Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inconsistent evidence descriptions in labor termination case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the lower court erred by considering specific evidence documents not properly cited in its reasoning. The court found these discrepancies were merely clerical errors in describing the same witness affidavit, rendering the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 1, 5 of Law 3198/1955; Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure: A procedural defect based on inconsistent descriptions of the same evidentiary document is not grounds for appeal if the identity of the document is clear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 791 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 791/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό. Της αναιρεσίβλητης: ........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασπρούλια, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 875/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/12/2006 αίτησή του και τους από 16/1/2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 14/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1,5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Είναι δε άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, τα δικαιώματά του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 15-1-1987 από τον αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου στο από αυτόν διατηρούμενο στην ......
μικροβιολογικό εργαστήριο. Στις 22-3-2002, ο αναιρεσείων, χολωθείς από τις προηγηθείσες οχλήσεις της αναιρεσίβλητης για την καταβολή των διεκδικούμενων απαιτήσεών της (για διαφορές αποδοχών από 1-1-1997 έως 22-3-2002, αποδοχές από οφειλόμενο υπόλοιπο, λόγω μη χορηγήσεως ολόκληρης της αδείας αναψυχής κατά τα έτη 1997 - 2001, αποδοχές αδείας 2002 και αποδοχές για πρόσθετη εργασία κατά τα Σάββατα), που έγιναν τόσο προφορικά όσο και εγγράφως δια της από 5-3-2002 εξώδικης δηλώσεως-διαμαρτυρίας της, η οποία επιδόθηκε σ' αυτόν στις 6-3-2002, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας.
Δεν αποδείχθηκε δε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το πραγματικό κίνητρο της καταγγελίας αυτής ήταν η πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων και η ανάρμοστη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που διατάρασσαν την εύρυθμη λειτουργία του πιο πάνω εργαστηρίου του. Με βάση τα ανωτέρω, κατέληξε ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη, ως οφειλόμενη σε εχθρότητα και αντιπάθεια του αναιρεσείοντος προς αυτήν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. ενώ διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές μεν αλλά σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
Η παραδοχή δε της εν λόγω αποφάσεως, ότι οι αξιώσεις που προέβαλλε η αναιρεσίβλητη και οι οποίες προκάλεσαν αισθήματα μίσους και αντιπάθειας του αναιρεσείοντος προς αυτήν, δεν είναι αντιφατική με την παραδοχή της ιδίας αποφάσεως ότι οι εν λόγω αξιώσεις είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν, ούτε το γεγονός αυτό αναιρεί την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αβάσιμο των προβαλλόμενων αξιώσεων δεν ασκεί επιρροή στο χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής, για την οποία ενδιαφέρει μόνο αν η γενόμενη καταγγελία έχει ως αιτία την προβολή των αξιώσεων αυτών και την εκδίκηση για την προβολή αυτή.
Επομένως, ο πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, όπως δε αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που για τη θεμελίωσή του γίνεται επίκληση ότι οι προβληθείσες από την αναιρεσίβλητη αξιώσεις ήταν ψευδείς, υπό την έννοια, προδήλως, ότι η τελευταία γνώριζε το ανύπαρκτο αυτών και κατ' επέκταση η προβολή τους ήταν προπετής δικαιολογούσα την καταγγελία, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται τέτοιες παραδοχές.
Ως "πράγματα", για την παρά το νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να προταθούν, ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, νοούνται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, ως τείνοντες στη θεμελίωση, κατάργηση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς επίκληση τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι αυτή (εκτός από την έγγραφη, με την από 5-3-2002 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία όχλησή της προς τον εναγόμενο), είχε οχλήσει αυτόν και προφορικά, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο, επίσης, πρόσθετο (λόγο), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το πραγματικό αυτό περιστατικό, που τείνει σε ενίσχυση της στηριζόμενης στην ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας ως γενομένης από εκδίκηση, βάσεως της αγωγής, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η επίκληση ή όχι του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, στις οποίες, αν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να προσδιορίζεται ο αριθμός και ο χρόνος που δόθηκαν.
Αν δε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο αναφέρεται στην απόφαση κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι περιγράφεται στις προτάσεις του διαδίκου που το επικαλείται, τότε ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν προκύπτει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επικαλούμενου και του ληφθέντος υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, και την "υπ' αριθμ. 49/2003 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον της κ. Ειρηνοδίκου". Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως επικληθείσα και προσκομισθείσα η "υπ' αριθμ. 50/12-5-2001 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαλιάδας".
Στην πρωτόδικη απόφαση αναφέρεται ως επικληθείσα και προσκομισθείσα από την αναιρεσίβλητη η υπ' αριθμ. 50/ 12-5-2003 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαλιάδας. Από τα παραπάνω, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, επικαλέστηκε μία μόνο ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη και συγκεκριμένα αυτού της Αμαλιάδας, προκύπτει ότι πρόκειται για ένα και το αυτό αποδεικτικό μέσο, το οποίο, από προφανή παραδρομή περιγράφεται διαφορετικά στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που το επικαλέστηκε και στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 50/ 12-5-2001 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ότι προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. ..... βεβαίωση του ΙΚΑ Αμαλιάδας, από την οποία προκύπτει εμμέσως, ότι αυτή δε διατύπωσε προς τούτο παράπονο σχετικά με τις ώρες εργασίας της και τις αποδοχές της, είναι αβάσιμος καθόσον, από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη και το έγγραφο τούτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2006 αίτηση του Χ1, μετά των προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 875/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ