Supreme Court dismisses appeal for lack of admissibility due to insufficient factual allegations in the grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court incorrectly awarded damages for fictitious expenses, but the court found the appeal grounds inadmissible. The court ruled that the appellant only cited partial factual assumptions without detailing the full circumstances or the specific legal basis for the claim of fictitious expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it cites only partial factual assumptions without detailing the full circumstances or the specific legal basis for the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 790 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 790/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Φ., κατοίκου ..., ενεργούσης ως δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Κ. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (ενεργούσης ως δικαστικής συμπαραστάτριας της θυγατέρας της Κ. Α.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3714/2014 εν μέρει οριστική και 733/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3665/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-1-2020 (αρ. κατ. 1061/96/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3665/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρα 681Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-5-2013 και με αρ. κατάθεσης 6314/2013 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, με την ιδιότητα της ως δικαστικής συμπαραστάτριας της κόρης της Κ.
Α., ισχυρίστηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος, μη διάδικος στην αναιρετική δίκη, οδηγώντας το αναφερόμενο αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του και κάτω από τις συνθήκες, που περιγράφονται στην αγωγή τροχαίο ατύχημα και συγκεκριμένα την σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου του με την οδηγούμενη από την Κ.
Α. δίκυκλη μοτοσικλέτα, με αποτέλεσμα την καταστροφή της μοτοσικλέτας και τον σοβαρό τραυματισμό της οδηγού της. Με βάση αυτό το ιστορικό και μετά την παραίτησή της από τμήμα των λεπτομερώς αναφερομένων επιμέρους αγωγικών κονδυλίων και τον εν μέρει περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα της για λογαριασμό της συμπαραστατουμένης κόρης της, εις ολόκληρο ο κάθε ένας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ,ως και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο κάθε ένας, το ποσό των 18.413,74 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της επικαλουμένης ενεστώσας και μέλλουσας θετικής και αποθετικής ζημίας, την οποία υπέστη η κόρη της, συνεπεία της αδικοπραξίας του πρώτου εναγομένου, να υποχρεωθούν ακόμη να της καταβάλουν, εις ολόκληρο ο κάθε ένας, το αιτούμενο ποσό, ως χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., λόγω της μόνιμης αναπηρίας, που η κόρη της υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού της, καθώς και το αιτούμενο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.3714/2014 εν μέρει οριστική και η με αριθμό 733/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες αυτή έγινε μερικά δεκτή, κατά τα ειδικότερα σε αυτές αναφερόμενα. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίθετες εφέσεις από την ενάγουσα και την δεύτερη εναγόμενη (η τελευταία απηύθυνε την έφεση της ρητά και κατά της ως άνω μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), οι οποίες συνεκδικάστηκαν.
Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την από 13-3-2017 με αριθμό κατάθεσης 3752/2017 έφεση της δεύτερης εναγόμενης-εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 733/2016 οριστικής απόφασης και κατά των οριστικών διατάξεων της με αριθμό 3714/2014 μη οριστικής απόφασης, ενώ δέχτηκε ως βάσιμη στην ουσία της την από 28-11-2016 με αριθμό κατάθεσης 500755/2017 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμό 733/2016 οριστικής απόφασης ,την οποία εξαφάνισε στο σύνολό της, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχτηκε μερικά την αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα τα αναφερόμενα ποσά.
Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015).Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια, ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού, που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του " Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αξίωσης του άρθρου 932 Α.Κ.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 9/2015 ΑΠ 1051/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1373/2019).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης, ως και της εκ του άρθρου 931 Α.Κ. χρηματικής παροχής, κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στην παθούσα ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200.000 ευρώ και ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ., το ποσό των 100.000 ευρώ, που υπερβαίνουν καταφανώς των επιδικαζομένων ποσών σε ανάλογες περιπτώσεις.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα αναφέρει κατ' επιλογή, αποσπασματικά και επιγραμματικά μόνο, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τα παραπάνω κεφάλαια, χωρίς να διαλαμβάνει στην αίτηση αναίρεσης, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών αυτής (προσβαλλομένης απόφασης), όσον αφορά στις συνθήκες του ατυχήματος, στην υπαιτιότητα και στο βαθμό του πταίσματος του υποχρέου δράστη, στο είδος και στις συνέπειες της προσβολής, ως και στην φύση και έκταση του τραυματισμού της παθούσας, στην εξέλιξη της υγείας της και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών (πλην της αναιρεσείουσας), τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ύψους του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, πέραν δε των προαναφερθέντων, ειδικότερα όσον αφορά στον καθορισμό του ποσού της χρηματικής, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., παροχής δεν διαλαμβάνει επιπλέον τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με το είδος, την έκταση, τα μορφολογικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά και τις συνέπειες της προκληθείσας εκ του ατυχήματος αναπηρίας ή παραμόρφωσης στην παθούσα σε συνδυασμό με την ηλικία της, την διάρκεια και το είδος της νοσηλείας της, ως και την εξέλιξη της υγείας της και την δυσμενή επίδραση αυτών στην καθημερινότητα και στο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον της παθούσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρεται το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τις οποίες η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της, κατ' επιλογήν αυτού, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον ισχυρισμό, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του περί επιδίκασης του προαναφερθέντος ποσού, ως χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι, αν και δέχτηκε, ότι η σημερινή κατάσταση της υγείας της παθούσας έχει παρουσιάσει βελτίωση σε σχέση με την άμεσα μετατραυματική περίοδο κατά το μέρος που η παθούσα παρουσιάζει ικανοποιητική νοηματική λειτουργία και ομιλία και η συμπεριφορά της χαρακτηρίζεται ως φυσιολογική ....εν τούτοις της επιδίκασε το ανωτέρω ποσό των 100.000 με εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα αναφέρει κατ' επιλογή αποσπασματικά μόνο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να διαλαμβάνει το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών αυτής, όσον αφορά το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., όπως και παραπάνω ήδη έχει εκτεθεί, (συνθήκες του ατυχήματος, υπαιτιότητα και βαθμό του πταίσματος του υποχρέου δράστη, είδος και συνέπειες της προσβολής, φύση και έκταση του τραυματισμού της παθούσας, εξέλιξη της υγείας της, είδος, έκταση, μορφολογικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά και συνέπειες της προκληθείσας εκ του ατυχήματος αναπηρίας ή παραμόρφωσης στην παθούσα σε συνδυασμό με την ηλικία της, την διάρκεια και το είδος της νοσηλείας της ως και την εξέλιξη της υγείας της και την δυσμενή επίδραση αυτών στην καθημερινότητα και στο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον της παθούσας),τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ύψους του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής παροχής, πέραν του ότι επιπλέον δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή δεν προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ή που εντοπίζεται η αντίφαση, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, ανεξαρτήτως του ότι υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου της ως άνω ουσιαστικής διάταξης πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται.
H νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 860/2014).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να παρατίθεται σ' αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 43/1990). Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε παραδεκτά τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 148/2006), ο λόγος δε ότι η αγωγή ή η ένσταση είναι αόριστη δεν υπάγεται στις άνω εξαιρέσεις.
Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω σε κάθε περίπτωση επίκλησης αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης και, ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, (νομικής, ποσοτικής ή ποιοτικής) για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά στη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016),αφού άλλωστε οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως και ο περί αοριστίας ισχυρισμός, δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης .
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, Α.Π. 911/2019 Α.Π. 1626/2018). Τέλος η επικαλούμενη αοριστία της αγωγής ή ένστασης αφορά στην παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ, η οποία συνεπώς δεν ελέγχεται από τη διάταξη του αριθμού 19, που αφορά σε παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 802/2012).
Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., όπως ο λόγος αυτός εκτιμάται και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως φέρεται, διάταξη από την οποία, άλλωστε, δεν ελέγχεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αοριστία της αγωγής, με τον οποίο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα κρίνοντας δέχθηκε ως νομικά ορισμένη την ένδικη αγωγή της ενάγουσας κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδίκασης χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., ενώ δεν ήταν, αρκούμενη σε λιγότερα στοιχεία σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο προς θεμελίωση της ασκούμενης μ' αυτήν αξίωσης, διότι: 1) δεν αναφέρονται περιστατικά πέραν και εκτός εκείνων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 Α.Κ., δηλαδή εκείνα που συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας στο οικονομικό μέλλον της ενάγουσας, ούτε συνδέεται η επικαλούμενη από την παθούσα δυσμενής κοινωνική και επαγγελματική εξέλιξη της με το επάγγελμα ή τις γνώσεις της, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του δικογράφου, ώστε να κριθεί η αοριστία αυτού , ούτε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός περί αοριστίας, όπως ακριβώς προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας, ούτε γίνεται από την αναιρεσείουσα αναφορά στο αναιρετήριο για το πότε και πως συγκεκριμένα τον πιο πάνω συγκεκριμένο ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είχε προτείνει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως εναγόμενη, αμυνόμενη κατά της αγωγής και τον επανέφερε ενώπιον του Εφετείου ως εκκαλούσα ή ως εφεσίβλητη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, αφού οι επικαλούμενες ελλείψεις της ιστορικής της βάσης της αγωγής, αληθείς υποτιθέμενες, σύμφωνα με τα στη αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερθέντα, δεν καθιστούν αόριστη την ένδικη αγωγή (Α.Π. 581/2018, Α.Π. 632/2008), αφού δεν αποτελούν αναγκαίο στοιχείο του περιεχομένου της.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 του ν. 4476/1965,επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, των άρθρων 1 και 3 β.δ. 226/1973 και άρθρου 18 του ν. 1654/1986, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 43.942,42 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος, αν και αυτή ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α.
και συνεπώς για τα παραπάνω είχε υποκατασταθεί εκ του νόμου ο ως άνω ασφαλιστικός της φορέας (Ι.Κ.Α.), ο οποίος και μόνο νομιμοποιείτο ενεργητικά να αιτηθεί τα εν λόγω κονδύλια. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, διότι η αναιρεσείουσα αναφέρει κατ' επιλογή αποσπασματικά και επιγραμματικά μόνο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το παραπάνω κεφάλαιο, χωρίς να διαλαμβάνει το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών αυτής, δηλαδή δεν διαλαμβάνει 1) το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην διαμόρφωση του επιδικασθέντος ποσού για απώλεια εισοδημάτων στο ύψος των 43.942,42 ευρώ ως και αν αυτό προέκυψε μετά αφαίρεση ή όχι ασφαλιστικών προς την ενάγουσα από τον ασφαλιστικό της φορέα παροχών και το ύψος αυτών που τυχόν δικαιούτο ή και τυχόν έλαβε η παθούσα, ως ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α., από το τελευταίο, εν όψει μάλιστα και του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι ζητήθηκε και προσκομίστηκε σχετική απόφαση του Ι.Κ.Α., στο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε, ότι επιδοτήθηκε η παθούσα, η δε χορηγηθείσα επιδότηση αφαιρέθηκε από την επιδικασθείσα αποζημίωση.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν.4476/1965, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951,των άρθρων 1 και 3 β.δ. 226/1973 και άρθρου 18 του ν. 1654/1986, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 19.000 ευρώ ως αποζημίωση για πλασματική δαπάνη νοσοκόμων και οικιακών βοηθών, που της παρείχαν η μητέρα της, η αδελφή της και ο πατέρας της, καίτοι για την αιτία αυτή δικαιούται μόνο εύλογη αποζημίωση, κονδύλιο, άλλωστε, το οποίο δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να αναζητήσει η παθούσα, αφού στην περίπτωση ανάγκης από μόνιμο και σταθερό πρόσωπο ως περιποιητή, δικαιούτο επίδομα παρατετραπληγίας.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, διότι η αναιρεσείουσα αναφέρει κατ' επιλογή αποσπασματικά και επιγραμματικά μόνο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το παραπάνω κεφάλαιο, χωρίς να διαλαμβάνει τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής, δηλαδή δεν διαλαμβάνει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην διαμόρφωση του επιδικασθέντος ποσού για πλασματική δαπάνη νοσοκόμων και οικιακών βοηθών στο ύψος των 19.000 ευρώ και για ποιό χρονικό διάστημα, ενώ ο ισχυρισμός, ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς αναζήτηση του εν λόγω κονδυλίου, διότι δικαιούται επίδομα παρατετραπληγίας, δεν αναφέρεται, ότι προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας και συνεπώς απαραδέκτως προτείνεται.
Επομένως, μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2020 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1061/96/2020) αίτηση για αναίρεση της 3665/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ