Legislator Case Law & Legislation
791/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will interpretation grounds for failing to exhaust facts before lower court.

Case Number 791/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on an inheritance dispute regarding a will. The appellant argued that the lower court erred in interpreting the testator's intent to exclude the husband, claiming the will's wording was unambiguous. The court rejected this, noting the appellant failed to present new facts or evidence to the First Instance Court as required by law. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for not exhausting the facts before the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 562, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to exhaust the facts before the lower court and relies on vague arguments regarding the interpretation of a will without new evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal exhaustion of facts will interpretation inheritance dispute code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 791/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Μέλεγο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. χήρας Α. Ζ., το γένος Β. και Α. Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σακελλαρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2060/18-2-2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1817/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2020 αίτηση και τον από 16-12-2020 πρόσθετο λόγο αυτού.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 16-12-2020 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 1817/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας) με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, κατά της 2060/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 20-2-2014 περί κλήρου αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ. Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 9-7-2020 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246, 573&1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 §3 Κ.Πολ.Δ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα με την από 13-4-2018 ,περί κλήρου, αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι την 11-2-2015 απεβίωσε η αδελφή της Γ. Θ., χήρα Ι. Θ., καταλείποντας ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της την ίδια και τον αδελφό της Δ.

Γ., και ότι αυτή με δημόσια διαθήκη εγκατέστησε τον σύζυγο της και τον εναγόμενο ανιψιό της ,κληρονόμους της και, συγκεκριμένα ,τον μεν σύζυγο της κληρονόμο στα αναφερόμενα ακίνητα ,τον δε εναγόμενο κληρονόμο σε ένα αντικείμενο. .Λόγω όμως της προαποβίωσης του συζύγου της διαθέτιδος, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι επήλθε η εξ αδιαθέτου διαδοχή ως προς όλη την κληρονομιά ,πλην του περιουσιακού στοιχείου που καταλείφθηκε στον εναγόμενο .Με βάση το ιστορικό αυτό και επειδή ο εναγόμενος αντιποιείται το κληρονομικό της δικαίωμα ,ζήτησε μεταξύ άλλων :1.να αναγνωρισθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας αδελφής της, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας, εκτός του ακινήτου που κατέλιπε η διαθέτις στον εναγόμενο με την δημόσια διαθήκη της 2.

Να καταδικασθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει το ανωτέρω ποσοστό των λεπτομερώς αναφερόμενων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων. Με την 2060/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και ασκηθείσης εφέσεως από την ενάγουσα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή την δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, με τις παραδοχές ότι με την επίμαχη δημόσια διαθήκη ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε ως κληροδόχος επί δήλου ακινήτου, ενώ ως μοναδικός κληρονόμος της διαθέτιδος, εγκαταστάθηκε ο σύζυγος της, λόγω της προαποβίωσης του οποίου, χώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και κατόπιν αυτών, αναγνώρισε την ενάγουσα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της διαθέτιδος κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας ,εκτός από την πλήρη κυριότητα ενός ακινήτου ,το οποίο κατέλιπε η διαθέτις στον εναγόμενο με την πιο πάνω διαθήκη της και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγηση του.

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή ,που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. (ΑΠ 595/2016) .Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το συγκεκριμένο έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008) .Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της …/1994 δημόσιας διαθήκης της Γ.

χήρας Ι. Θ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ιωαννίδου, με την οποία είχαν ονομαστεί και εγκατασταθεί, ο προαποβιώσας σύζυγος αυτής Ι. Θ. και ο αναιρεσείων ,μόνοι αυτοί κληρονόμοι στην περιουσία της που θα ευρίσκετο μετά το θάνατο της, ενώ το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων είναι κληροδόχος ενός μικρού διαμερίσματος της κληρονομουμένης στην οδό ..., στη … ,η δε αναιρεσίβλητη ότι είναι κληρονόμος εξ αδιαθέτου της κληρονομιάς της θανούσας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, μετά του ετέρου αδελφού της και πατέρα του αναιρεσείοντος Δ.

Γ.. Όμως το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της (άρθρ.561&2 ΚΠολΔ), για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες και έγγραφα) καθώς και την …./1994 δημόσια διαθήκη της Γ.

χήρας Ι. Θ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ιωαννίδου, και δεν στήριξε σε αυτή, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση της ως άνω διαθήκης, είναι, αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

2.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει ,αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως αυτό δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή, πού υπάρχει η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του πιο πάνω κάνόνα (ΑΠ 550/2017).

3.Τέλος ,κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1059/2017).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις του άρθρου 1800 & 2 και 1801 & 2 Α.Κ. με εσφαλμένη εφαρμογή (υπαγωγή), διότι η διαθέτιδα με τη διαθήκη της εγκατάστησε τον εναγόμενο ως κληρονόμο και όχι ως κληροδόχο δεδομένου ότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας, δηλαδή, μόνο εάν δεν προκύπτει η βούληση του διαθέτη για την εγκατάσταση του τιμώμενου ως κληρονόμου, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βούληση της διαθέτιδας ήταν να εγκαταστήσει και αυτόν ως κληρονόμο της περιουσίας της κατά το χρόνο του θανάτου της, ενώ από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν συνάγεται ότι η αληθής βούλησή της ήταν να συντρέξει, παράλληλα, η εξ αδιαθέτου διαδοχή Επίσης, ότι η διαθέτιδα εξάντλησε τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και ,περαιτέρω, ότι εξέφρασε κατά ρητό και σαφή τρόπο τη βούλησή της ότι εγκαθιστά τα τιμώμενα πρόσωπα ως κληρονόμους της και στην περιουσία που θα βρεθεί κατά τον χρόνο του θανάτου της και, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι παρήλθαν είκοσι ένα έτη από τη σύνταξη της διαθήκης της και ότι είχε αποκτήσει πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία, εν τούτοις αυτή (η διαθέτις) δεν ανακάλεσε ,αναδιατύπωσε ή αλλοίωσε ή μετέβαλε το περιεχόμενο της διαθήκης της.

Συνεπώς, κατά τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι συντρέχει λόγος ερμηνείας της επίμαχης διαθήκης, ως προς την αληθή βούληση της διαθέτιδας, η οποία ήταν ,κατά τις παραδοχές, να τον εγκαταστήσει κληρονόμο της μετά του συζύγου της, καθώς είναι απολύτως σαφές από την γραμματική διατύπωσή της ότι οι τετιμημένοι με αυτή εγκαταστάθηκαν ως μοναδικοί κληρονόμοι στην καταλιπόμενη περιουσία της και ότι οι λέξεις που χρησιμοποίησε η διαθέτιδα, από μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν την αληθή βούλησή της, χωρίς να υπάρχει έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης της.

Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί που τον θεμελιώνουν και τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτε, άλλωστε, υποβλήθηκαν τέτοιοι ισχυρισμοί ενώπιον του Εφετείου ,όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των από 22-10-2019 προτάσεών του ως εφεσιβλήτου στη δευτεροβάθμια δίκη.

Σε κάθε όμως περίπτωση, οι πιο πάνω λόγοι είναι αόριστοι, γιατί δεν αναφέρονται όλες οι κρίσιμες πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας για το βάσιμο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ώστε να προκύπτει τυχόν από αυτές η αποδιδόμενη πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η κρινομένη αίτηση και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός ως ηττηθείς , στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2020 αίτηση και τους από 16-12-2020 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 1817/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης