Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific violated substantive law rules in appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four women against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding property boundaries and ownership. The appellants argued that the lower court violated substantive law by creating non-buildable plots and accepting adverse possession claims without addressing their objections. The court rejected these arguments as vague and insufficiently specific, requiring precise citation of the violated legal provisions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) No. 1, Art. 118(4), Art. 566(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging violation of substantive law must specifically cite the violated rule and article, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 791 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 791/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1)Ε. συζύγου Α. Β., το γένος Ι. Σ., κατοίκου…,2)Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ...,3)Α. συζύγου Δ. Κ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ... και 4)Χ. συζύγου Γ. Ζ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου…, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κόφτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ... Σερρών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Χρονοπούλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:186/1998 μη οριστική, 231/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3024/2001 μη οριστική, 2389/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29 Μαρτίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. 1, στην αρχή, Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Από αυτό το άρθρο, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν, πλην άλλων, ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας και μάλιστα συγκεκριμένως κατά το νόμο και άρθρο (Ολ.
Α.Π. 32/1996). Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείουσες, με τους πρώτο και έκτο λόγους της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. α) διότι : "παραβιάσθηκε κανόνας, του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα με την προσβαλλομένη απόφαση δημιουργήθηκαν οικόπεδα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα κατά τις διατάξεις του Γ.Ο.Κ.", "εσφαλμένα και κατά κακή εφαρμογή του νόμου παραπέμπει (η αναιρεσιβαλλομένη) στο τοπογραφικό διάγραμμα του παραπάνω μηχανικού" και "με τη συμπληρωματική (πραγματογνωμοσύνη) δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, τα οποία επικυρώνει η απόφαση παρανόμως".
Και β) διότι "εσφαλμένα και παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει χρησικτησία μεταξύ συγκυρίων, όπως είμαστε εμείς με τον καθού, απορρίπτοντας σχετική ένστασή μας, κατά παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου". Οι ανωτέρω λόγοι είναι, σύμφωνα με την προηγουμένη σκέψη, απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτούς ποιόν συγκεκριμένως κατά νόμο και άρθρο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου παραβίασε το Εφετείο.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών προβλέπεται από το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει, πλην άλλων, ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν : α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου. Την κατάσταση δε αυτή δεν την αλλάζει το ενδεχόμενο να παραβιάσει το πολιτικό δικαστήριο, κατά την επίλυση τέτοιας διαφοράς, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως πολεοδομικές τέτοιες. Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείουσες, με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο "κατά παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 569 (προφανώς του αριθ. 4 του άρθρου 559) Κ.Πολ.Δ. υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και η υπέρβαση έγινε με το αποτέλεσμα της απόφασης, που ήταν η δημιουργία των παραπάνω μη άρτιων οικοπέδων, ενώ η αρμοδιότητα ανήκει στις πολεοδομικές υπηρεσίες". Από την επισκόπηση, όμως, της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δίκασε επί αγωγής διανομής ακινήτων της αποκλειστικής συγκυριότητας των διαδίκων, κατά τα άρθρα 785, 789 και 1113 Α.Κ., ήτοι επί αγωγής, που εισήγαγε προς επίλυση ιδιωτική διαφορά και άρα δίκασε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του, και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Στον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναφέρονται τα εξής : "Εσφαλμένα και παρά το νόμο απέρριψε σιωπηρώς την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους του αντιδίκου". Με τον λόγο αυτόν, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η, από τον αριθ. 19 (και όχι 1, όπως αναφέρεται σ' αυτόν), πλημμέλεια ότι, καίτοι οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες με λόγο της εφέσεώς τους είχαν προτείνει, για την κατάλυση της ένστασης του αντιδίκου τους περί ιδίας κυριότητας επί φερόμενου στην αγωγή ως κοινού ακινήτου, την αντένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, το Εφετείο απέρριψε αυτήν την αντένσταση χωρίς αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την έφεση των αναιρεσειουσών, σ' αυτήν δεν περιλήφθηκε λόγος έφεσης με βάση την ως άνω αντένσταση, είναι ο λόγος αυτός αναίρεσης απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
IV. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο "κατά παράβαση κανόνα δικαίου δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητος επί διαιρετού τμήματος, ενώ έπρεπε να απορρίψει την ένσταση αυτή ως εντελώς αόριστη", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν το, κατά τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., απαραίτητο για το ορισμένο αυτού στοιχείο, ότι δηλαδή ο ισχυρισμός των αναιρεσειουσών περί του αορίστου της ως άνω ενστάσεως προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως (Ολ. Α.Π. 1/19.., 43/1990).
V. Οι αναιρεσείουσες, με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, ισχυρίζονται τα ακόλουθα : "Αναφέρει η προσβαλλομένη ότι δήθεν συνομολογήσαμε ότι ο αντίδικός μας είναι νομέας 100 τ.μ.. Από πουθενά, όμως, από τις προτάσεις μας δεν προκύπτει αυτό. Εμείς απλώς τονίσαμε ότι το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του είναι 106 τ.μ..
Εξάλλου συνομολογήσαμε ότι ο καθού ανήγειρε ένα δωμάτιο μόνο, με την ανοχή μας φυσικά, διαστάσεων 8Χ8. 'Εσφαλε συνεπώς η προσβαλλομένη, που δέχθηκε τον ομολογηθέντα ισχυρισμό του αντιδίκου, ενώ εμείς δεν συνομολογήσαμε". Ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσειβαλλομένη, το Εφετείο δέχθηκε ότι το κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων παραχώρησε στον εναγόμενο οικόπεδο 400 τ.μ., το οποίο αυτός νεμήθηκε επί είκοσι και πλέον έτη και έτσι κατέστη κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία.
Δέχθηκε δε τούτο ως αποδεικνυόμενο από τους μάρτυρες, την πραγματογνωμοσύνη και τα έγγραφα, επικουρικά δε εκείνο το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο τούτο εν μέρει από ομολογία των εναγουσών, συνιστάμενη στο ότι ο κοινός δικαιοπάροχος παραχώρησε σ' αυτόν (εναγόμενο) οικόπεδο 100 τ.μ., ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ.
α' (και όχι 12, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι ανύπαρκτη ομολογία των αναιρεσειουσών, είναι απορριπτέος, ως μη δυνάμενος να ανατρέψει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, εξαιτίας της προαναφερομένης αντίστοιχης επικουρικότητας και άρα ως αλυσιτελής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2004 αίτηση της Ε. Β., Ε. Σ. ή Σ., Α. Κ. και Χ. Ζ. για αναίρεση της 2389/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ