Supreme Court allows appeal against labor court decision for failure to recognize res judicata principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding labor disputes. The appellants argued that a prior final judgment established res judicata, entitling them to a specific marriage allowance, but the lower court ignored this validly raised argument. The Court ruled that the lower court's failure to consider the established legal precedent constituted a procedural error under Article 560(5) of the Code of Civil Procedure, necessitating the annulment of the contested decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5), 577(3) of the Code of Civil Procedure: A final judgment constitutes res judicata; failure of a court to examine a validly raised claim of res judicata constitutes an appealable error requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 791 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 791/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Κ. Γ. του Γ., 2) Σ. Κ. του Π., 3) Γ. Ν. του Π., 4) Β. Π. του Χ., 5) Β. Π. του Β., 6) Ι. Φ. του Σ., κατοίκων ..., 7) α) Δ. Ε. του Δ., σύζυγος Α. Σ., 7) β) Δ. Σ. του Α., 7) γ) Μ. Σ. του Α. και 7) δ) Ε. Σ. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Σ. του Δ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείου ...-ΘΡΙΑΣΙΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ελευσίνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Χρυσανθόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν η 11/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3810/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-07-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 83890/ 125/2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3810/2022 απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι αρχικώς (συνολικά 15) ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 19-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2309/23/2017) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο ... - ΘΡΙΑΣΙΟ", με την οποία ισχυρίστηκαν ότι συνδέονται με αυτό με αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι δικαιούνται επίδομα γάμου ανερχόμενο σε ποσοστό 10% επί του μηνιαίου βασικού μισθού τους και ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή και αντιστοιχούν στο οφειλόμενο επίδομα γάμου του χρονικού διαστήματος από 1-1-2015 έως 31-12-2017, επικουρικά δε, να υποχρεωθεί τούτο να τους καταβάλει τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 11/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς αμφότερες τις επικουρικές βάσεις της. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 16-9-2019 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 3810/2022 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Με την υπό κρίση αίτηση, οι 2ος, 4ος, 8η, 10ος, 11η και 13ος των αρχικώς εναγόντων, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι του 12ου εξ αυτών, Α. Σ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 4-1-2022 (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. 28/10-1-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, εκδοθέν από τη ληξίαρχο ...), ήτοι μετά τη συζήτηση της έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Δ.
Ε. - Σ. του Δ., και τα τρία τέκνα του, Δ. Σ., Μ. Σ. και Ε. Σ. (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. 320/7-1-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, εκδοθέν από τον Δήμο ... υπ' αριθ. 237/6-7-2023 και 930/10-7-2023 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ... περί μη αποποίησης κληρονομίας και μη δημοσίευσης διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντος), ζητούν την αναίρεση της ως άνω (υπ' αριθ. 3810/ 2022) απόφασης.
Με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435/1976 κυρώθηκε από τότε που τέθηκε σε ισχύ, την 13-2-1976, η παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ, σύμφωνα με την οποία: α) Στους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται, β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου, γ)...., δ) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον:
αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και ββ) το με βάση αυτές οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του με βάση την παρούσα διαμορφουμένου. Με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι η ως άνω κυρουμένη διάταξη μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά τη διαδικασία του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 2 του Ν. 1766/1988 κυρώθηκε η από 26-1-1988 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής: "1. Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσαν οι διατάξεις των άρθρων 4 και 6 της από 26-1-1988 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "καθορισμός συνολικών γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων των μισθωτών όλης της χώρας και ρύθμιση άλλων θεμάτων", που δημοσιεύθηκε με την αριθ. 10855/88 απόφαση του Υπουργού Εργασίας στο ΦΕΚ 40 τεύχος Β' της 1-2-88".
Το άρθρο 4 της εν λόγω ΕΓΣΣΕ αναφέρει τα εξής: "1. Χορηγείται επίδομα γάμου με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις 10/1976, 9/1978, 100/1979 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και το άρθρο 5 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της 14-2-1984, όπως έχει τούτο ρυθμιστεί με τις διατάξεις του Ν. 1414/1984. 2. Σε όσες έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες δεν καταβάλλεται επίδομα γάμου με βάση τις παραπάνω διατάξεις, χορηγείται επίδομα γάμου επί του βασικού μισθού ή επί του βασικού ημερομισθίου τους από 1η Ιανουαρίου 1988 σε ποσοστό 5% και από 1η Ιανουαρίου 1989 σε ποσοστό 10% συνολικά".
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989 (ΦΕΚ Β' 213/1989) και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τόσο στον ιδιωτικό τομέα, όσο και στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' Ν. 1876/1990), "το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών". Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 2 του Ν. 1849/1989 ορίσθηκε ότι "το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι". Από τις διατάξεις αυτές της ΔΑ 10/1976, της από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του Ν. 1849/1989 προκύπτει ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας, καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται "επιδόματος γάμου" εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλες διατάξεις (ΟλΑΠ 8/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" ορίσθηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, καθώς και ότι με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων.
Σύμφωνα δε με την παρ. 29 του κεφαλαίου Ε' του ως άνω νόμου, τα διαρθρωτικά μέτρα για το επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων περιλαμβάνουν: Διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων και αναθεώρηση της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων. Οι αλλαγές θα ορίζουν ότι: (i) όλες οι συλλογικές συμβάσεις θα πρέπει να έχουν μια μέγιστη διάρκεια 3 ετών, (ii) οι συλλογικές συμβάσεις που υπάρχουν ήδη για 24 μήνες ή περισσότερο θα λήξουν όχι αργότερα από 1 έτος από την ψήφιση του νόμου, (iii) η περίοδος χάριτος μετά τη λήξη της σύμβασης μειώνεται από τους 6 στους 3 μήνες και (iv) σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η επίτευξη μιας νέας συλλογικής σύμβασης μετά από προσπάθειες τριών μηνών, η αμοιβή θα επανέλθει στον βασικό μισθό συν τα παρακάτω γενικά επιδόματα (αρχαιότητας σε υπηρεσία, τέκνου, εκπαίδευσης και επικινδυνότητας).
Αυτό θα συνεχίσει να ισχύει μέχρι να αντικατασταθεί από όρους που καθορίζονται σε μια νέα συλλογική συμφωνία ή σε νέα ή ατομική σύμβαση. Ακολούθως, με το άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".
Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-2-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013".
Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 1876/1990". Και στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίστηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.
Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) Ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".
Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.
Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του Ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".
Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 812/2023, ΑΠ 904/2020, 174/2019, 876/2018). Εξάλλου, με την από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ, το άρθρο 10 της οποίας ορίζει ότι η ισχύς της αρχίζει την 1-1-2010 και λήγει την 31-12-2012, ειδικότερα δε, με το άρθρο 3 αυτής αναπροσαρμόστηκαν τα κατώτατα όρια αποδοχών, ενώ με το άρθρο 4 ορίστηκε ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από ΕΓΣΣΕ ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται επί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων, που διαμορφώθηκαν μετά την αύξηση του προηγούμενου άρθρου.
Βάσει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η εν λόγω ΕΓΣΣΕ, η οποία στις 14-2-2012 βρισκόταν σε ισχύ περισσότερο από 24 μήνες, έληξε στις 14-2-2013, η δε μετενέργεια αυτής εκτεινόταν έως 14-5-2013, ήτοι επί ένα τρίμηνο από τη λήξη της, μετά την πάροδο του οποίου εξακολούθησαν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους αυτής αποκλειστικώς και μόνον εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, ενώ έπαυσε αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σ' αυτήν επίδομα, μεταξύ των οποίων και το επίδομα γάμου (ΑΠ 812/2023).
Ακολούθως, με την υπό στοιχ. 2.α διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ.11 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 ως εξής: "Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.
Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου." Επακολούθησε η από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ, με συμβαλλόμενα μέρη από πλευράς εργοδοτών α) τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε., β) την Ε.Σ.Ε.Ε.
και γ) τον Σ.Ε.Τ.Ε. και από πλευράς εργαζομένων τη Γ.Σ.Ε.Ε., με έναρξη ισχύος 1-1-2013 και λήξη 31-12-2013 (άρθρο 3), με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ότι "1. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό και καθολικό χαρακτήρα για τους εργαζόμενους όλης της χώρας, εναρμονίζοντας τις ισχύουσες στη χώρα μας διατάξεις δικαίου με τις διεθνώς εφαρμοστέες αρχές της προστασίας της οικογένειας, της διευκόλυνσης συμμετοχής στην αγορά εργασίας, της ισότητας των φύλων, της συμφιλίωσης εργασιακής και επαγγελματικής ζωής, της αξιοπρεπούς εργασίας. 2.
Επαναλαμβάνεται και διατηρείται σε ισχύ κωδικοποιημένη η διάταξη σειράς προηγούμενων Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Διαιτητικών Αποφάσεων και κυρωτικών τους νόμων, ότι το επίδομα γάμου χορηγείται σε όλους τους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του ν. 1766/1988, με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 4 της από 26-1-1988 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.".
Με την ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 της από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ ορίστηκε ότι το επίδομα γάμου έχει θεσμικό (μη μισθολογικό) και καθολικό χαρακτήρα, προκειμένου τούτο να μην εμπίπτει στις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990, που ορίζουν αφενός ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας και αφετέρου ότι βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, που καθορίζονται από ΕΓΣΣΕ, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων.
Δεδομένου, όμως, ότι το επίδομα γάμου περιλαμβάνεται αναμφιβόλως στους μισθολογικούς όρους εργασίας, καθόσον προσδιορίζεται σε ποσοστό επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη, όπως προελέχθη, και ειδικότερα αποτελεί "μισθό" κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, επιπλέον δε, είχε ήδη καταργηθεί από 14-5-2013 με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η επαναφορά του με την ως άνω από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ, και μάλιστα υπό τη μορφή θεσμικού όρου, ισχύει μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν καταλαμβάνει τους λοιπούς εργαζομένους.
Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι από 14-5-2013 και εφεξής το επίδομα γάμου δικαιούνται μόνον οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων στην από 14-5-2013 ΕΓΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων (ΑΠ 812/2023). Οι σχετικές ρυθμίσεις αφενός του άρθρου 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης, και αφετέρου του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με την υπό στοιχ. 2.α διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ.11 της παρ.
ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους", ούτε του άρθρου 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, αρχικού και αναθεωρημένου, που κυρώθηκαν με τους νόμους 1426/1984 και 4359/2016 αντιστοίχως και έχουν αυξημένη τυπική ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζουν δε, ότι "Για πραγματοποίηση των απαραίτητων συνθηκών διαβίωσης που απαιτούνται για την πλήρη ανάπτυξη της οικογένειας που είναι βασικό κύτταρο της κοινωνίας, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προωθούν την οικονομική, νομική και κοινωνική προστασία της οικογενειακής ζωής, ιδίως με κοινωνικές και οικογενειακές παροχές, με φορολογικές διατάξεις, με ενθάρρυνση για την κατασκευή κατοικιών που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικογένειας, με την ενίσχυση των νέων εστιών ή με κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο" (αρχικός Χάρτης) και "Με σκοπό τη διασφάλιση των συνθηκών που απαιτούνται για την πλήρη ανάπτυξη της οικογένειας, η οποία αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα Μέρη αναλαμβάνουν να προάγουν την οικονομική, νομική και κοινωνική προστασία της οικογενειακής ζωής με μέσα, όπως κοινωνικές και οικογενειακές παροχές, φορολογικές ρυθμίσεις, παροχή οικογενειακής στέγης, παροχές για τους νεόνυμφους, καθώς και άλλα κατάλληλα μέσα" (αναθεωρημένος Χάρτης).
Και τούτο, διότι οι εν λόγω ρυθμίσεις θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των απαιτούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών μέτρων προς αντιμετώπιση των εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών που αντιμετώπιζε η Χώρα από τις αρχές του έτους 2010 και οι οποίες είχαν ως συνέπεια την προσφυγή αυτής στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΑΠ 812/2023).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή με την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου, καλύπτει δε και τις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει διαγνωστεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 625/2017, 580/2010). Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας, ενώ ο κανόνας αυτός ισχύει, αν η μεταβολή είχε ήδη χωρήσει κατά τη διάρκεια του κριθέντος στην προηγούμενη δίκη χρονικού διαστήματος, καλυπτόμενη έτσι από το δεδικασμένο, έστω και αν η μεταβολή αυτή εσφαλμένα δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο εκείνο, το οποίο (δεδικασμένο), ακριβώς ως εκ της εννοίας του, παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, 34/1992, ΑΠ 625/2017, 1270/2006, 623/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου για την ένδικη έννομη σχέση μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα, που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, αλλά τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή προς απόκρουσή της, τον ισχυρισμό δε αυτό παρέλειψε να διερευνήσει το Δικαστήριο (ΑΠ 1012/2021, 299/2020).
Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τον φερόμενο ως προβληθέντα και μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου, δηλαδή την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, την ταυτότητα διαδίκων ή των προσώπων υπέρ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο και την ταυτότητα διαφοράς και ιδίως την ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας στην οποία στηρίζεται και η ένδικη αξίωση (ΑΠ 678/2016, 1345/2011, 130/2004, 514/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το (δικάσαν ως εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τους 2ο, 4ο, 8η, 10ο, 11η, 12ο και 13ο των εναγόντων, ήδη αναιρεσείοντες, περί ύπαρξης δεδικασμένου απορρέοντος από τις υπ' αριθ. 15/2011, 7/2013 και 12/2015 ήδη αμετάκλητες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου ...
που εκδόθηκαν επί αντίστοιχων αγωγών των ως άνω εναγόντων (και λοιπών προσώπων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο ... - ΘΡΙΑΣΙΟ" και με τις οποίες κρίθηκε ότι οι εν λόγω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικαιούνται επίδομα γάμου ανερχόμενο σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού τους, για τα έτη 2005 έως και 2014, εκ των οποίων αποφάσεων η υπ' αριθ. 12/2015 αφορά τα έτη 2013 και 2014 και εκδόθηκε υπό το ίδιο νομικό καθεστώς που ισχύει και για την ένδικη υπόθεση, ήτοι υπό την ισχύ των διατάξεων των νόμων 4046/2012 και 4093/2012, ο εν λόγω δε ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου δεν ελήφθη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι είχε προβληθεί παραδεκτά πρωτοδίκως, με την ένδικη αγωγή, και επαναφέρθηκε στον δεύτερο βαθμό με σχετικό λόγο της από 16-9-2019 έφεσης που άσκησαν οι ενάγοντες κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 11/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...
ενώ είχαν προσκομιστεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και οι επίμαχες αποφάσεις. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι τον ως άνω ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου, με ταυτόχρονη επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν, δηλαδή ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης, ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, στην οποία στηρίζονται και οι ένδικες αξιώσεις, είχαν προβάλει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή και επανέφεραν αυτόν παραδεκτά με τον δεύτερο λόγο της από 16-9-2019 έφεσης που άσκησαν κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 11/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...
επικαλούμενοι συγχρόνως με τις κατ' έφεση προτάσεις τους και προσκομίζοντας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις κρίσιμες αποφάσεις, καθώς και τις εκθέσεις επίδοσης αυτών στο εναγόμενο και τα σχετικά πιστοποιητικά μη άσκησης ενδίκων μέσων κατ' αυτών. Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3810/2022 απόφασης του (δικάσαντος ως εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των εκκαλούντων - εναγόντων περί ύπαρξης δεδικασμένου, ο οποίος είχε επαναφερθεί ενώπιον αυτού παραδεκτά, με σχετικό λόγο έφεσης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3810/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ