Supreme Court allows OTE to recover 1,560.11 EUR from employee after annuling final appeal judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision and ordered the return of the case to the lower court. The OTE had voluntarily paid 1,560.11 EUR to an employee to settle a debt judgment, but the Court of Appeal had previously annulled that judgment. The Court ruled that since the final judgment was annulled, the voluntary payment made to satisfy it must be returned to the OTE.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the return of things to the state before execution if the executed final judgment has been annulled, requiring the recipient to return the voluntarily paid sum.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 791 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 791/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στην Aθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2145/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2656/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 12/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 7α, 8 και 10 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Α.Ν. 301/1968, κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε και ισχύει ήδη, οι προαγωγές των υπαλλήλων του Οργανισμού αυτού στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του υποδιευθυντή (άρθρ. 3 αυτού), ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση εκάστου, σε συνδυασμό με τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα του κρινομένου, τα οποία προκύπτουν από την εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων του αντιστοίχου ατομικού φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής.
Αν το Δ.Σ. του εν λόγω Οργανισμού παραλείψει κάποιον υπάλληλο, που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα, σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., διαπράττοντας έτσι αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ.
Ο παραλειφθείς υπάλληλος δικαιούται τότε να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της προαγωγής του στον επόμενο βαθμό του υποδιευθυντή, καθώς και την επιδίκαση σ' αυτόν, λόγω αποζημιώσεως, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη του, που επήλθε από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι προαγωγές γίνονται με βάση τα προσόντα, η σειρά των δικαιούχων προαγωγής προσδιορίζεται απ' αυτά.
Συνεπώς, αν κάποιος τρίτος υπάλληλος του Οργανισμού, ομοιόβαθμος με τον ενάγοντα, επίσης παραλειφθείς, έχει προσόντα έστω απλώς ανώτερα του ενάγοντος, τότε μόνο αυτός και όχι ο ενάγων έχει σειρά για προαγωγή. Στην περίπτωση αυτή η προαγωγή άλλου, που υστερεί σε προσόντα, σε σύγκριση με τον ενάγοντα, πλήττει το δικαίωμα προς προαγωγή του υπερτερούντος τρίτου και όχι του ενάγοντος, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την ως άνω αγωγή.
Έτσι, ο εναγόμενος, προς κατάλυση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, δικαιούται να αντιπροτείνει ότι, εκτός του ενάγοντος, παραλείφθηκε και ένας συγκεκριμένος τρίτος υπάλληλος, ο οποίος υπερείχε αυτού, ώστε, αν δεν είχε προαχθεί ο αναφερόμενος στην αγωγή και υστερών σε σύγκριση με τον ενάγοντα, την αντίστοιχη κενή θέση θα έπρεπε να καταλάβει ο αντιπροτεινόμενος, ως έχων μόνον αυτός δικαίωμα προαγωγής και όχι ο ενάγων.
Ο εν λόγω ισχυρισμός, που υποδεικνύει απλώς ότι από την αδικοπραξία του εναγομένου ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, δεν αντίκειται στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη και συνιστά ένσταση διακωλυτική της αγωγής, η οποία καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλείψεως του ενάγοντος.
Η ένσταση αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις άνω μνημονευόμενες διατάξεις του ΓΚΠ - ΟΤΕ (Ολ. Α.Π. 14/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 15-7-1966 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του τομεάρχη/Δ-ΑΤ, τον οποίο κατέχει από τις 16-6-1986.
Είναι κάτοχος πτυχίων της Μέσης Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως προϊστάμενος στο Τηλεφωνικό Κέντρο .... από 16-8-1973 έως 4-1-1975 και έχει υπηρετήσει σε ιδιαίτερα σημαντικές υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, όπως είναι η Υπηρεσία Διοίκησης του ΟΤΕ, η Υπηρεσία Συντονισμού και Ελέγχου Εκμετάλλευσης, η Διεύθυνση Ανταπόκρισης και η Υποδιεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας και Πολιτιστικών Σχέσεων.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1994 για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του υποδιευθυντή, το Δ.Σ. της αναιρεσείουσας παρέλειψε τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος περιλαμβανόταν μεταξύ των κρινομένων υπαλλήλων, ενώ προήγαγε και τους αναφερόμενους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, τους οποίους ο ίδιος προτείνει προς σύγκριση με αυτόν.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι ναι μεν ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς του προαχθέντος Χ1 πλην όμως κατά τις ίδιες προαγωγικές κρίσεις είχαν παραλειφθεί και οι κατονομαζόμενοι πέντε ομοιόβαθμοι συνάδελφοι αυτού, οι οποίοι, όπως είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα, υπερείχαν του αναιρεσιβλήτου ως προς τα προσόντα προαγωγής και συνεπώς, αυτοί και όχι ο αναιρεσίβλητος είχαν δικαίωμα προαγωγής.
Στη συνέχεια έκρινε τούτο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας συνιστά νόμιμη ένσταση διακωλυτική της αγωγής, ενώ ως προς τα προσόντα των ανωτέρω δέχθηκε ότι, κατά τις επίμαχες κρίσεις, ο αναιρεσίβλητος είχε γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) από 15-7-1966, σειρά επετηρίδας (Σ.Ε.) 35, αρχαιότητα στο βαθμό (Α.Β,) από 16-6-1986, βαθμολογία αξιολόγησης (Β.Α.) 1000 και κατείχε τα ανωτέρω πτυχία, οι δε αντιπροτεινόμενοι προς σύγκριση με αυτόν και συγκεκριμένα 1) ο ....
είχε Γ.Υ.Α. από 22-7-1963, Σ.Ε. 10, Α.Β. από 1-1-1985, Β.Α. 1000 και κατείχε πτυχία της Σχολής Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. και των Τμημάτων Φυσικού και Μαθηματικού του Πανεπιστημίου, 2) ο Χ2 είχε Γ.Υ.Α. από 22-7-1963, Σ.Ε. 14, Α.Β. από 31-12-1985, Β.Α. 1000 και κατείχε πτυχία της Νομικής Σχολής, της Παντείου, της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής και της Σχολής Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., 3) ο ....
είχε Γ.Υ.Α. από 21-6-1965, Σ.Ε. 18, Α.Β. από 31-12-1985, Β.Α. 1000 και κατείχε πτυχία της Σχολής Π.Ο.Ε., της Ανωτάτης Εμπορικής και της Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ, 4) ο .... είχε Γ.Υ.Α. από 20-7-1964, Σ.Ε. 23, Α.Β. από 31-12-1985, Β.Α. 1000 και κατείχε πτυχία της Ανωτάτης Εμπορικής, της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής και της Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ και 5) ο Χ3 είχε Γ.Υ.Α.
από 20-7-1964, Σ.Ε. 31, Α.Β. από 3-6-1986, Β.Α. 960 και κατείχε πτυχία της Νομικής Σχολής, της Παντείου, της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής, της Σχολής Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Από την αντιπαραβολή και στάθμιση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των αντιπροτεινομένων προς σύγκριση ως άνω συναδέλφων του προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπολείπεται όλων ως προς τα τυπικά προσόντα της Γ.Υ.Α., της Σ.Ε.
και της Α.Β. και είναι ισοδύναμος περίπου με όλους ως προς την επιστημονική στάθμη (τίτλους, σπουδών), καθώς επίσης είναι ισοδύναμος με όλους ως προς το ουσιαστικό προσόν της Β.Α., εκτός από τον πέμπτο, έναντι του οποίου υπερείχε κατά τέσσερις μονάδες. Αντίθετα, ο αναιρεσίβλητος υπερέχει έναντι όλων ως προς τα πρόσθετα ουσιαστικά προσόντα της ευδόκιμης άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και υπηρεσίας σε ιδιαίτερα σημαντικές θέσεις, τα οποία είναι από τα πλέον βαρύνοντα για την αξιολόγηση της καταλληλότητας υπαλλήλου προς προαγωγή και άσκηση καθηκόντων ανώτερης θέσης, ενώ οι συγκρινόμενοι εν λόγω συνάδελφοί του δεν διαθέτουν ανάλογα προσόντα.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει απλή έστω υπεροχή των αντιπροτεινομένων προς σύγκριση ως άνω υπαλλήλων έναντι του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης του τελευταίου και της πρόκρισης του συναδέλφου του Χ1. Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προέκυπτε απλή υπεροχή έναντι του αναιρεσιβλήτου όλων των αντιπροτεινομένων προς σύγκριση ως άνω συναδέλφων του, (αρκούσε η απλή υπεροχή και ενός μόνο από τους τελευταίους), οι οποίοι υπερείχαν έναντι αυτού ως προς τα προσόντα της Γ.Υ.Α., της Σ.Ε., της Α.Β.
και εξ αυτών οι Χ2 και Χ3 και ως προς τον αριθμό των τίτλων σπουδών, ενώ από τον ΓΚΠ-ΟΤΕ και τον Οργανισμό αυτού δεν προκύπτει ποια Υπηρεσιακή Λειτουργία του ΟΤΕ μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με άλλη και ότι η υπηρεσία σε οποιαδήποτε θέση εργασίας αυτού μπορεί να θεωρηθεί ως προσόν προς προαγωγή.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Όμως, αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία επικυρώθηκε από το εφετείο και η επικυρώσασα αυτήν απόφαση του εφετείου αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου, δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον η εκτελεσθείσα απόφαση αυτού έχει ενσωματωθεί στην αναιρούμενη απόφαση του εφετείου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23.2.2007, προβάλλει παραδεκτώς ότι η ίδια, προς συμμόρφωση με την αναιρούμενη υπ' αριθ. 2656/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 22-5-2002 το ποσό των 1.560,11 ευρώ.
Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αυτής αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτήν το εν λόγω χρηματικό ποσό. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Από τα επικαλούμενα δε και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, κατόπιν, της υπ' αριθ. 2.145/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε ε την αναιρούμενη ως άνω υπ' αριθ. 2656/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 200.000 δρχ.
με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα, προς συμμόρφωση με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 22-5-2002 το ποσό των 586,94 ευρώ για κεφάλαιο, το ποσό των 591,66 ευρώ για τόκους και το ποσό των 381,51 ευρώ για δικαστική δαπάνη, ήτοι κατέβαλε σ'αυτόν το ποσό των 1.560,11 ευρώ συνολικώς (βλ.
την υπ' αριθ. 313/22-5-2002 απόδειξη του αναιρεσιβλήτου, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Εφετείο και η επικυρώσασα αυτήν απόφαση του Εφετείου αναιρείται με την παρούσα.
Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του Εφετείου, μπορεί να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον η εκτελεσθείσα τελευταία αυτή απόφαση έχει ενσωματωθεί στην αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο στο διατακτικό χρηματικό ποσό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2.656/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων εξήντα ευρώ και ένδεκα λεπτών (1.560,11) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της παρούσας μέχρι την εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ