Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, ordering refund of overpaid damages and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a labor dispute judgment that had previously awarded damages for data processing violations. The court found the lower court's decision to partially accept the plaintiff's claim and order specific payments to be legally flawed. Consequently, the court ordered the defendant to refund the overpaid amount to the first appellant and awarded legal costs to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(3) and 579(2) of the Code of Civil Procedure; If an appeal is admissible and the appealed judgment is annulled, the court must examine the merits and order restitution of amounts paid under the annulled decision if the appeal is deemed substantively valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 790 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 790/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «F. C. Ε. Ε. Ο. Γ. Λ. Α. Α..Ε.. και τον διακριτικό τίτλο «F. C. Α..Ε.., που εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Ξηρουχάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Χ. του Ν., κατοίκου Π. Α., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Δήμητρας Σακαρέλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 462/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5350/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9/10/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 5350/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 462/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τις εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες να της καταβάλουν το ποσό των 1.500 ευρώ η πρώτη και το ποσό των 1.000 ευρώ η δεύτερη απ' αυτές, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη, στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά τους (παράνομη επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων). Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992 και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...
β)...γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.
δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.
ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. στ)... ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".
Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών.
β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας. γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...(παρ. 2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ.
γ' της παρ.2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων....
β) ... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1).
Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας... (παρ. 3).
Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)".
Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1).
Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3).
Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι: "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.
Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε', εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).
Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α' αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.
Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.
Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.
Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στη με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βούλησης του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.
ια' του ν. 2472/1997 και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.
Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.
Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ.1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.
Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.
Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.
Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.
Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.
Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 37/2023, ΑΠ 63/2023, ΑΠ 958/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 958/2022, ΑΠ 1140/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1, 3 του Ν. 2472/1997 δέχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων της αναιρεσίβλητης από την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία προς την δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της αναιρεσίβλητης και ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα επεξεργάστηκε τα προσωπικά δεδομένα της τελευταίας, χρησιμοποιώντας αυτά διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι την κάλεσαν για ληξιπρόθεσμες οφειλές της προερχόμενες από δανειακές συμβάσεις.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα συνήψε με την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία τις ακόλουθες δανειακές συμβάσεις: 1) την ...
σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου κεφαλαίου 55.000,00 ευρώ, 2) την ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού επισκευαστικού δανείου κεφαλαίου 52.000,00 ευρώ και 3) την ... σύμβαση καταναλωτικού (ανοικτού) δανείου με πιστωτικό όριο το ποσό των 4.000,00 ευρώ. Κατά την κατάρτιση των άνω συμβάσεων, η πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα συνέλεξε από την εκκαλούσα τα προσωπικά της δεδομένα, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση των ρηθεισών συμβάσεων και, συγκεκριμένα, το ονοματεπώνυμό της, το όνομα πατρός, την οικογενειακή της κατάσταση, την ημερομηνία γέννησής της, τη διεύθυνση κατοικίας της, το επάγγελμά της, τα στοιχεία της αστυνομικής της ταυτότητας, τον αριθμό του φορολογικού της μητρώου (Α.Φ.Μ.), το ετήσιο εισόδημά της, καθώς και τους αριθμούς τόσο του σταθερού όσο και του κινητού τηλεφώνου της.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα ανέθεσε στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στην εξώδικη ενημέρωση οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους έναντι δανειστών πριν τη διενέργεια δικαστικών πράξεων σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3758/2009 "Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις", την ενημέρωση μέσω τηλεφωνικής ή έγγραφης επικοινωνίας οφειλετών, προκειμένου η Τράπεζα να εισπράξει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις χορηγήσεων αυτής (όπως καταναλωτικών δανείων, πιστωτικών καρτών, στεγαστικών δανείων) δυνάμει της από 16.11.2009 σύμβασης παροχής υπηρεσιών.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης μεταξύ των εφεσιβλήτων και, δεδομένου ότι η εκκαλούσα είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποπληρωμή των οφειλών της έναντι της πρώτης εφεσίβλητης από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, η πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα διαβίβασε στη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα της εκκαλούσας με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο των οφειλών της από τις ανωτέρω συμβάσεις, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει την εκκαλούσα για τη διαβίβαση αυτή.
Ακολούθως, η δεύτερη εφεσίβλητη προέβη στην επεξεργασία των ανωτέρω, παρανόμως διαβιβασθέντων σε αυτήν από την πρώτη εφεσίβλητη, προσωπικών δεδομένων της εκκαλούσας, με την καταχώριση τους στο αρχείο της (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση αυτών με τηλεφωνικές οχλήσεις δια των προστηθέντων υπαλλήλων της στις 12.02.2014, 21.02.2014, 26.02.2014 και 05.03.2014 στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας της εκκαλούσας (η όχληση στις 24.02.2014 έγινε στο κινητό τηλέφωνο του εγγυητή των δύο πρώτων συμβάσεων και συζύγου της εκκαλούσας Χ.
Σ.). Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων της εκκαλούσας από την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της εκκαλούσας, καθώς και ότι η δεύτερη εφεσίβλητη επεξεργάστηκε τα εν λόγω στοιχεία, χρησιμοποιώντας τα δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν την εκκαλούσα στο προαναφερόμενο αριθμό της σύνδεσης σταθερής τηλεφωνίας κατά τις προεκτεθείσες ημερομηνίες, για ληξιπρόθεσμες οφειλές της προερχόμενες από τις ανωτέρω δανειακές της συμβάσεις.
Η πρώτη εφεσίβλητη προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η εκκαλούσα, με την υπογραφή της ... σύμβασης ανοικτών εθνοδιακοπών, συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων, παραπέμποντας στον όρο 7 της εν λόγω σύμβασης, ο οποίος τιτλοφορείται "Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα" και προβλέπει τα ακόλουθα: "Ο Πελάτης και ο εγγυητής παρέχουν στην Τράπεζα και στις θυγατρικές της την ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεσή τους και εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην Τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση της πίστωσης και παρέχουν την συγκατάθεσή τους να γνωστοποιούνται τα ανωτέρω στοιχεία προς χρήση από συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα".
Ισχυρίζεται περαιτέρω η πρώτη εφεσίβλητη ότι ενημέρωσε την εκκαλούσα για τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στη δεύτερη εφεσίβλητη, μετά τη συλλογή αυτών κατά τη σύναψη του στεγαστικού και του επισκευαστικού δανείου, με την αναγραφή στο έγγραφο του τριμηνιαίου λογαριασμού που αποστέλλει σε όλους τους δανειολήπτες της της ακόλουθης σημείωσης: "Η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλών την ενημέρωση του οφειλέτη ή / και του εγγυητή για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους (σύμφωνα με το Ν. 3758/2009), γνωστοποιώντας στις εταιρείες αυτές μόνο όσα προσωπικά στοιχεία τους απαιτούνται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία", καθώς και ότι η εκκαλούσα δεν εκδήλωσε αντίθεση στη γνωστοποίηση των προσωπικών δεδομένων της κατόπιν της παραπάνω ενημέρωσης.
Ωστόσο, από τα ανωτέρω δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη, η οποία φέρει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ενημέρωσε την εκκαλούσα είτε κατά το χρόνο της συλλογής δεδομένων, είτε μεταγενέστερα, για την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών κατά τρόπο σαφή, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 11 παρ. 1 ν. 2472/1997.
Και τούτο, διότι για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση της εκκαλούσας από την πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα και την συγκατάθεση της πρώτης για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών της στοιχείων, η πρώτη εφεσίβλητη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να την ενημερώσει ειδικώς για την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα, κ.λ.π.), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία της και η οποία θα την καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής της, γεγονός που δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.
Δηλονότι, ούτε στον όρο 7 της σύμβασης ... (είτε σε οποιονδήποτε άλλο όρο των τριών επίδικων συμβάσεων) ούτε στους λογαριασμούς που απέστειλε η πρώτη εφεσίβλητη γίνεται αναφορά των συγκεκριμένων εταιριών, που θα τηρούσαν ή στις οποίες θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά δεδομένα της εκκαλούσας οφειλέτιδας. Άλλωστε, ως "συγκατάθεση", υπό την έννοια του ν. 2472/1997, ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης, αλλά προσχώρησης του καταναλωτή, ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ούτε η δεύτερη εφεσίβλητη εταιρία προέβη στην ενημέρωση της εκκαλούσας μολονότι υπέχει αυτοτελή υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, καθότι, σύμφωνα με τα αναλυόμενα στη μείζονα πρόταση, εκτελεί μεν επεξεργασία για λογαριασμό του κάθε δανειστή, αναφορικώς με την ιδία χρήση του συνολικού της αρχείου οφειλετών, όμως, αντιμετωπίζεται από το ν. 3758/2009 ως υπεύθυνη επεξεργασίας.
Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των εφεσίβλητων εταιριών (δια των προστηθέντων οργάνων τους), προσέβαλαν την προσωπικότητα της εκκαλούσας και προκάλεσαν σε αυτήν ηθική βλάβη, συνισταμένη στη στενοχώρια, την ανησυχία και την αγωνία που βίωσε, γνωρίζοντας ότι τα προσωπικά δεδομένα της είχαν γίνει γνωστά, χωρίς τη συγκατάθεσή της, σε άγνωστο αριθμό τρίτων, οι οποίοι θα μπορούσαν να κάνουν χρήση αυτών για δικούς τους σκοπούς και προς βλάβη της ιδίας.
Αποδείχτηκε, ωστόσο, ότι τα όργανα των εφεσιβλήτων προέβησαν στις παραπάνω παράνομες πράξεις τους από αμέλεια, τόσο ως προς τα περιστατικά που συνιστούσαν την παράβαση, όσο και ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης στην εκκαλούσα. Και τούτο διότι τα μεν όργανα της πρώτης εφεσίβλητης πίστευαν ότι η περίληψη του όρου 7 με το προεκτεθέν περιεχόμενο στην ...
σύμβαση ανοικτού καταναλωτικού δανείου και των προμνησθεισών σημειώσεων επί των τριμηνιαίων λογαριασμών-ειδοποιήσεων προς την εκκαλούσα πληρούσαν τους όρους της ενημέρωσης κατ' άρθρο 11 παρ. 1 ν. 2472/1997, τα δε όργανα της δεύτερης εφεσίβλητης, τα οποία εκτελούσαν την επεξεργασία για λογαριασμό της πρώτης εφεσίβλητης πίστευαν ευλόγως ότι καλύπτονταν από την ενημέρωση της εκκαλούσας από την πρώτη εφεσίβλητη, που ήταν και η αντισυμβαλλόμενη της οφειλέτιδας, ενώ έλαβαν και όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα προσωπικά δεδομένα της εκκαλούσας να μη διαρρεύσουν σε άσχετους προς το σκοπό της επεξεργασίας τρίτους (βλ.
την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της δεύτερης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ιδίως σελ. 11 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης). Λαμβάνοντας υπόψη το είδος του θιγόμενου αγαθού της εκκαλούσας, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας (αμέλειας) των οργάνων των εφεσιβλήτων, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής κατάστασης της εκκαλούσας, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 1.500,00 ευρώ από την πρώτη εφεσίβλητη και στο ποσό των 1.000,00 ευρώ από τη δεύτερη εφεσίβλητη, ποσά τα οποία νομίμως είναι κατώτερα του κατ' άρθρο 23 παρ. 2 ν. 2472/1997 ελάχιστου ποσού των 5.869,40 ευρώ (ήτοι του ισόποσου των 2.000.000 δραχμών), αφού αποδείχθηκε ότι οι παραβάσεις οφείλονται σε αμέλεια...Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 1.500,00 ευρώ η πρώτη και το ποσό των 1.000,00 ευρώ η δεύτερη απ' αυτές, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων της αναιρεσίβλητης από την πρώτη αναιρεσείουσα Τράπεζα προς την δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τραπεζών έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της αναιρεσίβλητης και ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα επεξεργάστηκε τα παρανόμως διαβιβασθέντα σ' αυτήν δεδομένα, χρησιμοποιώντας τα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν την αναιρεσίβλητη για ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις δανειακές συμβάσεις, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, 3 του ν. 2472/1997, με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων-αναιρεσίβλητης, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τον διαλαμβανόμενο στην υπ' αριθ. 3261/11-8-2005 σύμβαση ανοικτών εθνοδιακοπών 7ο όρο, με τον τίτλο "Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα", σύμφωνα με τον οποίο "ο πελάτης και ο εγγυητής παρέχουν στην τράπεζα και στις θυγατρικές της την ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεσή τους και εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση της πίστωσης και παρέχουν τη συγκατάθεσή τους να γνωστοποιούνται τα ανωτέρω στοιχεία προς χρήση από συνεργαζόμενα με την τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα", πληρούσε την απαιτούμενη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, για τους αποδέκτες των προσωπικών της δεδομένων που συνελέγησαν κατά τη χορήγηση του δανείου και συνεπώς η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων της αναιρεσίβλητης στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών δεν συνιστούσε παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 Ν. 2472/1997.
Και τούτο διότι, η δεύτερη αναιρεσείουσα, στην οποία διαβιβάστηκαν τα δεδομένα, ως εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, υπάγεται στην ευρύτερη κατηγορία αποδεκτών "συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα", λαμβάνοντας υπόψη ότι εταιρείες με τέτοιο αντικείμενο δραστηριότητας θεσπίστηκαν το πρώτον με το Ν. 3578/2009, δηλαδή μετά την κατά το έτος 2005 κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως δανείου, αφετέρου δε το γεγονός ότι σαφώς η δραστηριότητα της ως άνω εταιρείας αποτελεί μέρος της δραστηριότητας των εταιρειών εισπράξεως απαιτήσεων, οι οποίες πέραν του σκοπού της ενημερώσεως των οφειλετών για το χρέος, είχαν σκοπό και την είσπραξη των απαιτήσεων.
Επιπλέον η πρώτη αναιρεσείουσα μετά τη δημοσίευση του Ν. 3758/2009, ενημέρωνε την αναιρεσίβλητη για τη διαβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στην δεύτερη αναιρεσείουσα, μετά τη συλλογή αυτών κατά τη σύναψη του στεγαστικού και επισκευαστικού δανείου, με την αναγραφή στο έγγραφο του τριμηνιαίου λογαριασμού που της απέστελλε της ακόλουθης σημειώσεως: "Η Τράπεζα δύναται να αναθέσει σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλών την ενημέρωση του οφειλέτη και του εγγυητή για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, σύμφωνα με το Ν. 3758/2009, γνωστοποιώντας στις εταιρείες αυτές μόνον όσα προσωπικά στοιχεία τους απαιτούνται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία".
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων της αναιρεσίβλητης από την πρώτη αναιρεσείουσα στην δεύτερη αναιρεσείουσα έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση της αναιρεσίβλητης, καταλήγοντας στο πόρισμα ότι συνεπεία της παραλείψεως αυτής της ενημερώσεως, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 Ν. 2472/1997, και ότι η χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προκάλεσε στην αναιρεσίβλητη ηθική βλάβη και θεμελίωσε την αξίωσή της για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 3 του Ν. 2472/1997 και 4 παρ. 2 του Ν. 3758/2009, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία ενημέρωσης οφειλετών υπέχει αυτοτελή υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, καθότι εκτελεί μεν επεξεργασία για λογαριασμό του κάθε δανειστή, αναφορικά με την ιδία χρήση του συνολικού της αρχείου οφειλετών, όμως αντιμετωπίζεται από τον Ν. 3758/2009, ως υπεύθυνη επεξεργασίας.
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, στην οποία διαβιβάστηκαν από την πρώτη αναιρεσείουσα τα προσωπικά δεδομένα της αναιρεσίβλητης, προέβη στην επεξεργασία αυτών με την καταχώρησή τους στο αρχείο της για τις ανάγκες εκτελέσεως της συμβάσεως, χρησιμοποιώντας αυτά διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κάλεσαν την αναιρεσίβλητη στον αριθμό της σύνδεσης σταθερής τηλεφωνίας για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, τις προερχόμενες από τις δανειακές της συμβάσεις.
Η δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία εκτέλεσε την επεξεργασία των δεδομένων, δεν είχε αυτοτελή υποχρέωση ενημερώσεως με εκείνη του υπευθύνου επεξεργασίας (πρώτης αναιρεσείουσας), ενόψει του ότι αυτή ενήργησε για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, με σκοπό την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως αναθέσεως της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο κρίνοντας ότι και η δεύτερη αναιρεσείουσα υπέχει αυτοτελή υποχρέωση ενημερώσεως του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 αρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος του ποσού αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατ' άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/ 2021, ΑΠ 704/2022, ΑΠ 989/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στις 8-4-2022, υποβάλει αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει σ` αυτήν, το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα έξι ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (2.856,64), το οποίο η ίδια κατέβαλε σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα καταβολής του, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, άλλως από την ημερομηνία δημοσίευσης της εκδοθησόμενης αμετάκλητης απόφασης και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά δε το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων είναι νόμιμη μόνο για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, το οποίο "ως έλασσον" συμπεριλαμβάνεται "στο μείζον" αίτημα καταβολής τόκων και για το προηγούμενο χρονικό διάστημα.
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα, από 5-2-2021 απόδειξη καταβολής-είσπραξης, ποσού 2.856,64 ευρώ, που υπογράφεται από την αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 2.711,47 ευρώ, σε εξόφληση των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσών για κεφάλαιο, νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την 5-2-2021, για έξοδα λήψης απογράφου, για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή και για επίδοση αντιγράφου εκ πρώτου απογράφου, αφού παρακράτησε από το ποσό των 967,80 ευρώ για οφειλόμενους τόκους το ποσό των 145,17 ευρώ, προκειμένου να αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 64 του Ν. 4172/2013).
Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται, στο σύνολό της, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των ευρώ 2.711,47 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 5350/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αυτό αναιρεσείουσες.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων έντεκα ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (2.711,47), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της παρούσας απόφασης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ