Legislator Case Law & Legislation
791/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance dismissal of unjust enrichment claim due to insufficient reasoning.

Case Number 791/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of an unjust enrichment claim. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting the claim that defendants were unjustly enriched by the construction costs. The Court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory regarding the existence of enrichment, thereby overturning the dismissal and remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 912 of the Civil Code: The Supreme Court may allow an appeal if the lower court fails to provide specific reasoning for the substantive rejection of an unjust enrichment claim, particularly when the reasoning contradicts the established facts regarding the existence of enrichment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment insufficient reasoning appeal admissibility remand for retrial civil procedure enrichment without cause judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 912 of the Civil Code
Article 909 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 791/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Π., κατοίκου ..., 2.Α. συζ. Λ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Σεργάκη και 3. Ν. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2983/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 647/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.12.2010 αίτησή του και των από 5.10.2011 προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 29 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 647/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και επικουρικά ο τέταρτος των αρχικών και ο δεύτερος των πρόσθετων λόγων της, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί αντίστοιχα η ως άνω απόφαση.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 647/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 8.7.2009 έφεση και τους από 1.2.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2983/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 20.12.2006 αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων με αίτημα να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν συμμέτρως και νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις της αγωγής, το ποσό των 78.291,19 ευρώ, κατά το οποίο έγιναν πλουσιώτεροι σε βάρος της περιουσίας του μετά την υπαναχώρησή τους από τη μεταξύ τους σύμβαση κατασκευής πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής και τη λήξη έκτοτε της αιτίας για την οποία αυτός ως αντισυμβαλλόμενος εργολάβος, δαπάνησε το ως άνω ποσό για κατασκευές σε εκτέλεση της σύμβασής τους. Παραδεκτά επίσης με το από 5.10.2011 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 409§1εδ.α ΚΠολΔ, οι μάρτυρες εξετάζονται χωριστά και μόνο αν κριθεί απαραίτητο μπορούν να εξετασθούν σε αντιπαράσταση με άλλους μάρτυρες ή και με τους διαδίκους. Η διάταξη αυτή επιβάλλει μεν τη χωριστή κατ' αρχήν εξέταση των μαρτύρων, δεν απαγορεύει όμως την παρουσία τους στο ακροατήριο του δικαστηρίου πριν αυτοί να εξετασθούν και ενώ εξετάζονται εκεί οι λοιποί μάρτυρες. Τέτοια απαγόρευση δεν μπορεί να συναχθεί ότι επιβάλλεται ούτε από τις διατάξεις των άρθρ. 4§1 και 20§1 του Συντάγματος και 6§1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ. 53/1974), με τις οποίες αναγνωρίζεται η ισονομία των πολιτών και το δικαίωμα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, αφού κάθε μάρτυρας υπόκειται κατά την κατάθεσή του στον έλεγχο του δικαστηρίου και των παραγόντων της δίκης και μπορεί να εξετασθεί και συμπληρωματικά (άρθρ. 411 ΚΠολΔ), η δε κατάθεσή του εκτιμάται τελικά ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρ. 340 ΚΠολΔ). Έτσι δεν δημιουργούνται συνθήκες ανισότητας για εκείνο το διάδικο που ο μάρτυράς του εξετάσθηκε πριν από το μάρτυρα του αντιδίκου του και ενώ ο μάρτυρας αυτός παρευρισκόταν κατά την κατάθεση του δικού του μάρτυρα στο ακροατήριο του δικαστηρίου.

Συνεπώς δεν συνιστούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο στην παρούσα υπόθεση οι καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μολονότι αυτοί παρακολούθησαν προηγουμένως εκεί την εξέταση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος παρά τη σχετική εναντίωσή του. Πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 904εδ.α ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη που μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994), η οποία διαφορετικά θα συνέβαινε και τέτοια είναι προπάντων η περίπτωση αποφυγής δαπανών, στις οποίες ο υπόχρεος ήταν για πραγματικούς λόγους αναγκασμένος να προβεί ή όφειλε από το νόμο ή τη σύμβαση να έχει προβεί.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).

Κατά την έννοια αυτή αδικαιολόγητος είναι ιδίως ο πλουτισμός σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη (ΑΚ 904εδ.β). Στοιχεία έτσι της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη, είναι γενικώς η ύπαρξη περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιο πρόσωπο, η αιτία για την οποία αυτή επήλθε και η ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Αντίθετα δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αυτής η διατήρηση του πλουτισμού εξακολουθητικά στον λήπτη, αφού όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 909 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος και εναπόκειται συνεπώς στο λήπτη του πλουτισμού να επικαλεσθεί ως εναγόμενος και να αποδείξει κατά το άρθρ. 338§1 ΚΠολΔ το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 1484/2008).

Αντένσταση στην ένσταση αυτή, σε περίπτωση που αξιώνεται η απόδοση του πλουτισμού, διότι δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία δόθηκε ή έληξε η αιτία αυτή, αποτελεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που μπορεί να περιέχεται και καθ' υποφορά στο αγωγικό του δικόγραφο, ότι ο λήπτης του πλουτισμού όφειλε να προβλέψει την αναζήτησή του, αφού τότε κατά τη διάταξη του άρθρ. 912εδ.α ΑΚ ο λήπτης του πλουτισμού ευθύνεται για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή.

Εισάγεται έτσι εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρ. 909 ΑΚ και διατηρείται στην περίπτωση αυτή η ευθύνη του λήπτη του πλουτισμού προς απόδοσή του, μολονότι αυτός δεν σώζεται ή μειώθηκε, εφόσον όμως η απώλεια ή η μείωση του πλουτισμού οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του λήπτη, αφού η ευθύνη του για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρ. 910 ΑΚ, που παραπέμπει στη διάταξη του άρθρ. 348 ΑΚ και αυτή περαιτέρω στη διάταξη του άρθρ. 1097 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Οι τρεις εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), ως συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός οικοπέδου εμβαδού 334,86 τ.μ,.

στη θέση Κοκκινιά του Κορυδαλλού Αττικής επί της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου αριθ. 116 ..., ανέθεσαν στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) και αυτός ανέλαβε, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1988 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Χρυσής Δεπούντη-Μαρκουλάκη, την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής μιας πολυόροφης οικοδομής για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 467/6.3.1989 οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Αιγάλεω.

Βάσει της εν λόγω συμφωνίας οι εναγόμενοι (οικοπεδούχοι) παρακράτησαν για λογαριασμό τους ποσοστό 405/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και υποσχέθηκαν να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν στον ενάγοντα, ως εργολάβο ή σε πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε ως αγοραστές τα υπόλοιπα 595/1000 εξ αδιαιρέτου. Το έργο συμφωνήθηκε να αποπερατωθεί ως προς μεν τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες εντός προθεσμίας 22 μηνών από της εκδόσεως της οικοδομικής άδειας, ήτοι μέχρι 6.1.1991, ως προς δε τους κοινόχρηστους χώρους εντός προθεσμίας 24 μηνών, ήτοι μέχρι 6.3.1991.

Κατά τη σύμβαση οι εναγόμενοι είχαν ως εργοδότες δικαίωμα να κηρύξουν έκπτωτο τον ενάγοντα σε περίπτωση υπερημερίας του περί την εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου. Στις 22.2.1991 ο ενάγων κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως έπειτα από αιτήσεις άλλων δανειστών του, με την υπ' αριθ. 81/22.2.1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Εν τω μεταξύ επειδή είχαν διακοπεί οι εργασίες αποπερατώσεως του έργου, που βρίσκονταν στο στάδιο της πλάκας επικαλύψεως του τέταρτου ορόφου και των τοιχοποιϊών με τούβλα στους πρώτο και δεύτερο ορόφους και αφού συμπληρώθηκε η προαναφερθείσα προθεσμία περατώσεώς του (6.3.1991), οι εναγόμενοι με την από 22.5.1991 δήλωσή τους προς τον προσωρινό σύνδικο της πτωχεύσεως κήρυξαν τον ενάγοντα εργολάβο έκπτωτο.

Ο τελευταίος προσδιορίζει την αξία του υπ' αυτού κατασκευασθέντος έργου, με βάση τις δαπάνες που κατέβαλε για το μέχρι της εκπτώσεώς του στάδιο των εργασιών, σε 78.291,19 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι κατά το ποσό αυτό οι εναγόμενοι κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιώτεροι σε βάρος της περιουσίας του κατά το λόγο της συγκυριότητάς τους στο οικόπεδο.

Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν το επικαλούμενο ως άνω ύψος των δαπανών της οικοδομής που κατασκεύασε ο ενάγων ..., ώστε η παραδοχή αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο επανεξετάσεως ... Ισχυρίζονται όμως ότι υπό τις αναλυτικά εκτιθέμενες στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περιστάσεις ...

ο παραπάνω πλουτισμός δεν σώζεται στην περιουσία τους. Επί του εν λόγω ισχυρισμού (ενστάσεως κατ' άρθρ. 909 ΑΚ) αποδείχθηκε ότι με την κήρυξη του ενάγοντος σε κατάσταση πτωχεύσεως και με δεδομένο ότι η πρόοδος των εργασιών στην παραπάνω οικοδομή είχε ήδη διακοπεί, οι εναγόμενοι από δικαιολογημένη δυσπιστία στο πρόσωπό του δεν δέχθηκαν τις προταθείσες απ' αυτόν λύσεις για ολοκλήρωση της οικοδομής με χρηματοδότηση από τρίτα πρόσωπα.

Παράλληλα ο ενάγων δεν αποδέσμευσε τους εναγομένους από τις αξιώσεις του για τις δαπάνες στην οικοδομή και υπ' αυτά τα δεδομένα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αναλάβει τη συνέχιση και αποπεράτωση του έργου άλλος εργολάβος. Η εμπλοκή αυτή οδήγησε τους εναγομένους σε μακρόχρονη και εξαντλητική δικαστική διαμάχη τόσο για την εδώ επίδικη οικοδομή όσο και για την άλλη, την ανέγερση της οποίας επίσης είχαν αναθέσει στον ενάγοντα με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου τους ευρισκομένου στην οδό Διομήδους αριθ. 101 του Κορυδαλλού.

Η δυσμενής αυτή εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να μην κατορθώσουν να αποπερατώσουν την οικοδομή, η οποία βρίσκεται στο στάδιο που την άφησε ο ενάγων, όταν κηρύχθηκε έκπτωτος του έργου. Κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο πρόκειται για μία οικοδομή απαξιωμένη συνεπεία του ότι: α) Επί χρονικό διάστημα υπέρτερο της δεκαπενταετίας ο γυμνός σκελετός της είναι εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες και υφίσταται την εντεύθεν αυξημένη φθορά, β) έληξε η σχετική με αυτήν άδεια οικοδομής, γ) μειώθηκε ο συντελεστής δομήσεως στο οικόπεδο από 2,8 σε 2 δυνάμει των υπ' αριθ. 457/27.9.1999 και 654/21.12.1999 αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αιγάλεω, της από 9.5.2002 αποφάσεως της Γενικής Γραμματείας της Περιφέρειας Αττικής και της σχετικής αποφάσεως 1642/Φ/Τροπ. 2002 του ΥΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 439/27.5.2002 (τεύχος Δ), ώστε τυχόν νέα οικοδομική άδεια θα εκδοθεί με βάση το νέο μειωμένο συντελεστή δομήσεως, με φυσική και αναγκαία εκ των πραγμάτων συνέπεια να απαιτείται αναδιανομή ποσοστών, αφού ο τρίτος εναγόμενος θα λάμβανε τον πέμπτο όροφο, ο οποίος τώρα δεν μπορεί να κτισθεί, δ) από 1.7.1995 με την υπουργική απόφαση Δ.17α/08/32ΦΝ.275/1992 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 613/12.10.1992 (τεύχος Β), ισχύει ο νέος αντισεισμικός κανονισμός, οι διατάξεις του οποίου διαφοροποιούν τις μέχρι τότε απαιτούμενες προδιαγραφές, με αποτέλεσμα να απαιτείται πλέον ενίσχυση του υπάρχοντος σκελετού της οικοδομής και ε) οι εναγόμενοι δεν έχουν επιτύχει να κάνουν χρήση, είτε οι ίδιοι προσωπικά είτε εκμεταλλευόμενοι δια της εκμισθώσεως τα διαμερίσματα που συμφωνήθηκε να περιέλθουν σ' αυτούς με βάση την μετά του ενάγοντος εργολαβική σύμβαση.

Περαιτέρω υπολογίζεται με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία ότι στην περίπτωση που οι εναγόμενοι αποφάσιζαν την κατεδάφιση του υπάρχοντος κτίσματος, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε δαπάνη περίπου 60.000 ευρώ. Σύμφωνα με όλες αυτές τις διαπιστώσεις εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι αφενός μεν είναι δέσμιοι της περιγραφείσας, εξαιρετικά δυσμενούς γι' αυτούς καταστάσεως και αφετέρου ο πλουτισμός, δηλαδή η αξία ως περιουσιακό αγαθό της οικοδομής που ανήγειρε ο ενάγων στο παραπάνω οικόπεδό τους και την εγκατέλειψε ημιτελή, είχε εξανεμισθεί πλήρως και δεν σωζόταν κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (8.1.2007), αποδεικνυομένης έτσι ως βάσιμης και από ουσιαστικής απόψεως της σχετικής καταλυτικής της αγωγής ενστάσεως των εναγομένων".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρόλο που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι οι αναιρεσίβλητοι μετά την υπαναχώρησή τους από τη σύμβασή τους με τον αναιρεσείοντα όφειλαν να προβλέψουν ότι αυτός, που κατασκεύασε με δαπάνες του μέρος μόνο της οικοδομής που αφορούσε η σύμβασή τους, θα αναζητούσε τον αντίστοιχο με το μέρος αυτό πλουτισμό τους, που είναι ισόποσος με τις έως τότε κατασκευαστικές δαπάνες του, δεν έλαβε εντούτοις υπόψη (η απόφαση) το σχετικό ισχυρισμό του, ο οποίος επαναφέρθηκε και στο Εφετείο ως παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης και έτσι εσφαλμένα έγινε δεκτό, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, ότι ο πλουτισμός τους, εξ αιτίας μεταγενέστερων γεγονότων, δεν υπήρχε πλέον κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα την απόρριψη της έφεσής του και την επικύρωση αντίστοιχα της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει για την ίδια αιτία την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Σχετικά το Εφετείο δέχθηκε ότι "κατά την αληθινή έννοια των άρθρ. 904 και 909 ΑΚ κρίσιμος για τον υπολογισμό της αξίας του δημιουργηθέντος (αδικαιολόγητου) πλουτισμού είναι ο χρόνος που περιήλθε ο πλουτισμός στον πλουτήσαντα, ενώ για τον υπολογισμό της αξίας του επιστρεπτέου πλουτισμού κρίσιμος είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής, ώστε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιτρεπτώς έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί του ζητήματος αν κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής εξακολουθούσε να σώζεται ο δι' αυτής επικαλούμενος πλουτισμός των εναγομένων, πραγματικά περιστατικά και λόγους αποσβεστικούς του πλουτισμού που συντελέσθηκαν μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του και με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της εφέσεως".

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και έμμεσα με την απόρριψη των λόγων αυτών της έφεσης του αναιρεσείοντος απέρριψε κατ' ουσίαν και τον περιεχόμενο στους ίδιους λόγους ως άνω ισχυρισμό του, δηλαδή ότι οι αντίδικοί του όφειλαν μετά την υπαναχώρησή τους από τη μεταξύ τους σύμβαση να προβλέψουν την από μέρους του αναζήτηση του πλουτισμού τους που επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή του.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ισχυρισμό αόριστο, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο λήπτης του πλουτισμού, που είναι αποδοτέος επειδή έληξε η αιτία για την οποία δόθηκε, ευθύνεται ακόμη και αν δεν σώζεται κατά την άσκηση της σχετικής αγωγής ο πλουτισμός, εφόσον όμως η απώλεια ή η μείωση προηγουμένως του πλουτισμού οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα και δεν αρκεί απλώς το γεγονός ότι πρόβλεψε ή όφειλε να έχει προβλέψει την αναζήτηση του πλουτισμού, όπως μόνον ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων για τους αναιρεσιβλήτους.

Με δεδομένο επομένως ότι λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή όταν απέρριψε, έστω και έμμεσα, παραδεκτά προταθέντα από διάδικο κρίσιμο ισχυρισμό, τον οποίο έλαβε έτσι οπωσδήποτε υπόψη (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1668/2005), είναι απορριπτέος πρωταρχικά ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ο λόγος αυτός, με τον οποίο αβάσιμα τελικά υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο παραπάνω ισχυρισμός του, αφορά σε κάθε περίπτωση ισχυρισμό αόριστο κατά τα προεκτεθέντα.

Συνακόλουθα δεν αξιολογείται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η παράλειψη του Εφετείου να αιτιολογήσει ειδικότερα την έμμεση κατ' ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού αυτού και είναι έτσι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Παρέπεται ότι εφόσον δεν συντρέχουν κατά τις παραδοχές του Εφετείου οι προϋποθέσεις της αυξημένης ευθύνης των αναιρεσιβλήτων κατά το άρθρ. 912 του ΑΚ, δηλαδή της εξαίρεσης που εισάγει το άρθρο αυτό από τον κανόνα του άρθρ. 909 ΑΚ, είναι κρίσιμες οι παραδοχές της απόφασής του ως προς την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Όμως οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες έγινε δεκτό ότι κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν σωζόταν πλέον ο πλουτισμός που είχε αρχικά προκύψει για τους αναιρεσιβλήτους από την κατασκευή στο οικόπεδό τους της συμφωνημένης με τον αναιρεσείοντα οικοδομής, η οποία όμως έμεινε ημιτελής και απαξιώθηκε με την πάροδο του χρόνου, είναι αντιφατικές και ανεπαρκείς για να στηρίξουν το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, καθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν δεν έγινε δεκτό ότι η οικοδομή κρίνεται οπωσδήποτε κατεδαφιστέα, αφετέρου δε δεν προσδιορίζεται το κόστος αποπεράτωσής της σε συγκριτική αντιπαραβολή με το κόστος ανέγερσης της ίδιας οικοδομής από την αρχή και μάλιστα με τις προδιαγραφές και στις δύο περιπτώσεις του ισχύοντος από 1.7.1995 νέου αντισεισμικού κανονισμού, οπότε αν το κόστος ανέγερσης νέας οικοδομής υπερβαίνει το κόστος αποπεράτωσης της υφιστάμενης οικοδομής κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, ασφαλώς τότε υφίσταται αντίστοιχος πλουτισμός των αναιρεσιβλήτων, αφού κατά τα λοιπά η αδυναμία κατασκευής πέμπτου ορόφου στην ίδια οικοδομή, ως συνέπεια της μεταγενέστερης μείωσης εκεί του συντελεστή δόμησης, δεν συνιστά μειωτικό παράγοντα του αρχικού πλουτισμού των αναιρεσιβλήτων, αλλά αιτία ενδεχομένως αποζημίωσής τους από τον αναιρεσείοντα στο πλαίσιο της σύμβασής τους.

Συνεπώς είναι βάσιμοι τόσο ο τέταρτος των αρχικών όσο και δεύτερος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, που καθιστά περιττή πλέον την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, να γίνει αυτή δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη ήδη απόφαση (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§2, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 647/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε δε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ