Legislator Case Law & Legislation
791/2010 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision due to insufficient reasoning regarding property expropriation benefits.

Case Number 791/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision on May 6, 2010, regarding a property expropriation dispute. The appellant argued the lower court failed to provide specific factual findings on urban planning data and property utility changes before and after expropriation. The court ruled that the lower court's general references to expert reports did not adequately address these critical factual gaps, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 93 para. 3 of the Constitution: A decision is subject to cassation if it lacks sufficient reasoning regarding the material facts essential for the legal conclusion, requiring the lower court to explicitly establish urban planning parameters and property utility changes.

Keywords

AI generated
expropriation compensation insufficient reasoning urban planning data property utility assessment cassation grounds remand for retrial legal basis deficiency

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 93 para. 3 of the Constitution
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 791 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 791/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, τους Υπουργούς ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Πολιτισμού, κατοικοεδρεύοντες στην ... και τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δάμη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 8005/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/10/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 29-10-2007 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της 8005/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (κατά το άρθρο 37 το οποίο ισχύει από 19-1-2002 και εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί), το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Έτσι, ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας το οποίο προβλέπεται από τον ανωτέρω ν. 653/1977, δικαιούται με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα. Η αίτηση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης επί του προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και μετά τη λήξη της παραπέμπεται στην προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο τριμελή επιτροπή.

Η τελευταία, σύμφωνα με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου, μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών, στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντας τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του.

Ακόμη, σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, από το οποίο, σύμφωνα με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου κρίνεται το ήδη μαχητό, κατά την ίδια παράγραφο, τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών.

Έτσι δεν ισχύει πλέον η ρύθμιση του άρθρου 1 αρ. 3 του ν. 653/1977, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση διανοίξεων, (στη συνέχεια δε κατόπιν τροποποίησης με το άρθρο 62 αρ. 9 του ν. 947/1979) και νέας χαράξεως ή διαπλάτυνσης Εθνικών Οδών κλπ, ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, οι οποίοι υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης για συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης, είναι εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των οδών, που διανοίγονται ή διαπλατύνονται, αφού για τις περιπτώσεις αυτές, εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, μπορεί πλέον να ζητήσει από το αρμόδιο ως άνω δικαστήριο να κριθεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας και επομένως δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυταποζημίωση (ΑΠ 1060/2008, 152/2007).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την από 19-5-2003 αίτησή του προς την αρμόδια Υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ, που διαβιβάσθηκε στο Εφετείο Αθηνών ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να κριθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας τους, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερόμενη στην αίτηση αναγκαστική απαλλοτρίωση, επειδή αυτό, όπως αναφέρεται στην αίτηση, βλάπτεται πολλαπλώς και να απαλειφθεί από τον κτηματολογικό πίνακα η επιβληθείσα υποχρέωση αυταποζημίωσης σε βάρος του αναφερομένου απαλλοτριουμένου τμήματος της ιδιοκτησίας του.

Το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την αίτηση, τη δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8005/2006 απόφασή του με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές της: "Με την υπ' αριθμ. ... κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ 339/30.4.2002), απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παροδίων ωφελούμενων ιδιοκτητών και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη της Ε.Λ. ...

στο τμήμα από χθ 2 + 300 έως χθ 4 + 300, εδαφικές εκτάσεις συνολικού εμβαδού 231.663 τ.μ. που βρίσκονται στους Δήμους ... και εμφαίνονται στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός ..., έχουν ελέγξει οι τοπογράφοι μηχανικοί ... και έχει θεωρήσει στις 24-1-2002 ο Διευθυντής της Δ 12 Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και απαλλοτριώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Μεταξύ των ιδιοκτησιών που έχουν απαλλοτριωθεί και έχουν χαρακτηριστεί ως αυτοαποζημιούμενες, ως ωφελούμενες, περιλαμβάνεται η με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα 445 ιδιοκτησία του αιτούντος με αρχικό εμβαδόν, σύμφωνα με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αλέξ. Καζάζη, που έχει μεταγραφεί νομότυπα και το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα 5.250 τετραγωνικών μέτρων, από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 1410 τετρ.

μέτρων. Μετά την απαλλοτρίωση στο εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του αιτούντος, λόγω αποστάσεων από τον άξονα της οδού, δεν μπορεί να εγγραφεί περίγραμμα κτιρίου αποδεκτό πολεοδομικά για συνήθεις χρήσεις, λόγω στενότητας της οικοδομήσιμης λωρίδας και αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η κατασκευή του έργου για το οποίο επιβλήθηκε η απαλλοτρίωση δεν προσέδωσε καμία ωφέλεια στο εναπομέναν τμήμα του ακινήτου του αιτούντος, ενόψει του ότι η κατασκευασθείσα οδός είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος με μεταλλικά στηθαία που εμποδίζουν την πρόσβαση των παρόδιων ιδιοκτησιών.

Με την 9714/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η από 30-12-2002 αίτηση του ίδιου αιτούντος για παρακείμενο ακίνητο, για το οποίο κρίθηκε ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο της ωφέλειας. Τέλος η επιτροπή του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001 ομόφωνα εισηγείται την άρση της αυτοαποζημίωσης. Αποδεικνύεται επομένως ότι το παραπάνω ακίνητο του αιτούντος δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση και συνεπώς δεν συντρέχει υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως και η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και ουσιαστικά".

Με τις παραδοχές αυτές του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασής του, με τις οποίες δέχθηκε την αίτηση του αναιρεσίβλητου, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 έως 7 του ν. 653/1977 (όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τα άρθρα 63 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, 14 του ν. 1349/1983 και 1, 2 του Π.Δ. 929/1979) και 33 παρ. 1 έως 4 του ν. 2971/2001, με αιτιολογίες ελλειπείς και ανεπαρκείς, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δηλαδή ως προς το εάν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Εφετείο δικαιολογείται η ανυπαρξία οφέλους για το ένδικο ακίνητο ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το ίδιο έργο βλάπτεται πολλαπλώς.

Ειδικότερα, το Εφετείο για να κρίνει, ότι δεν υπήρξε ωφέλεια στην ένδικη ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου δεν διευκρίνησε, ειδικότερα, με τις ίδιες παραδοχές του: α) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής του ακινήτου του αναιρεσίβλητου, δηλαδή το ελάχιστο εμβαδόν, τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λ.π.) τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως του εν λόγω ακινήτου, β) τις διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων της περιοχής, γ) οι διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) του ακινήτου προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, δ) η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ένδικου ακινήτου προ και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο η κατά κανόνα όσο και η κατά παρέκκλιση, ε) το αν είχε οικοδομηθεί το ένδικο ακίνητο και το αν με την ανοικοδόμηση αυτού είχε καλυφθεί ο συντελεστής δομήσεως ή για άλλους λόγους αποκλειόταν η επέκταση του οικοδομήματος καθ' ύψος ή προς οποιαδήποτε πλευρά του, στ) τις δυνατότητες προσβάσεως που είχε το ένδικο ακίνητο προ της απαλλοτρίωσης και αυτές που διαθέτει μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, δηλαδή την κατασκευασθείσα λεωφόρο μέσω προσβάσιμης εισόδου, ζ) οι επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως της ένδικης ιδιοκτησίας και συνακόλουθα στην αγοραία αξία του.

Έτσι, είναι αδύνατον να διαγνωσθεί ποιο περίγραμμα κτιρίου μπορούσε να εγγραφεί προ της απαλλοτρίωσης και μετά από αυτήν δεν μπορεί να εγγραφεί κατά τρόπο πολεοδομικά αποδεκτό για συνήθεις χρήσεις, ποιος είναι ο πολεοδομικά αποδεκτός τρόπος και από πού καθορίζεται, ποιες χρήσεις είναι οι συνήθεις και από πού κανονίζεται το σύνηθες ή μη αυτών.

Εξάλλου, ούτε η παραπομπή του Δικαστηρίου στην έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 ούτε η γενική και αόριστη μνεία της απόφασης 9714/2005 του Εφετείου Αθηνών αναπληρώνει τις προαναφερόμενες πλημμέλειες ή ελλείψεις της αιτιολογίας της κρίσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.

Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή τους από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8005/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ