση, λόγω της ως άνω παραλείψεως της προαγωγής του, του επιδόματος θέσης ευθύνης υποδιευθυντή, που καταβάλλεται στον προϊστάμενο υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης.
Περί του προδικαστικού αυτού ζητήματος παράγεται δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση για την παρούσα δίκη, ενώ με την από 17-4-1995 ΕΣΣΕ άλλαξε μεν ο τρόπος επιλογής του προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης, πλην όμως ο αναιρεσίβλητος πριν από την έναρξη της ισχύος αυτής κατείχε από 1-1-1993 τη θέση του υποδιευθυντή δυνάμει της ως άνω αποφάσεως.
Κατόπιν όλων των προεκτιθεμένων το Εφετείο κατέληξε ότι, εφόσον κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου η έννομη σχέση της αδικοπραξίας των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας για την παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993, ως και για την κατοχή απ'αυτόν, ως υποδιευθυντή, θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-5-1995 κι'έτσι το δικαίωμα του για προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή και κατοχή, ως υποδιευθυντή, θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα (από 1-1-1993 έως 31-5-1995), μεγαλύτερο του έτους, η ύπαρξη του οποίου (δικαιώματος) είναι αναγκαία προϋπόθεση στην προκείμενη δίκη, ο τελευταίος (αναιρεσίβηλτος) δικαιούται του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-8-1997 μέχρι το χρόνο της καταργήσεώς του, το οποίο ανέρχεται στο αναφερόμενο χρηματικό ποσό, ως περαιτέρω περιουσιακή του ζημία (διαφυγόν κέρδος).
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ΄ακολουθίαν των οποίων δέχθηκε την ένδικη από 21-5-2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που παράγεται από την υπ'αριθ. 9888/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεδομένου ότι τα περιστατικά, που κρίθηκαν με αυτή, δηλαδή ότι η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1993 οφείλεται σε αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας, εντεύθεν δε η κατοχή απ'αυτόν θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως από 1-1-1993 έως 31-5-1992, αποτελούν το νομικό ζήτημα, που πρέπει να κριθεί και στην παρούσα δίκη για την επιδίκαση ως αποζημιώσεως (διαφυγόντος κέρδους0 του ως άνω επιδόματος.
Εξάλλου, δεν παραβίασε τούτο τις διατάξεις της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος στερήθηκε την ανωτέρω παροχή, που, όπως προεκτέθηκε, δεν χορηγείται μόνο σε υπαλλήλους με βαθμό υποδιευθυντή, που κατέχουν ή κατείχαν τουλάχιστο για ένα έτος θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, οι οποίοι είχαν επιλεγεί για τη θέση αυτή, όπως η εν λόγω ΕΣΣΕ ορίζει.
Σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 12 του ν.1082/1980, η κατά πλάσμα του νόμου κατοχή από τον αναιρεσίβλητο της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως για περισσότερο του έτους χρονικό διάστημα προηγήθηκε της ισχύος της ως άνω ΕΣΣΕ. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, καθώς και οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν είναι αυτή προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη είναι δυνατή, αρχίζει η παραγραφή της σχετικής αξιώσεως προς αποζημίωση, η οποία είναι πενταετής από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση. Ο χρόνος παραγραφής τρέχει από τότε για όλες τις ζημίες, επελθούσης και μέλλουσες, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Ολ. Α.Π. 38 και 40/1996).
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες, που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν - κατά το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης. Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία (Α.Π. 940/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής: Η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, που απορρέει από αδικοπραξία, άρχισε από τον χρόνο κατά τον οποίο είχε ληφθεί η απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας για τη χορήγηση του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, δηλαδή στις 2-9-1997, οπότε και έγινε γνωστό στους εργαζόμενους και όχι από τη 1-1-1993, καθόσον η ζημία αυτού δεν ήταν τότε προβλεπτή, αλλ' ούτε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε κατά το έτος 1993 να προβλέψει ότι από 1-8-1997 θα χορηγείτο η καταβολή του ως άνω επιδόματος ανωτάτων στελεχών με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή.
Συνεπώς, εφόσον από τις 2-9-1997 και εφεξής μέχρι την επίδοση της ένδικης από 21-5-2001 αγωγής (28-6-2001) δεν παρήλθε πενταετία, η ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω εκτιθεμένων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, συνακόλουθα δε και η δια των προτάσεων της αναιρεσείουσας υποβληθείσα παραδεκτώς (άρθρ. 579 παρ.2 ΚΠολΔ) αίτηση αυτής για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ)" για αναίρεση της υπ'αριθ. 7388/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ