Legislator Case Law & Legislation
791/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to propose vague claim argument at first instance.

Case Number 791/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Crete's final judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the respondent's claim was vague, but the court found this specific ground was never formally proposed to the court of first instance. Consequently, the appeal failed to meet the procedural requirements for raising this substantive issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a vague claim is inadmissible if the argument was not formally proposed to the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague claim procedural requirement first instance code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 791/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Τσουμάνη και Αντωνία Φουντουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 28/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/12/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 10/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν, ο πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 207/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, να γίνει εν μέρει δεκτός ο έκτος λόγος της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-12-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 207/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 29-10-2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά το μέρος που αφορούσε την από 28-12-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ την δέχθηκε κατά το μέρος που αφορούσε την από 2-8-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 271/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων απέρριψε την από 2-8-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας. Με την εκκαλουμένη απόφαση, είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 1.561.899,70 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27, 28/1998, 1047/2010). Περαιτέρω, στο άρθρο 23 α’ ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" ορίζεται ότι: "παρ. 1: Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου, ή συζύγους των ανωτέρω, ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ’ οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα παρ. 2:

Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντεντάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον 1/8 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου.

Η απαγόρευσις αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της".Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των ιθυνόντων προσώπων της ανώνυμης εταιρείας τα οποία ασκούν έλεγχο αυτής και διαχειρίζονται την περιουσία της.

Εξάλλου εφόσον η έγκριση που προβλέπεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 23α παρ.2 ν.2190/1920 χαρακτηρίζεται ως ειδική, είναι πρόδηλο ότι χρειάζεται να είναι ρητή, δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ως έγκριση κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως η έγκριση του ισολογισμού του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η απαγορευμένη σύμβαση (ΑΠ 1512/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι: "...Από τις παραπάνω διατάξεις οι οποίες θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των ιθυνόντων προσώπων της ανώνυμης εταιρείας τα οποία ασκούν έλεγχο αυτής και διαχειρίζονται την περιουσία της (Α.Π. 1511/2011), συνάγεται σαφώς ότι την έλλειψη της ειδικής άδειας της γενικής συνέλευσης, όπου αυτή απαιτείται για το κύρος της σύμβασης μεταξύ της εταιρείας και των ως άνω μνημονευομένων προσώπων, δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της γενικής συνελεύσεως, έστω και αν δόθηκε ομόφωνα, διότι την οποιαδήποτε εκ των υστέρων έγκριση κατηγορηματικώς αποκλείει ο νόμος, απαιτώντας οπωσδήποτε προηγούμενη έγκριση εκ του φόβου μήπως η γενική συνέλευση, ευρισκόμενη προ τετελεσμένου γεγονότος, ενδώσει εκεί όπου θα είχε αρνηθεί την άδειά της (Α.Π. 842/1999). ...".

Επίσης δέχθηκε ότι: "...Η εκκαλούσα, όπως και πρωτοδίκως, ισχυρίζεται τόσο με την έφεσή της, προς αντίκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, όσο και με τη δική της αγωγή, ότι οι παρασχεθείσες σ’ αυτήν εκπτώσεις θεωρούνται εγκριθείσες από τη Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης με τις εγκριτικές των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων αποφάσεις που ελάμβανε αυτή κάθε έτος.

Ισχυρίζεται επίσης ότι ειδικώς για τα έτη 2002-2004, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν ως άκυρες, διότι έχει παρέλθει διετία από τότε που καταχωρήθηκαν στο Μ.Α.Ε. της Διεύθυνσης του Υπουργείου Εμπορίου Χανίων. Οι παραπάνω ισχυρισμοί κρίνονται απορριπτέοι στο σύνολό τους ως νομικά αβάσιμοι, διότι όπως προαναφέρεται, η έγκριση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2190/1920 πρέπει να προηγείται της σύναψης της σύμβασης και να είναι ειδική, ως τέτοια δε, νοείται μόνο η ρητή έγκριση.

Συνεπώς, αφενός δεν δύναται να θεωρηθεί ως έγκριση των επίδικων απαγορευμένων συμβάσεων κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης η έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμών κ.λ.π.) των ετών κατά τα οποία έλαβαν χώρα οι συμβάσεις αυτές (Α.Π. 1511/2011) και αφετέρου, ακόμη και αν είχε χορηγηθεί εκ των υστέρων ρητή έγκριση από τη Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης, αυτή δεν θα μπορούσε να θεραπεύσει την ακυρότητα της συνομολόγησης των συμβάσεων....". Έτσι κρίνοντας όμως το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.

Στην έννοια της "τρέχουσας συναλλαγής" της εταιρείας μετά των πελατών της, όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικώς αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσόμενους μ’ αυτήν.

Άρα σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό της υπερβαίνει το συνηθισμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία και τα ειθισμένα στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και είναι άκυρη, αν δεν προηγηθεί της κατάρτισής της η αξιούμενη από το ως άνω άρθρο ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 8/2001, 627/1974).

Ειδικότερα, από τη διατύπωση και την έννοια των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερόμενων στις διατάξεις αυτές προσώπων μετά της εταιρείας και ότι, κατ’ εξαίρεση, οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες, στις περιπτώσεις της προηγούμενης ειδικής έγκρισης αυτών από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή της ένταξης τους εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας.

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 23α παρ. 1 και 2Ν.2190/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 180 και 183 ΑΚ, συνάγεται ότι, εξαιρουμένων των συμβάσεων περί δανείων, παροχής πιστώσεων ή εγγυήσεων υπέρ των μνημονευόμενων σ’ αυτές προσώπων, οι οποίες αφ’ εαυτών είναι άκυρες, όλες οι λοιπές συμβάσεις είναι επίσης άκυρες, εκτός από εκείνες που δεν εξέρχονται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής ή προηγήθηκε ειδική έγκριση αυτών από τη γενική συνέλευση των μετόχων.

Απαιτείται δηλαδή άδεια της γενικής συνέλευσης, την έλλειψη της οποίας δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της συνέλευσης αυτής, την οποία αποκλείει ο νόμος, αξιώνοντας "...προηγούμενη έγκριση...", έτσι ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο, η γενική συνέλευση, ευρισκόμενη πριν από τετελεσμένο γεγονός, να ενδώσει εκεί που θα είχε αρνηθεί την άδειά της (ΑΠ Ολομ. 32/1975, ΑΠ 452/2005, 832/1976, 788/1976).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:"...Εξάλλου, ως σύμβαση των ως άνω προσώπων μετά της εταιρείας που δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής νοείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας και που κατά το περιεχόμενό της, ήτοι τους όρους αυτής, συμφωνεί με τους συνήθεις όρους των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσόμενους μ’ αυτή.

Η απόδειξη ότι το αντικείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης δεν εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής βαρύνει αυτόν που μάχεται υπέρ του κύρους της σύμβασης (Α.Π. 127/2008, 1791/2006, 452/2005, 1066/2002). ... ... Η εκκαλούσα, με την έφεσή της, παραπονείται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ισχυρισμού που προέβαλε προς αντίκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, επικαλούμενη ότι η σύναψη των εκπτωτικών συμβάσεων δεν εξήρχετο των τρεχουσών συναλλαγών της εφεσίβλητης με τους υπόλοιπους πελάτες της.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται και από το Δικαστήριο τούτο απορριπτέος, διότι στις "τρέχουσες συναλλαγές" υπό την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, δύνανται να υπαχθούν μόνο οι πωλήσεις που κατήρτιζε η εφεσίβλητη στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της με τους συνήθεις και μη υπαγόμενους στα πρόσωπα του άρθρου 23α του ν. 2190/1920 πελάτες της, δηλαδή, με αυτούς που αγόραζαν αδρανή υλικά έναντι της τρέχουσας τιμολογηθείσης αξίας τους και όχι οι πωλήσεις που ηδύνατο να συνάψει αυτή με τους χαρακτηριζόμενους ως "μεγάλους πελάτες" της, έναντι των ιδιαίτερα ευνοϊκών γι’ αυτούς όρων που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση.

Η μη ένταξη των συμφωνιών χορήγησης εκπτώσεων στις τρέχουσες συναλλαγές της εταιρείας καταδεικνύεται άλλωστε και από το μη αμφισβητούμενο από την εκκαλούσα γεγονός ότι οι μόνοι οι οποίοι επωφελήθηκαν τελικά των παραπάνω εκπτώσεων ήταν οι δύο μεγαλομέτοχοι της εφεσίβλητης δηλαδή, η εκκαλούσα και η εταιρεία "....".

Σημειώνεται πάντως, ότι σε κάθε περίπτωση, η έχουσα το σχετικό βάρος απόδειξης εκκαλούσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να συνάγεται το συμπέρασμα ότι η χορήγηση των προαναφερομένων εκπτώσεων αποτελούσε γεγονός που ενέπιπτε στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εφεσίβλητης και συμφωνούσε με τους συνήθεις όρους των συμβάσεων που κατήρτιζε αυτή με τους λοιπούς συναλλασσόμενους μ’ αυτήν αγοραστές. ...".

Συνεπώς, με τις παραδοχές αυτές που δέχθηκε το Εφετείο οι χορηγηθείσες επίδικες εκπτώσεις δεν μπορούν να περιληφθούν και δεν θεμελιώνουν την έννοια της "τρέχουσας συναλλαγής" κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και τις επίμαχες συμφωνίες. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος μη νόμιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλόμενων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτή, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ’ αυτούς, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004).Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. (ΑΠ 1334/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:"...Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα ισχυρίζεται τόσο κατά την ανάπτυξη του προηγούμενου λόγου της έφεσής της, όσο και προς θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής της, ότι η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης, με την παραπάνω απόφασή της που ελήφθη στις 16.7.2007, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της, όπως αυτά καθορίζονται από το νόμο και το καταστατικό, δεδομένου ότι αποκλειστικά αρμόδιο όργανο της εταιρείας για τον καθορισμό της τιμολογιακής της πολιτικής στις πωλήσεις της εν γένει είναι το Διοικητικό της Συμβούλιο.

Ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού πουθενά στο καταστατικό της εφεσίβλητης, με το οποίο επαναλαμβάνονται οι σχετικές με τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου διατάξεις του ν. 2190/1920, δεν αναφέρεται ότι αποκλειστικά αρμόδιο για να καθορίζει την τιμολογιακή πολιτική της εταιρείας είναι το Διοικητικό της Συμβούλιο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η γενική συνέλευση, ως το ανώτατο όργανο της εταιρείας, στο οποίο εκφράζουν τη βούλησή τους οι μέτοχοι, οι "κύριοι" δηλαδή (από οικονομικής απόψεως) της εταιρικής επιχείρησης, οι οποίοι φυσικό είναι να έχουν τις αποφασιστικές εξουσίες, μπορεί να αποφασίζει κατά τρόπο δεσμευτικό για το διοικητικό συμβούλιο και επί θεμάτων υπαγομένων σ’ αυτό, ιδιαίτερα δε όταν πρόκειται για θέμα το οποίο κρίνει ως μείζονος σπουδαιότητας, όπως μπορεί να είναι και ο καθορισμός των όρων των συμβάσεων πωλήσεως που συνάπτει η εταιρεία με τους "μεγάλους πελάτες" της.

Έτσι, το θέμα της χορήγησης των επίμαχων εκπτώσεων το διαχειρίσθηκε εξαρχής η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης κατά την απόφαση που έλαβε στις 8.12.2000, οπότε και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει στο μέλλον ως προς το αν θα εχορηγούντο εκπτώσεις στους "μεγάλους πελάτες" και κατά τα επόμενα της 31.12.2001 έτη, αφαιρώντας κατ’ αυτό τον τρόπο από το Διοικητικό Συμβούλιο την επικαλούμενη από την εκκαλούσα εξουσία του να αποφασίζει για το συγκεκριμένο θέμα.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω όμως, η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης ήταν η μόνη αρμόδια να αποφασίσει για τα θέματα της παροχής άδειας σύναψης συμβάσεων με τους ιδρυτές της εταιρείας και τους όρους σύναψης των συμβάσεων αυτών καθώς και για το θέμα της αναζήτησης από την εκκαλούσα και την εταιρεία "...." των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν σ’ αυτές κατά τα προηγούμενα έτη χωρίς την άδειά της ήτοι, κατά παράβαση του άρθρου 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920 και κατ’ επέκταση, να μην εγκρίνει αλλά να αναπέμψει τον ισολογισμό του έτους 2006 στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας προκειμένου να τροποποιηθεί κατά τα μη εγκριθέντα κονδύλιά του.

Η εκκαλούσα, όπως και πρωτοδίκως, ισχυρίζεται τόσο με την έφεσή της, προς αντίκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, όσο και με τη δική της αγωγή, ότι οι παρασχεθείσες σ’ αυτήν εκπτώσεις θεωρούνται εγκριθείσες από τη Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης με τις εγκριτικές των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων αποφάσεις που ελάμβανε αυτή κάθε έτος.

Ισχυρίζεται επίσης ότι ειδικώς για τα έτη 2002-2004, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν ως άκυρες, διότι έχει παρέλθει διετία από τότε που καταχωρήθηκαν στο Μ.Α.Ε. της Διεύθυνσης του Υπουργείου Εμπορίου Χανίων. Οι παραπάνω ισχυρισμοί κρίνονται απορριπτέοι στο σύνολό τους ως νομικά αβάσιμοι, διότι όπως προαναφέρεται, η έγκριση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2190/1920 πρέπει να προηγείται της σύναψης της σύμβασης και να είναι ειδική, ως τέτοια δε, νοείται μόνο η ρητή έγκριση.

Συνεπώς, αφενός δεν δύναται να θεωρηθεί ως έγκριση των επίδικων απαγορευμένων συμβάσεων κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης η έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμών κ.λ.π.) των ετών κατά τα οποία έλαβαν χώρα οι συμβάσεις αυτές (Α.Π. 1511/2011 Τραπ.Νομ.Πληρ. ΝΟΜΟΣ) και αφετέρου, ακόμη και αν είχε χορηγηθεί εκ των υστέρων ρητή έγκριση από τη Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης, αυτή δεν θα μπορούσε να θεραπεύσει την ακυρότητα της συνομολόγησης των συμβάσεων.

Μετά ταύτα, το επιχείρημα της εκκαλούσας ότι οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης της εφεσίβλητης περί έγκρισης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων των ετών 2002-2004 δεν μπορούν να προσβληθούν ως άκυρες λόγω παρέλευσης της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν επηρεάζει ούτε συναρτάται με τον προαναφερόμενο λόγο απόρριψης των ισχυρισμών της ούτε εξάλλου η αναμόρφωση από την εφεσίβλητη των οικείων ισολογισμών της των παρελθόντων ετών έχει την έννοια ότι οι αποφάσεις της Γενικής της Συνέλευσης με τις οποίες εγκρίθηκαν οι ισολογισμοί αυτοί ήταν άκυρες. ...".

Από τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές όμως αυτές του Εφετείου τις ενδιαφέρουσες τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο δεν υπέπεσε στο διατεινόμενο με το λόγο αυτό ερμηνευτικό σφάλμα, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης ουδόλως συνάγεται παραδοχή του Εφετείου, άμεση ή έμμεση, περί διαπιστώσεως κενού ή αμφιβολίας ως προς την διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στις κρινόμενες συμφωνίες.

Επομένως ο τρίτος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ΚΝ 2190/1920, όπως ισχύει μετά την εναρμόνισή του προς τις διατάξεις της πρώτης κοινοτικής οδηγίας (άρθρο 23 του π.δ. 409/1986) "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον να αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας.

Πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρίας ή τις τροποποιήσεις του".

Με τη διάταξη αυτή εισάγεται η απεριόριστη αντιπροσωπευτική εξουσία του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, η οποία επομένως δεσμεύεται έναντι των τρίτων και από πράξεις του που βρίσκονται εκτός του εταιρικού σκοπού, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση ή όφειλε να την γνωρίζει.

Η αντιπροσωπευτική αυτή εξουσία έναντι των μετόχων όταν πρόκειται για πράξεις του διοικητικού συμβουλίου που βρίσκονται εκτός του εταιρικού σκοπού, όπως κατ’ αρχήν συμβαίνει σε περίπτωση μεταβίβασης προς αυτούς περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας χωρίς αντάλλαγμα (δωρεές). Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, που ορίζει ότι τις δικαιοπραξίες του νομικού προσώπου επιχειρεί το όργανο που το διοικεί, δεν θεσπίζει αποκλειστικότητα της εξουσίας αυτής του οργάνου.

Είναι επομένως δυνατόν η βούληση του νομικού προσώπου να εκφρασθεί, έστω και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χωρίς ανάμιξη των οργάνων του, με το σύνολο των μελών του, τα οποία ουσιαστικά ταυτίζονται προς εκείνο (ΑΠ 26/1998). Ειδικότερα στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρίας, όπου η γενική συνέλευση των μετόχων "είναι το ανώτατον όργανον της εταιρίας και δικαιούται ν’ αποφασίζει περί πάσης εταιρικής υποθέσεως", σύμφωνα με το άρθρο 33 του ΚΝ. 2190/1920, οι αποφάσεις της λαμβάνονται με τη συγκέντρωση των μετόχων στον ίδιο τόπο και χρόνο, αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους, με τη θέληση να λάβουν αποφάσεις για υποθέσεις της εταιρίας, αφού για τη σύγκλησή της τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία που περιλαμβάνει ορισμένες διατυπώσεις και προθεσμίες (άρθρα 26-28, 38 και 39 παρ. 1 και 2).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:"...Από το άρθρο 33 του ν. 2190/1920 συνάγεται σαφώς ότι η γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας, ως το ανώτατο όργανο αυτής δικαιούμενο να αποφασίζει περί πάσης εταιρικής υποθέσεως, εκτός της οριζόμενης στο νόμο αποκλειστικής αρμοδιότητάς της να αποφασίζει για τα θεμελιώδη θέματα της εταιρείας (π.χ.

εκλογή διοικητικού συμβουλίου, τροποποίηση του καταστατικού, μετατροπή, συναίνεση για σύναψη από το διοικητικό συμβούλιο πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 10 παρ. 3, 23 παρ. 1 και 23α παρ. 2), δικαιούται να χαράσσει το γενικό πλαίσιο οικονομικής πολιτικής της εταιρείας, ακόμη δε και να αναμειγνύεται ευθέως σε συγκεκριμένα θέματα διαχειρίσεως, αφού η διαχειριστική εξουσία του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατό να περιορισθεί με απόφασή της (άρθρο 22 παρ. 2 ν. 2190/1920), αρκεί η ανάμειξή της αυτή να μην είναι συνεχής, κατά τρόπο που να παραγκωνίζεται το διοικητικό συμβούλιο και να εξασφαλίζεται το ανεύθυνο του.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα ισχυρίζεται τόσο κατά την ανάπτυξη του προηγούμενου λόγου της έφεσής της, όσο και προς θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής της, ότι η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης, με την παραπάνω απόφασή της που ελήφθη στις 16.7.2007, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της, όπως αυτά καθορίζονται από το νόμο και το καταστατικό, δεδομένου ότι αποκλειστικά αρμόδιο όργανο της εταιρείας για τον καθορισμό της τιμολογιακής της πολιτικής στις πωλήσεις της εν γένει είναι το Διοικητικό της Συμβούλιο.

Ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού πουθενά στο καταστατικό της εφεσίβλητης, με το οποίο επαναλαμβάνονται οι σχετικές με τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου διατάξεις του ν. 2190/1920, δεν αναφέρεται ότι αποκλειστικά αρμόδιο για να καθορίζει την τιμολογιακή πολιτική της εταιρείας είναι το Διοικητικό της Συμβούλιο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η γενική συνέλευση, ως το ανώτατο όργανο της εταιρείας, στο οποίο εκφράζουν τη βούλησή τους οι μέτοχοι, οι "κύριοι" δηλαδή (από οικονομικής απόψεως) της εταιρικής επιχείρησης, οι οποίοι φυσικό είναι να έχουν τις αποφασιστικές εξουσίες, μπορεί να αποφασίζει κατά τρόπο δεσμευτικό για το διοικητικό συμβούλιο και επί θεμάτων υπαγομένων σ’ αυτό, ιδιαίτερα δε όταν πρόκειται για θέμα το οποίο κρίνει ως μείζονος σπουδαιότητας, όπως μπορεί να είναι και ο καθορισμός των όρων των συμβάσεων πωλήσεως που συνάπτει η εταιρεία με τους "μεγάλους πελάτες" της.

Έτσι, το θέμα της χορήγησης των επίμαχων εκπτώσεων το διαχειρίσθηκε εξαρχής η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης κατά την απόφαση που έλαβε στις 8.12.2000, οπότε και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει στο μέλλον ως προς το αν θα εχορηγούντο εκπτώσεις στους "μεγάλους πελάτες" και κατά τα επόμενα της 31.12.2001 έτη, αφαιρώντας κατ’ αυτό τον τρόπο από το Διοικητικό Συμβούλιο την επικαλούμενη από την εκκαλούσα εξουσία του να αποφασίζει για το συγκεκριμένο θέμα.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω όμως, η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητης ήταν η μόνη αρμόδια να αποφασίσει για τα θέματα της παροχής άδειας σύναψης συμβάσεων με τους ιδρυτές της εταιρείας και τους όρους σύναψης των συμβάσεων αυτών καθώς και για το θέμα της αναζήτησης από την εκκαλούσα και την εταιρεία "...." των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν σ’ αυτές κατά τα προηγούμενα έτη χωρίς την άδειά της ήτοι, κατά παράβαση του άρθρου 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920 και κατ’ επέκταση, να μην εγκρίνει αλλά να αναπέμψει τον ισολογισμό του έτους 2006 στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας προκειμένου να τροποποιηθεί κατά τα μη εγκριθέντα κονδύλιά του....".Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, μ’ αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ’ αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες και της αδράνειας του δικαιούχου η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001? 7/2002? 33/2005? ΑΠ 613/2008? 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία.

Με τον από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, και με ελλιπείς σε κάθε περίπτωση αιτιολογίες έκρινε απορριπτέα τη σχετική από το άρθρο αυτό ένσταση της αναρεσείουσας, που παραδεκτά πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με την έφεσή της και στο Εφετείο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένσταση από το άρθ. 281 Α.Κ., μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:"...Με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένστασης του άρθρου 281 του Α.Κ.

την οποία προέβαλε ισχυριζόμενη ότι η επίκληση από την εφεσίβλητη της ακυρότητας των παρασχεθεισών εκπτώσεων είναι καταχρηστική διότι το Διοικητικό Συμβούλιο ακολούθησε την οδηγία της από 8.12.2000 έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων για καθορισμό ενός πλαισίου εκπτωτικής πολιτικής της εταιρείας προς τους μεγάλους πελάτες της, άσκησε δε την αποκλειστική του αρμοδιότητα καθορισμού τιμολογιακής πολιτικής με παροχή εκπτώσεων, στην οποία συνέπλευσε ομόφωνα η Γενική Συνέλευση μέχρι και το έτος 2006, με την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας.

Όμως, μέσω της προτάσεως της καταχρηστικότητας επιδιώχθηκε ανεπιτρέπτως η άρση των συνεπειών των θεωρουμένων ως ακύρων συμβάσεων και η δημιουργία αντίστοιχων αξιώσεων από αυτές μέσω της ενεργοποίησης των όρων των άκυρων συμβάσεων (Α.Π. 1791/2006, 349/2004), ώστε η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη.

‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθ. 281 Α.Κ. και επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα αναγκαία στοιχεία της αγωγής για είναι αυτή ορισμένη εξαρτώνται από τον διέποντα την έννομη σχέση νόμο και το στη συγκεκριμένη περίπτωση αίτημα. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, η οποία ανάγεται στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (Α.Π. 610/90).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αλλά και την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Όσον αφορά την από 2.8.2007 αγωγή, (της αναιρεσείουσας) μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη της κύριας βάσης αυτής, με την οποία η εκκαλούσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη από 16.7.2007 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εφεσίβλητης ελήφθη καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητάς της, πρέπει να ερευνηθεί και η επικουρική βάση της κατά το περιεχόμενο της οποίας, "η Γενική Συνέλευση με την ως άνω απόφασή της υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του φερομένου δικαιώματος, λαμβανομένης υπόψη αφενός της πάγιας από το έτος 2001 και εφεξής ομόφωνης έγκρισης υπ’ αυτής των παρασχεθεισών εκπτώσεων και αφετέρου της έλλειψης αιτιολογίας και εξυπηρετούμενου σκοπού για την αναδρομική μάλιστα διαφοροποίηση της Γενικής Συνέλευσης στην πάγια αυτή εκπτωτική πολιτική της εταιρείας...".

Με το παραπάνω ιστορικό όμως, η αγωγή κατά την επικουρική αυτή βάση της, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (άρθρα 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν και μάλιστα κατά τρόπο συγκεκριμένο, όπως απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου, αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αντιβαίνει στα συμφέροντα της εταιρείας ή αν προσβάλλει χωρίς αποχρώντα λόγο τα νόμιμα συμφέροντα της μειοψηφίας που απορρέουν από τη μετοχική σχέση που τη συνδέει με την εφεσίβλητη (μη νοουμένων επομένως ως τέτοιων των συμφερόντων της εκκαλούσας να αγοράζει εμπορεύματα με μειωμένες τιμές) ή αν θίγει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των μετόχων.

Η συνδρομή κάποιας από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις ως συνέπεια των λοιπών περιστάσεων που αναφέρονται στην αγωγή, ήταν απαραίτητη στην προκειμένη περίπτωσή για να θεμελιωθεί σύμφωνα με το νόμο ο περί καταχρηστικότητας ισχυρισμός, της εκκαλούσας...".Επομένως το Εφετείο που έκρινε ως αόριστη την από 2.8.2007 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική της βάση περί καταχρήσεως δικαιώματος (281 ΑΚ),ορθώς και κατά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο γι’ αυτό και ο έκτος λόγος της αναίρεσης, κατά το σκέλος του αυτό, από την ΚΠολΔ 559 αρ. 14 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Επομένως, ο έκτος λόγος ως προς το άλλο μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η από 28-12-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης θεμελιωμένη στην 904 Α.Κ. δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω αοριστίας είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο αντίστοιχος για αοριστία ισχυρισμός προτάθηκε στο ουσιαστικό δικαστήριο.

Επομένως, η αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με τα υπ’ αριθμ. 1603532, 1603534, 1603535 παράβολα Δημοσίου και 017577, 017578, 017579 ΤΑΧΔΙΚ, όπως προκύπτει από την υπ’ αρ.πρωτ. 42/2013 βεβαίωση της γραμματείας του Εφετείου Κρήτης.

Εξάλλου πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 207/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με τα υπ’ αριθμ. 1603532, 1603534, 1603535 παράβολα Δημοσίου και 017577, 017578, 017579 ΤΑΧΔΙΚ, όπως προκύπτει από την υπ’ αρ. πρωτ. 42/2013 βεβαίωση της γραμματείας του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ