Legislator Case Law & Legislation
791/2011 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding unpaid wages during illness exceeding statutory one-month limit.

Case Number 791/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a claim for unpaid wages due to illness. The appellant argued the employer failed to provide sufficient evidence regarding the employee's work hours and health status during the relevant period. The Court found the lower court's reasoning inadequate as it did not explicitly address the specific evidence presented by the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 657 and 658 of the Civil Code; The right to claim wages during illness is preserved for a maximum of one month if the disability occurred over a year after contract commencement, and the appeal must be rejected if the court of first instance properly considered and dismissed the argument without substantive flaws.

Keywords

AI generated
unpaid wages illness period statutory limit appeal grounds insufficient reasoning labor contract evidence analysis

Cited Legislation

AI generated
Article 657 of the Civil Code
Article 658 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 232 paragraph 1 gamma of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 791/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. χήρας Σ. Χ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Μανιάτη. 2) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Δ. Σ. Χ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", νομίμως εκπροσωπουμένης, που παρέστη μετά του νομίμου εκπροσώπου της Γ.Χ., ο οποίος και διορίζει τον παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Β. συζ. Ι. Σ., το γένος I. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1267/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6024/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-01-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 24-2-2011 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 657 Α.Κ., ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωση του για το μισθό, αν ύστερα από 10ήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργασθεί για σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του και κατά τη διάταξη του άρθρου 658 του ίδιου κώδικα, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο η αξίωση για το μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, αν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως και το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της αποχής του μισθωτού από την εργασία του για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ασθένεια αυτού, ο μισθωτός διατηρεί την αξίωση του προς καταβολή των νομίμων αποδοχών του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, εάν το κώλυμα παροχής εργασίας, λόγω ασθένειας, επήλθε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως, επί μισό δε μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξάλλου, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει, εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτιώνται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Α.Κ. με το να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη αποδοχές επτά (7) μηνών, λόγω ασθένειας, για το διάστημα από 23-5-2003 μέχρι 31-12-2003, αντί για αποδοχές ενός μηνός που εδικαιούτο. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, το Εφετείο με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των άλλων, ότι την 1-3-2003, καταρτίσθηκε προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ότι η αναιρεσίβλητη στο χρονικό διάστημα από 1.8.2004 μέχρι 15.9.2004 πραγματοποίησε 166 ώρες απασχολήσεως, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 23-5-2003 μέχρι 31-12- 2003 ήταν ασθενής και, ωστόσο, ότι δικαιούται τις αποδοχές των επτά (7) ως άνω μηνών, κατά τους οποίους ήταν ασθενής, συνολικού ποσού 4.488,75 ευρώ (641,25 ευρώ Χ 7 μήνες), παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 657 και 658 του Α.Κ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών.

Επειδή, από το άρθρο 14 της Α1β/8557/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 526), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 665), σε συνδυασμό με τα άρθρα 3,174 και 180 του Α.Κ., συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως της εργαζόμενης ως καμαριέρας σε ξενοδοχείο.

Όμως, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή των οφειλομένων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, διότι η έλλειψη αυτή αποτελεί ένσταση του εναγομένου εργοδότη περί ακυρότητας της συμβάσεως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης.

Εξάλλου, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάνος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση, ότι είχαν προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καμία αναφορά για την ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας της ενάγουσας, ούτε για την ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας της, λόγω της ως άνω ελλείψεως.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναίρεσης. Όμως και αν ο λόγος αυτός αναίρεσης ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, και πάλι είναι απαράδεκτος, καθόσον, ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 περ.

α', β' και γ' Κ.Πολ.Δ., οι δε αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι είχαν προτείνει, κατ' ένσταση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας με τις εναγόμενες, για το λόγο ότι η τελευταία δεν διέθετε βιβλιάριο υγείας ή ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 σε συνδ.

με άρθρο 269 του Κ.Πολ.Δ. για την προβολή τους το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, αφού η ύπαρξη ή μη βιβλιαρίου υγείας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής αλλά ένσταση .

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στη στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα ότι η αναιρεσίβλητη, α) ήταν ασθενής κατά το χρονικό διάστημα από 23-5-2003 μέχρι 31-12-2003 και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2004 μέχρι 15-9-2004 πραγματοποίησε 166 ώρες εργασίας, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτή με βάση ποία αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην κρίση αυτή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν πλημμέλειες ανάγονται στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, επί των οποίων ... οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ενάγουσα "...

με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε, αντί μηνιαίου μισθού ... από 1-3-2003 μέχρι 25-11-2004, επί 6 ημέρες την εβδομάδα και 7 ώρες ημερησίως, με την ιδιότητα του ξενοδοχοϋπαλλήλου Γ' κατηγορίας, καμαριέρας, στην επιχείρηση ξενοδοχείο ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤ. Στο χρονικό διάστημα από 1-8-2004 μέχρι 15-9-2004 πραγματοποίησε στη συγκεκριμένη ξενοδοχειακή επιχείρηση του νομού Αττικής 166 ώρες απασχολήσεως, ενώ, από 23-5-2003 μέχρι 31-12-2003 ήταν ασθενής ...", είναι συνοπτικές μεν, αλλά σαφείς και πλήρεις.

Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας θεμελιώνει τον λόγο αυτό αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, δυνάμενοι μάλιστα να θεμελιώσουν παράλληλα και λόγο εφέσεως.

Όμως, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε ουσιαστικό ή τυπικό λόγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτο λόγο αντεφέσεώς τους, με τον οποίο ζητούσαν, να υποχρεωθεί η ενάγουσα να προσκομίσει αντίγραφα των φορολογικών της δηλώσεων για την ένδικη χρονική περίοδο, σύμφωνα με το άρθρο 232 περ.1γ' του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τον λόγο αυτό της αντεφέσεως και τον απέρριψε ως απαράδεκτο. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επιδίκασε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αποδοχές επτά (7) μηνών, λόγω ασθένειας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, την 6024/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ