Legislator Case Law & Legislation
791/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding lower court's finding of abuse of rights.

Case Number 791/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the termination of a labor contract. The appellant argued the termination was abusive, but the court found the lower court provided sufficient reasoning based on the employer's breach of duties and the passage of time since the dispute arose. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks legal basis or contains insufficient reasoning, but is allowed when the court clearly addresses the facts and applies the law correctly to the specific circumstances of the case.

Keywords

AI generated
labor contract termination abuse of rights appeal admissibility insufficient reasoning legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 652(1a) of the Civil Code
Article 669(2)(a) of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 791/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 582/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 21-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 21-3-2013 αίτησης, για αναίρεση της 239/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση των οποίων καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν η τελευταία έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη αντισυμβατική συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.

Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 648, 649, 652 παρ. 1, 656 και 349 έως 351 του ΑΚ, συνάγεται ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, δηλαδή η επιχειρηθείσα χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να υπάρχει τέτοιο δικαίωμα από την ατομική σύμβαση εργασίας, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας, και κατά τρόπον ώστε να προκαλεί στο μισθωτό άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, δεν επάγεται τη λύση της εργασιακής συμβάσεως, αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα:

α) Να αποδεχτεί τη μεταβολή αυτή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174, 178 ΑΚ). β) Να θεωρήσει τη μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία του, αξιώνοντας την καταβολή της κατά το νόμο αποζημιώσεως.

Και γ) να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει, την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του. Η μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν τη, για αποδοχή βούλησή του, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη, αλλ' ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 26-1-1979... προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του τεχνικού υπαλλήλου τυχερών επιτραπέζιων παιγνίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...

Σ' εκτέλεση της συμβάσεως η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση διεξαγωγής τυχερών παιγνίων της εναγομένης (Καζίνο Πάρνηθας) με καθεστώς εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας... και με οκτάωρο ημερησίως... Μετά από διαδοχική βαθμολογική και ιεραρχική εξέλιξη, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και το Οργανόγραμμα της εναγομένης, παρείχε την εργασία της μέχρι τις 15-6-2006 με την ιδιότητα της Επιθεωρήτριας (inspector), δηλαδή της υπαλλήλου που επόπτευε την ορθή διεξαγωγή των παιγνίων.

Όμως, από τον παραπάνω χρόνο η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της την τοποθέτησε στη θέση της "Dealer" (γκρουπιέ), δηλαδή της υπαλλήλου που διεξήγαγε τα παίγνια και ιδίως αυτά που παίζονταν με τράπουλα, καθόσον η ενάγουσα κατά την εκτέλεση της εργασίας της επιθεωρήτριας δημιουργούσε συχνά προβλήματα κατά την εφαρμογή των διαδικασιών, αλλά και προστριβές με τους υπαλλήλους που απασχολούνταν ως ντήλερς στα τραπέζια που αυτή επόπτευε.

Ειδικότερα στις 29-5-2006 έγινε εις βάρος της αναφορά στη Διεύθυνση του Καζίνο για περιστατικό που αφορούσε κακή εκτέλεση των καθηκόντων της ως επιθεωρήτριας κατά την ημερομηνία αυτή. Συγκεκριμένα, η ντήλερ Κ. Β., την οποία επόπτευε η ενάγουσα, απευθύνθηκε στη Δ/νση της εναγομένης, διαμαρτυρόμενη ότι η ενάγουσα την κατηγόρησε αδίκως για απώλεια μάρκας 1.000 ευρώ, γεγονός που επιβεβαίωσε και η προϊσταμένη του Τμήματος...

ενώ η ενάγουσα όταν κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις για το συμβάν ενώπιον του Υποδιευθυντή... ο οποίος είχε διεξάγει έρευνα για το συμβάν αυτό και δεν είχε διαπιστώσει την απώλεια της μάρκας δεν παραδέχθηκε το λάθος της και συνέχισε να κατηγορεί την ντήλερ Κ. Β.. Ακόμη στις 17-1-2006 η ενάγουσα κλήθηκε σ' απολογία, κατόπιν της, με ίδια ημερομηνία κλήσεως, την οποία παρέλαβε η ίδια, υπογράφοντας στη θέση της παραλήπτριας, για μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων της ως επιθεωρήτριας σε στοιχηματισμό πελάτη κατά τη 12-1-2006.

Η ενάγουσα αντέδρασε στην προαναφερθείσα αλλαγή των καθηκόντων της, αφού η θέση της ντήλερ ήταν ιεραρχικά κατώτερη της Επιθεωρήτριας και για το λόγο αυτό προσέφυγε στις 7-6-2006 στην αρμόδια Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας... καταθέτοντας την από 7-6-2006 προσφυγή της, η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε για την 15-6-2006.

Κατά την τελευταία αυτή ημεροχρονολογία συμφωνήθηκε μεταξύ της προσφεύγουσας και της εναγομένης να απασχολείται η πρώτη ως ντήλερ και για όση ώρα της το επιτρέπει η υγεία της, καθόσον αντιμετώπιζε πρόβλημα με το δεξιό ώμο της, λόγω ρήξεως αρθρώσεως σ' αυτόν. Στη συνέχεια η ενάγουσα προσέφυγε και πάλι στην Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας με την από 21-8-2006 προσφυγή της, η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε για την 13-9-2006, οπότε η ενάγουσα αποδέχθηκε να απασχολείται ως ντήλερ για όση ώρα της το επιτρέπει η υγεία της στο Μπλάκ Τζάκ και στη ρουλέττα, ενώ πριν από τη συζήτηση στις 13-9-2006 της άνω προσφυγής η ενάγουσα είχε αποστείλει στην εναγομένη την από 24-8-2006 εξώδικη δήλωση...

με την οποία εξέφραζε τη διαμαρτυρία της για την αλλαγή των καθηκόντων της και ζητούσε ν' απασχολείται στο μέλλον στη θέση της Επιθεωρήτριας... Ακολούθως και ενώ η ενάγουσα απασχολείτο στη θέση της ντήλερ με μειωμένο χρόνο απασχόλησης, όπως κατά τα παραπάνω είχε συμφωνηθεί, δηλαδή ανά 30 λεπτά εργασίας, αναπαυόταν για άλλα 30 λεπτά, η εναγομένη της απέστειλε την από 8-11-2007 εξώδικη δήλωση, την οποία παρέλαβε η ίδια η ενάγουσα...

με την οποία της επεσήμαινε αδικαιολόγητη άρνηση εκτέλεσης της εργασίας της ως ντήλερ και την καλούσε ν' ανταποκριθεί στα καθήκοντά της στην άνω θέση, προειδοποιώντας την ότι αν δεν συμμορφωθεί θα προβεί στις νόμιμες ενέργειες για να λυθεί η σύμβαση εργασίας της, στην εξώδικη δε δήλωση αυτή η ενάγουσα δεν απάντησε...

Στις 28-3-2008 έγινε στην ενάγουσα έγγραφη επίπληξη για παράβαση του άρθρου 13 παρ. 1δ του Κανονισμού Εργασίας... αφού προηγουμένως είχε γίνει εις βάρος της η από 22-2-2008 αναφορά του τμήματός της για περιστατικό που έλαβε χώρα την εν λόγω ημεροχρονολογία και αφορούσε σε στοιχηματισμό πελάτη, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για τη μη εφαρμογή των κανόνων από την ενάγουσα που ήταν ντήλερ, ενώ στις 9-5-2008 επιβλήθηκε στην ενάγουσα για παράβαση του ίδιου ως άνω άρθρου του Κανονισμού Εργασίας, η πειθαρχική ποινή της υποχρεωτικής αποχής από την εργασία της για 5 εργάσιμες ημέρες...

αφού προηγουμένως αυτή είχε κληθεί σ' απολογία, στην οποία δεν προσήλθε... Κατόπιν των παραπάνω η ενάγουσα εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι την 19-6-2009, αφού εν τω μεταξύ είχε απουσιάσει αδικαιολόγητα από την εργασία της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 μέχρι και 6-6-2009 καθώς και στις 9-6-2009 οπότε η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, προσφέροντας σ' αυτή ως αποζημίωση απόλυσης 83.009,95 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα τελικά εισέπραξε.

Έτσι, λόγω της άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας και της μη δυνατότητάς της να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις και τις παρατηρήσεις των προϊσταμένων της για καλύτερη απόδοση στην εργασία της, διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ αυτής και της εναγομένης και το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργαζομένου και του εργοδότη.

Προκειμένου δε η εναγομένη να αποτρέψει κάθε περίπτωση ζημίας της και για να αποκαταστήσει την εύρυθμη λειτουργία του τμήματος, στο οποίο εργαζόταν η ενάγουσα, αναγκάσθηκε να καταφύγει, κάνοντας νόμιμη χρήση του διευθυντικού της δικαιώματος, στο έσχατο και επαχθέστερο για την ενάγουσα, πλην αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων της, μέσον της απόλυσης αυτής.

Με βάση τα προεκτεθέντα το Εφετείο κατέληξε ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε καθ' υπέρβαση προφανώς των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης, αλλά έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της και ήταν το μόνο πρόσφορο μέτρο, το οποίο δεν υπερέβη αφού ήταν αναγκαίο λόγω της ρήξης της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε επέλθει μεταξύ αυτής και της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση με πρόθεση εκδίκησης, διότι αυτή προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενη για την αλλαγή των καθηκόντων της, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο από εκείνα που επικαλείται και προσκομίζει αποδεικνύεται ως κατ' ουσία βάσιμος... Εξ άλλου, η ενάγουσα δεν δίνει λογική εξήγηση για ποιο λόγο η εκδικητικότητα των οργάνων της εναγομένης εναντίον της εκδηλώθηκε μετά τρία σχεδόν έτη από τις προσφυγές της στην Επιθεώρηση Εργασίας, που έλαβαν χώρα τον Ιούνιο και τον Αύγουστο του έτους 2006 και ενώ αυτή είχε ήδη από το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους αποδεχθεί να απασχολείται ως ντήλερ, ενώ όσον αφορά στην προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 12-5-2008, αυτή είχε ως αιτία μόνο την παροχή εξηγήσεων εκ μέρους της για τη μη εμφάνισή της στην επιχείρηση της εναγομένης από 10-5-2008 μέχρι 12-5-2008 και από 15-5-2008 μέχρι 16-5-2008...

Κατ' ακολουθία, εφόσον η αγωγή είναι αβάσιμη στην ουσία της ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, είναι απορριπτέα και τα αιτήματα περί καταβολής μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης... και στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 παρ. 1α', 669 παρ. 2 εδ.

α', 281, 288 ΑΚ, 1, 7 Ν. 2112/1920, 1 και 5 Ν. 3198/1955 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη ως προς την αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η γενόμενη από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης, ήταν άκυρη ως καταχρηστική, παραθέτοντας στην προσβαλλόμενη, ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα της μη καταχρηστικότητας, σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.

και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά από τα οποία εμφαίνεται ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εναγόμενη στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήταν η εκδηλωθείσα ως άνω συμπεριφορά της ενάγουσας και η εντεύθεν πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων της, εξαιτίας των οποίων διαταράχθηκε η μεταξύ των διαδίκων σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης και όχι τα επικαλούμενα αισθήματα αντιπάθειας και εκδικητικότητας σε βάρος της, λόγω της διεκδίκησης νόμιμων αλλά μη αρεστών στην εναγόμενη δικαιωμάτων της, καθόσον:

α) από την εν λόγω διεκδίκηση, κατά το, από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο 2006 διάστημα, μέχρι το χρόνο καταγγελίας, κατά την 18-6-2009 είχε παρέλθει ήδη μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να δικαιολογείται διατήρηση τέτοιων αισθημάτων και εκδικητική διάθεση σε βάρος της ενάγουσας, β) η μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, με ανάθεση στην ενάγουσα των καθηκόντων της dealer, αντί εκείνων της επιθεωρήτριας που ασκούσε έως 15-6-2006, έπαυσε να είναι μονομερής αφού, κατά τις άνω παραδοχές, προεχόντως η ενάγουσα αποδέχθηκε τη θέση αυτή από 13-9-2006 και συνεχώς έκτοτε (και δη με παροχή εργασίας ανά 30 λεπτά και ανάπαυση για τα επόμενα 30 λεπτά της ώρας, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε), ενώ, όπως δέχθηκε το Εφετείο, καμμιά διαμαρτυρία της δεν αποδείχθηκε έκτοτε προς την εναγομένη, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο αιτιάσεις, και υπό την επίφαση της ίδιας, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2013 αίτηση της Α. Π., για αναίρεση της 239/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ