Legislator Case Law & Legislation
791/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on waste disposal contract and unjust enrichment claim.

Case Number 791/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Aigialeia's appeal against the Third Instance Court of Patras. The lower court ruled that the municipality owed the individual 181,720 euros for waste disposal services performed under an informal 2004 agreement, alternatively invoking unjust enrichment. The Supreme Court found no procedural error, confirming the case was a private law dispute rather than an administrative one and rejecting the appeal's arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 904 of the Civil Code: The Supreme Court holds that appeals must be admissible and properly filed, and that the general rule of unjust enrichment applies to public entities absent specific statutory exceptions.

Keywords

AI generated
unjust enrichment informal contract waste disposal civil procedure public entity liability administrative law judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Municipalities and Communities Code
Article 1 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 791/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αιγιαλείας νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Διακοπτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρή. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Σ., κατοίκου … του ….. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπιρπανάγου. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, η οποία δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου .Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 336/2014 μη οριστική και 19/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, εισάγεται προς κρίση η από 18-04-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 19/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απερρίφθησαν η από 3-3-2008 έφεση του αναιρεσείοντος και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ' αριθ. 77/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 21-11-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική της βάση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και ανεγνωρίσθη η οφειλή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ποσού 181.720 ευρώ.

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ.

α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 1289/2017, 1002/2017, 692/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής κλπ., τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 99/2017,370/2014). Αντίθετα, νομική αοριστία της αγωγής, ανακοπής κλπ., η οποία στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωσή της στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ανακοπή κλπ. (ΑΠ 100/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, πλημμέλεια με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρεται εάν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη σχετική νομοθεσία διαδικασία προμηθειών των Ο.Τ.Α.

ούτε παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής από κατεπείγουσα ανάγκη, εντεύθεν η αγωγή , κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, τη στηριζομένη στην ακυρότητα των επιδίκων συμβάσεων έργου (αποκομιδής απορριμμάτων) είναι αόριστη και απορριπτέα, διότι δεν γίνεται επίκληση ότε αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της ακυρότητας αυτής.

Από την επιτρεπτή όμως, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα. Επομένως ο ως άνω ισχυρισμός και αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, προτεινόμενος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου προβάλλεται απαραδέκτως.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση τού κειμένου τού εγγράφου - στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα - απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθούς, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, εφ' όσον η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξεως ή βουλήσεως) Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 175/2017).

Εν προκειμένω, με το πρώτο τμήμα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση πλημμέλεια με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σε έγγραφο και ειδικότερα δέχθηκε ότι από την πληρεξούσια δικηγόρο του τότε Δήμου Διακοπτού που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπήρξε ομολογία του περιεχομένου της αγωγής, ενώ ως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 160/2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής και τις υπ' αριθ. 44/2005 και 240/2007 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του εν λόγω Δήμου ορίσθηκε μόνο πληρεξούσια δικηγόρος για την διεκπεραίωση της υποθέσεως, χωρίς να παρασχεθεί η εξουσιοδότηση περί ομολογίας.

Επί του εν λόγω θέματος η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: "...Ο εναγόμενος Δήμος με την υπ' αριθμ. 44/2005 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του προέβη σε βεβαίωση των παραπάνω εργασιών μεταφοράς των στερεών αποβλήτων του Δήμου, που πραγματοποιήθηκαν από τον ενάγοντα κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα από 1-4-2004 έως 31-12-2004, για τις οποίες ο ενάγων εξέδωσε τις ανωτέρω 154 φορτωτικές συνολικού ποσού 187.720 ευρώ (το υπ' αριθμ. 5/6-4-2005 απόσπασμα έκτακτης συνεδριάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Διακοπτού).

Πλην όμως, ενώ ο εναγόμενος Δήμος δεν αμφισβήτησε τα ανωτέρω κρίσιμα για την αξίωση του ενάγοντος πραγματικά περιστατικά, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα κάποιο ποσό έναντι της παραπάνω οφειλής του. Ο εναγόμενος, εξάλλου, παριστάμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, η οποία διορίστηκε από αυτόν με ομόφωνη απόφαση των μελών του Δημοτικού του Συμβουλίου (βλ.

το από 3-9-2007 απόσπασμα της υπ' αρ. 12/2007 έκτακτης συνεδρίασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του), με δήλωση της τελευταίας, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά αναγνώρισε την αξίωση του ενάγοντος που απορρέει, από την ανωτέρω αιτία, επικαλέσθηκε δε και προσκόμισε το προαναφερθέν από 21-3-2005 απόσπασμα του πρακτικού της υπ' αρ. 5/2005 συνεδριάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του, καθώς και το από 3-9-2007 απόσπασμα του πρακτικού της υπ' αρ. 10/2007 συνεδριάσεως του εν λόγω Δημοτικού Συμβουλίου, από τα οποία προκύπτει ότι ο εναγόμενος Δήμος και ειδικότερα το Δημοτικό Συμβούλιο αυτού βεβαίωσε ότι έχουν λάβει χώρα οι λεπτομερώς αναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή, εκατόν πενήντα τέσσερεις (154) συνολικά μεταφορές στερεών του αποβλήτων από τον ενάγοντα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-12-2004 και ότι οφείλει στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό των 181.720 Ευρώ...".

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, ορθώς διέγνωσε το περιεχόμενο τους, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα και την αναγνώριση τής αξιώσεως του ενάγοντος υπό της πληρεξούσιας του εναγομένου και αφού τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε, στο αποδεικτικό του πόρισμα, εντεύθεν ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εάν ήθελε υποτεθεί ότι δια του ως άνω λόγου προβάλλεται η αιτίαση του άρθρου 559 αριθ. 11 περί λήψεως υπ' όψη μη επιτρεπομένων αποδεικτικών μέσων, τότε πρέπει να λεχθούν τα έξης: Από τις διατάξεις των άρθρων 97 και 98 ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων, πλην άλλων, ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα "να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης" (97 παρ, 1), ότι "περιορισμός της πληρεξουσιότητας ισχύει μόνον αν δηλώθηκε ρητά, όταν χορηγήθηκε" (97 παρ. 2), η δε δεύτερη δεν περιλαμβάνει την ομολογία μεταξύ των πράξεων που απαιτούν ειδική πληρεξουσιότητα, προκύπτει ότι η μη χορήγηση ειδικής πληρεξουσιότητας από το διάδικο για την ομολογία πραγματικού γεγονότος κατά τη δίκη δεν καθιστά το αποδεικτικό αυτό μέσο ανεπίτρεπτο (ΑΠ 1776/2001).

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά το μέρος του που, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, το ανεπίτρεπτο της ομολογίας στηρίζεται στη μη χορήγηση εντολής προς την πληρεξούσια δικηγόρο του από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ταύτα δε πάντα υπό την επισήμανση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εδέχθη ομολογία της αγωγής, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017, 793/2015).

Εν προκειμένω, στο δεύτερο τμήμα του ως άνω εξεταζομένου λόγου η αναιρεσείουσα επικουρικώς εκθέτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι "...δεν έχει νόμιμη βάση και περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προ το ζήτημα της απόδειξης δια των ανωτέρω αναφερομένων εγγράφων ως προς όλα τα ζητήματα απόδειξης του περιεχομένου της αγωγής, ως εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη...".

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) δεν επισημαίνονται οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Επειδή, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήριο υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου, ενώ αντίθετα όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου ιδρύεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995, 138/1966).

Με το άρθρο δε 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι`), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ ΑΠ 7/2001, 8/2000). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 παρ. 1 και 908 εδ. α' προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, εφ' όσον υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1307/2010, 786/07).

Εν προκειμένω, όπως δέχεται και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην αγωγή του, ότι με άτυπη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εναγομένου Δήμου Αιγιαλείας την 1-4-2004, ανέλαβε να μεταφέρει με το φορτηγό αυτοκίνητό του και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-12-2004 τα στερεά απόβλητα της περιοχής τού εναγόμενου σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους (χωματερές) και ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής πραγματοποίησε συνολικά 154 μεταφορές- δρομολόγια, για τις οποίες η συνολικώς συμφωνηθείσα αμοιβή του ανέρχονταν στο ποσό των 181.720 ευρώ.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε, επικαλούμενος επικουρικά και τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει και το άνω ποσό των 181.720 ευρώ. Με την αγωγή αυτή και υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα, εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσα στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και όχι διοικητική διαφορά ουσίας, διότι η επικαλούμενη ως άνω σύμβαση δεν είναι διοικητική, εφ' όσον με αυτήν δεν είχε δημιουργηθεί εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς που να παρέχει υπερέχουσα θέση στο αναιρεσείον Δημόσιο απέναντι στην αντισυμβαλλόμενη αναιρεσίβλητη, συμφώνως προς τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.

Επομένως το Εφετείο Πατρών, που δίκασε τη διαφορά αυτή σε δεύτερο βαθμό και με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.4 ΚΠολΔ, εντεύθεν ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ.), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Απριλίου 2017 αίτηση του Δήμου Αιγιαλείας για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων πενήντα (1350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25-4-2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26-4-2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ